Τρίτη 8 Ιανουαρίου 2019

Κώστας Θ. Ριζάκης, "Ο κυρίως ναός"





ο καιρός των ποιητών


αν με γυρεύεις αναγνώστη – ψάξε:

πλάι στη φωτιά τη ρίζα μου θα βρεις
μες στο νερό την πρώτη μου ανάσα

αυτά τα μάτια που στυλώνονται μακριά
(κι ο κυνηγός αναίτια τα τρομάζει)
δεν ξέρουν ήλιο δεν κατέχουν ουρανό

«πριονισμένα τα δεσμά σου» λέει η μοίρα
μα ένα κλαρί ξερόκλαδο που σπάζει
κρυφή πληγή τη λύπη αναταράζει
– αναχαιτίζεται η πνοή στο δειλινό –

ρίχνει τη φλόγα μέσα στη σταγόνα
κι ο ήλιος σβήνει – κόβεται η ανάσα
καίγεται η ρίζα κι ούτε ουρανός!

μόνον η δίνη δίνη δίνη

κι ο ποιητής:
η μνήμη που αφήνει

ανεμοστρόβιλος στο χώμα ο καιρός!





23.4.1993


τριαντατρία χρόνια ράγισα στις πέτρες
πέσανε και τα ράκη που φορώ
κρυώνω τώρα ανυπεράσπιστος μητέρα

λύσσαξε ο βοριάς που με φυσάει
πάντα ερημίτης πάντοτε ασκητής
οδεύω απ’ την απόγνωση στο τέρμα

(θα γράφουν κι αύριο οι στίχοι μου στο μνήμα
μες στης ζωής το απόμακρο ακρογιάλι
θα επιστρέφω αφρισμένο κύμα

− θάλασσα στη φωνή σου θα πνιγώ!)





για μια μπουκιά πατρίδα


μόνο κάτι μισόλογα ξερνούσε με το ζόρι
κομμάτια εικόνες άλλοτε (ασύνδετες κι αυτές)
στη λεία του επιφάνεια δε γνώρισα βυθό

ούτε ποτέ κατόρθωσε για μένα άρτιο λόγο
ούτε μ’ απαθανάτισε σε κρίσιμη στιγμή
να φτάσω κάποτε σωστός σε ’κείνα που του δίνω
δίχως να υπολείπομαι
χωρίς να περισσεύω

τόσο λοιπόν ωμά με διέγραψε ο καθρέφτης
χαύνα κι αναποφάσιστα μάτια που δε μ’ αγγίξαν
τα μάτια ο καθρέφτης σας αδίστακτοι φονιάδες
μου σκότωσαν ό,τι μπορώ
με σκύλεψαν νεκρό

το ίδιο φτηνά σαν τον Ησαύ μού κλέψαν την ελπίδα
μ’ ένα πινάκιο ποίηση

για μια μπουκιά πατρίδα!





επιτάφιος δρόμος


επιτάφιος δρόμος νωρίς που με ξύπνησε
και με πήρε και πάει κι ούτε φτάνει
πόσα χρόνια ποιες μέρες και πόσες
φιλικές μου οι στιγμές

έχει μνήμη η ζωή μα διαρκεί όσο ο θάνατος πρέπει
μόν’ ο στίχος απόκτησε μάκρος και δύοντας
ηλιαχτίδα στο βλέμμα παράπονο άλγους θανάσιμο μήνυμα

νέο ποίημα ανέτειλε πάλι μητέρα
τη σινδόνη της αποκαθήλωσης άπλωσε
ν’ ανασαίνει γλυκύτατο τέκνο σου

καταχείμωνον έαρ





ο κυρίως ναός


«ας πάει και το παλιάμπελο» μητέρα
ξεπούλησα καινούργιο μοιρολόγι

κατατρεγμένος πιο βαθιά στο παρελθόν

κ’ είναι το πρόσωπό μου μπρος στο φως
αγκιστρωμένο όπως εγώ
μες στο σκοτάδι

(τί να μου δώσεις μάνα – αλήθεια! – πες μου
ποιο ρούχο ακριβό να μου φορέσεις
να ξεχάσω)

τί δάκρυα πολυέξοδα χρειάστηκε η τέχνη
μπροστά σου πάλι λάσπη: ποιητή
άρπαξε πηλοφόρι την καρδιά σου

κέρμα το κέρμα εξαργυρώνοντας
ό,τι σου δόθηκε

όρθωσε νέα μνήμη στο μυστρί
μη βλαστημώντας αρνηθούν την εκκλησία
μη λερωθούν

όσοι προσέρχονται πιστοί!





Από τη συλλογή «Ο κυρίως ναός» (2006).
Πηγή, η συγκεντρωτική έκδοση: «Επιτάφιος δρόμος - Ποιήματα Α΄ [1985 - 2010]»,
εκδ. Γαβριηλίδης, 2015.

Στην εικόνα: το εκκλησάκι Επτά Μάρτυρες, στο Κάστρο της Σίφνου.
(Αρχείο Ποιητικού Πυρήνα).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου