Παρασκευή 3 Μαρτίου 2023

Ντέμης Κωνσταντινίδης, "Σκάρτη πραμάτεια"





Τα μεσημέρια


Πόσο πιo απλά ήταν τα πράματα
σαν καβάλαγες το ποδήλατό σου
τα μεσημέρια όταν όλοι κοιμόντουσαν,
χωρίς να υπολογίζεις το κάμα
που ζάλιζε τις κότες και άφηνε ανάπηρη
τη θάλασσα.

Σε κατέβαζε μέχρι τα ηλεκτρονικά
ή, άλλοτε, πίσω απ’ τον λόφο
ως της αλάνας τ’ αναχώματα,
κι από εκεί ίσια-καρφί για το σπίτι της...
απλά και μόνο για να την πετύχεις
στο μπαλκόνι.





Αντίχειρας

                                Στον κ. Μ. Τασάκο


Όσο η νύχτα ψάχνει αντίπαλο,
αρκετοί ακόλουθοι χάνονται.
Απ’ τον φωταγωγό,
κάθε καινούργια δημοσίευση
σπρώχνει τις άλλες στο αφώτιστο κενό.
Δείκτες επιμνημόσυνοι αναβοσβήνουν.
Ύστερα κάνουν πάλι χαρακίρι, αφήνουν
ήσυχα τα κουφάρια τους στη λήθη.
Η οθόνη γέρνει νυσταγμένη.
Το δάκρυ ωστόσο δεν κυλά,
ώρα κρεμάστηκε. Και περιμένει.





Αριστοτέλους


Γεμίσαμε μαύρες σημαίες!
Στριμώχνονται οι άνεργοι
στα πάρκα και στις καφετέριες
σκόρπιες παρέες.
Λοξοκοιτούν υπάρξεις αιθέριες
και αραδιάζουν τα προσόντα τους
ο ένας στον άλλον.
Υπολογίζουν τις προϋπηρεσίες τους
οι μεγαλύτεροι μετρούν τα ένσημά τους
μα δεν τους βγαίνουν.
Ξαναβουτούν στις αγγελίες τους
κουβεντιάζουν
έρχονται κι άλλοι με την ώρα.
Αφηρημένη κάποια γυρνά και τους κοιτά −
τότε, ασυναίσθητα εντελώς, αναστενάζουν!





Πλατεία Βαρδάρη


Ο άνθρωπος ο χωρίς προορισμό
φαίνεται απ’ το βηματισμό του ―
αναποφάσιστος στέκεται μπρος
σε μια βιτρίνα
σε μια διασταύρωση μετρά
τα δευτερόλεπτα του φωτεινού σηματοδότη.
Φανταστικός τροχονόμος
νέμει προτεραιότητες:
στους σκύλους στους πεζούς
στους λιγότερο βιαστικούς
στους έσχατους του βίου.





Στίξη


Εσένα ο χαρτοπολτός σου θα διαφέρει
Μ’ αυτήν την αυταπάτη περιμένεις
Αναμασάς τις λέξεις, μία μία

Ψάχνεις στα λεξικά για πρώτες ύλες
Αρχίζεις κι αντιγράφεις κι αντιγράφεις
Θητεύεις ενυπνίως σ’ αυτοκτόνους

Μισομιλούν εκείνοι, σε μισολυπούνται
Κάποτε ενηλικιώνεσαι μονάχος
Απλώνεις τον ιπποτικό μανδύα…

Μακάριος δήθεν, δέχεσαι φιλοφρονήσεις
Για όσα χαρακώνουν το πετσί σου
Για όσα σου κεντούν βαθιά το δέρμα

Τατουατζής της νύχτας στιχοπλόκος
Τη μέρα τρέμεις σαν το λύκο
Που το τομάρι του αξίζει σκοτωμένο.





Πολύ μακρινό


Παλιώνει το διαμέρισμα
μαζί με την ένοικό του.
Τη βλέπω που βγαίνει στο μπαλκόνι
μετρώντας τους περαστικούς
με μια σιωπηλή
και τόσο ευγενική απελπισία.
Ποτίζει τις γλάστρες της
βρέχει τα γυμνά της πόδια
κι ονειρεύεται ακρογιαλιές
πολύ μακρινές.
Ούτε που φαντάζεται πως το μακρινό
θα το έκανα, τώρα κιόλας, κοντινό.
Μα δεν είναι αυτό.
Ποτίζει τις γλάστρες της
βρέχει τα γυμνά της πόδια
κι ονειρεύεται ακρογιαλιές
προ πολλού χαμένες.





Από το βιβλίο «Σκάρτη πραμάτεια» (επιλογή ποιημάτων), εκδ. Οσελότος, 2023.




O Ντέμης Κωνσταντινίδης γεννήθηκε το 1976 στη Θεσσαλονίκη, όπου και ζει. Σπούδασε Αρχαιολογία και Μουσειολογία στο Α.Π.Θ. Έχει εργαστεί ως αρχαιολόγος πεδίου, ως επιμελητής εκθέσεων και παιδαγωγός. Δημοσιεύει στο skorpieslekseis.blogspot.gr, ενώ έχει συνεργαστεί με τα διαδικτυακά λογοτεχνικά περιοδικά Βακχικόν και Χίμαιρα, καθώς και με σημαντικά ιστολόγια και ιστοσελίδες λογοτεχνικού ενδιαφέροντος. Έχει εκδώσει έντεκα ποιητικές συλλογές.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου