Δευτέρα, 11 Φεβρουαρίου 2019

Γιώργος Χ. Θεοχάρης, "Πλησμονή οστών"





ΣΤΟΝ ΕΡΩΤΑ ΠΑΜΕ ΟΠΩΣ ΣΤΟ ΘΑΝΑΤΟ

                                                                  στον Μάρκο Μέσκο

I

Βουρκωμένος καιρός
κι η μικροφιλημένη δακρυσμένη στο δρόμο, στερεμένη
        πηγούλα.
Τρομαγμένα φωνήεντα, λαβωμένα κοτσύφια.
Μοναξιά που σφυρίζει, οχιά μες στα στάχυα,
και στο τέλος το ποίημα κουτουλάει μουγκανίζοντας
από δέντρο σε δέντρο πληγωμένο γελάδι.



II

Φιλί στη ρώγα του δείκτη. Τ’ ακουμπάει στα χείλη της
        παραπονεμένης.
Η άλλη παλάμη στον τρούλο του βυζιού της. Ανθίζει σιωπή,
        αμάραντη χλόη.



III

Όπως σταχτί γυμνωμένο σκέλεθρο της συκιάς το Γενάρη
έτσι η ψυχή του παραλοϊσμένου, κι εκείνος να τραγουδάει
πάνω απ’ της φαρμακωμένης το σώμα:

        Κακή βροχή μαύρο νερό. Ξύπνα και φίλησέ με
        να κελαηδάς το σούρουπο σε κερασιά ανθισμένη
        να κόβω τα κεράσια σου τα πετροκέρασά σου
        να βάφονται τα χέρια μου στο αίμα της αγάπης.
        Μέγας βυθός ν’ ανοίγεται στη σκοτεινή τη νύχτα
        στα γέλι’ ανάμεσα ο λυγμός ν’ ανθεί να λουλουδίζει
        κι απ’ το πικρό μου το φιλί στις άκρες των χειλιών σου
        να κάνει πίσω ο θάνατος γοργά να ξεστρατίσεις
        να σαι νεκρή και ζωντανή κι ερωταναστημένη.



IV

Αχ, ζωή, τσαλαπατημένο μποστάνι,
με το αίμα της μέρας παπαρούνα ξανθισμένη στην ξερή
        αγριάδα.





ΓΥΝΑΙΚΕΣ - ΔΕΝΤΡΑ


Είναι γυναίκες – δέντρ’ αμυγδαλιάς
που πέφτουνε ασθματικά στον έρωτα,
σαν καταδιψασμένες απ’ τη στέρηση,
κι αν, μέσα στην παραφορά του, δεν καούν
κάνουνε τ’ άνθη τους καρπό, στα γρήγορα,
θέλοντας, λες, να νοικοκυρευτούν,
να δέσουνε τον εραστή, να μη τον χάσουν.

Είν’ και γυναίκες – ακακίες, σεμνές
όπου τον έρωτα τιμούν μονάχα για τον έρωτα
ευφραίνονται, δεν βιάζουν την κατάσταση,
δένουνε τον καρπό πέρα προς το φθινόπωρο
μένουνε, στολισμένες, τ’ άνθη τους καιρό
χαίρονται το κορμί τ’ Απρίλη ολοκληρωτικά,
κάνοντας τα γλυκά τα μάτια και στον Μάη.





ΕΓΚΩΜΙΟ ΤΩΝ ΚΥΚΛΑΜΙΝΩΝ


Έρχεστε μέσ’ απ’ το φρυγμένο
σώμα του καλοκαιριού,
καθώς νοτίζει την ψυχή μου το φθινόπωρο.
Καλοντυμένα στα λιλά φορεματάκια σας,
σαν ντελικάτες débutantes,
σαν κοριτσάκια νιόβγαλτα στο πρώτο ραντεβού,
σαν σκίρτημα ερωτικό βαθιά στη φλογισμένη φλέβα.
Με φύλλα καρδιόσχημα, αρμονικά,
όμορφες μύριες εγγραφές στο λεύκωμα της φύσης.
Κυκλάμινα
ευωδιαστές πανέμορφες της γης πνοές,
λόγια του βράχου ευσπλαχνικά,
ψίθυροι εκμυστήρευσης και χάδια αέρα μυρωμένου.
Με μίαν ανεπαίσθητη αντιμετάθεση:
κυκλάνιμα
ή, γιατί όχι, και cycle-anima
καθώς πανέμορφα κυκλώνετε,
στέφοντας, την ψυχή μου.





EUPHORBIA ACANTHOTHAMNOS


Κάτου από βράχους αυστηρούς
οργάζουνε
πρασινοκίτρινες
της Ευφορβίας ταξιανθίες,

έτσι όπως ανθίζουν οι καρδιές
της νιότης,
ανυπότακτες,
κάτω απ’ το βλέμμα, το στεγνό,
των ηλικιωμένων.





Η ΠΟΡΤΟΚΑΛΕΝΙΑ ΣΤΟ ΣΤΗΘΟΣ ΜΟΥ


Κοιτάξτε την Πορτοκαλένια

κάθε πρωί τα πορτοκάλια της
κελαηδούν στ’ αποδημητικά
όπου φωλιάζουνε στα μάτια της

βάφει πορτοκαλί τον άνεμο που την διαπερνά

οι άντρες ως διαβαίνουν μέσα της
(ώρες που με το σώμα λογαριάζονται)
στην ερημιά τους επιστρέφουν εξανθρωπισμένοι

τη νύχτα οι σιωπές της κρυσταλλώνονται
− διάφανες υποσχέσεις άγριας τρικυμίας

σάρκα πορτοκαλιού τα χείλη της
(ποιος σώζεται ποιος χάνεται
μες στις διχάλες των κλαδιών της)
στάζουν ερωτικούς χυμούς ανθίζοντας
λέξεις εσπεριδοειδείς ματώνουνε
να χαίρεται το στόμα

όταν φιλά
παίρνει φωτιά απ’ τη ρίζα της
κ’ εξαίφνης το δωμάτιο παρανάλωμα

στ’ αποκαΐδια μου του στήθους
φυτρώνει η χλόη της πραγματικότητας.





Από τη συλλογή «Πλησμονή οστών», εκδ. Μελάνι 2018.

1 σχόλιο:


  1. ΣΤΟΝ ΕΡΩΤΑ ΠΑΜΕ ΟΠΩΣ ΣΤΟ ΘΑΝΑΤΟ

    στον Μάρκο Μέσκο

    I

    Βουρκωμένος καιρός
    κι η μικροφιλημένη δακρυσμένη στο δρόμο, στερεμένη
    πηγούλα.
    Τρομαγμένα φωνήεντα, λαβωμένα κοτσύφια.
    Μοναξιά που σφυρίζει, οχιά μες στα στάχυα,
    και στο τέλος το ποίημα κουτουλάει μουγκανίζοντας
    από δέντρο σε δέντρο πληγωμένο γελάδι.

    ΑπάντησηΔιαγραφή