Τετάρτη 28 Οκτωβρίου 2020

Franz Kafka, "Η πληγή και η λέξη"




Ποιήματα από την αλληλογραφία


                                          Στον Όσκαρ Πόλλακ
                                             8 Νοεμβρίου 1903



Ψυχρή είναι σήμερα η μέρα και σκληρή.
Παγωμένα τα σύννεφα.
Οι άνεμοι σέρνουν το κρύο.
Παγωμένοι κι οι άνθρωποι.
Τα βήματα ηχούν σα μέταλλο
Πάνω σε χάλκινες πλάκες,
Και τα μάτια ατενίζουν
Λίμνες λευκές.

Στην παλιά πόλη είναι στημένα
Χριστουγεννιάτικα σπιτάκια με φώτα
Και πολύχρωμα παράθυρα που κοιτούν
Στη μικρή χιονισμένη πλατεία.
Ένας άντρας βαδίζει σιωπηλά
Στη φεγγαρόφωτη πλατεία μες το χιόνι,
Και τη μεγάλη του σκιά φυσά
Ο άνεμος πάνω στα σπιτάκια.

Άνθρωποι που σκοτεινές γέφυρες διαβαίνουν
Βιαστικά στη Λειτουργία πηγαίνουν
Με θαμπά φωτάκια στο χέρι.
Στο γκρίζο ουρανό σύννεφα περνούν
Πάνω από εκκλησίες
Με μισοσκότεινα καμπαναριά.
Κάποιος που σε αντηρίδα εκκλησίας ακουμπά
Το νερό της νύχτας κοιτά,
Με τα χέρια σε πέτρες αρχαίες.





                                          Στην Χέντβιχ Βάιλερ
                                          29 Αυγούστου 1907



Στον ήλιο του απογεύματος
με γερμένη την πλάτη μες το πράσινο
σε παγκάκια καθόμαστε.
Τα χέρια μας κρέμονται κάτω,
θλιμμένα ανοιγοκλείνουν τα μάτια μας.

Κι οι άνθρωποι ντυμένοι περνούν
με βήμα τρικλιστό πάνω σε χαλίκια
κάτω απ’ αυτόν τον τεράστιο ουρανό
που απλώνεται μακριά απ’ τους λόφους
ως τους λόφους πέρα μακριά.





Ποιήματα από τα ημερολόγια


                                                19 Ιουνίου 1916



Οργή Θεού ενάντια στο ανθρώπινο γένος
τα δυο δέντρα
η ανεξήγητη απαγόρευση
η τιμωρία όλων (φιδιού γυναίκας άντρα)
η εύνοια για τον Κάιν
που τον εξοργίζει με τον λόγο του
οι άνθρωποι αρνούνται πια να τιμωρηθούν
από το πνεύμα μου





                                                 19 Ιουλίου 1916


Ονειρέψου και κλάψε άμοιρο γένος
τον δρόμο δε βρίσκεις, τον έχασες
Αλίμονο! είναι το χαίρε σου το βράδυ, αλίμονο!
       το πρωί
Άλλο τίποτα δε θέλω παρά να μ’ αρπάξουν
χέρια που απλώνονται απ’ την άβυσσο
και λιπόθυμο να με σύρουν κάτω.
Βαρύς πέφτω στα πρόθυμα χέρια.

Μακριά στα βουνά αντηχούσε
αργή ομιλία. Εμείς ακούγαμε.

Αχ το κουβαλούσαν, φαντάσματα της κόλασης,
καλυμμένοι μορφασμοί σφιχτά κρατούσαν πάνω
       τους το σώμα.

Μακριά πομπή, μακριά πομπή κουβαλά τον ατελή





Ποιήματα από σκόρπια κείμενα


                             Αύγουστος-Σεπτέμβριος 1917



Τίποτα δε με κρατά.
Πόρτες και παράθυρα ανοιχτά
Δρόμοι μακρινοί και άδειοι

Ό,τι αγγίζω, καταστρέφεται

Η χρονιά της θλίψης πέρασε
Ξαπόστασαν τα φτερά των πουλιών.
Τις κρύες νύχτες ξεγυμνώθηκε το φεγγάρι
Η μυγδαλιά και η ελιά ωρίμασαν κιόλας





                               Αύγουστος ως τέλη του 1920


Όρθια τ’ απομεινάρια,
τα λυμένα απ’ τη χαρά μέλη,
τα χαλαρά γόνατα,
στο φεγγαρόφωτο κάτω απ’ το μπαλκόνι.
Στο βάθος φύλλα λιγοστά,
σκουρόχρωμα σα μαλλιά.

Λαχτάρα μου ήταν τ’ αρχαία χρόνια
λαχτάρα μου ήταν το παρόν
λαχτάρα μου ήταν το μέλλον
και μ’ όλα αυτά πεθαίνω σ’ ένα μικρό φυλάκειο
         στην άκρη του δρόμου
σ’ ένα παντοτινά όρθιο φέρετρο
σ’ ένα δημόσιο κτήμα
τη ζωή μου ξόδεψα προσπαθώντας
να συγκρατηθώ να μην το κομματιάσω.
Τη ζωή μου ξόδεψα πολεμώντας τον πόθο μου
να την τελειώσω.




Μετάφραση: Νίκος Βουτυρόπουλος




Από το βιβλίο «Franz Kafka, Η πληγή και η λέξη» (Εισαγωγικό σημείωμα-Μετάφραση-Σχόλια: Νίκος Βουτυρόπουλος), εκδ. Σαιξπηρικόν, 2012.

Στην πάνω εικόνα: Franz Kafka (Fotografie aus dem Atelier Jacobi, 1906).
Πηγή για την εικόνα: Wikimedia Commons.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου