Κυριακή, 2 Φεβρουαρίου 2014

Τόλης Νικηφόρου, "ν’ ακούγεται από μακριά μια φυσαρμόνικα…"




Θεσσαλονίκη 1980


πολιτεία ρημαγμένη στον μυχό του κόλπου
βάρβαροι με χρωματιστές κορδέλες
με χάντρες εξαγοράζουν την ψυχή σου
πανικός
άγριος πανικός στους δρόμους
πανικός στα γραφεία
πανικός στα σπίτια που υψώνονται
και φράζουν τον άνεμο
καθώς οι νεκροί σαπίζουν
μέσα στα βιβλία τους
και αναδίδουν οσμή βραβείων
στάχτη αρπαχτικές κραυγές
μια άνοιξη που ευνουχίστηκε
και το αίμα της ζωγραφίζει πολύχρωμες διαφημίσεις
μια στιγμή πριν απ’ το τέλος
και έρωτας
έρωτας που κυκλοφορεί ανύποπτος
που δεν θέλει τίποτα να μάθει
έρωτας στα υγρά μάτια των κοριτσιών


                                          (από τη συλλογή Το μαγικό χαλί, 1980)




βυθισμένοι σε αχνά χαμόγελα και φως



μέσα σε πολύχρωμα αδιάβροχα και ζεστούς σκούφους
φορώντας τις μαγικές τους μπότες
βυθισμένοι σε αχνά χαμόγελα και φως
κάθε πρωί εισπλέουν στο νηπιαγωγείο της γειτονιάς
οι άγγελοι που δεν γνωρίσαμε
σαν μπίλιες απ’ τις τσέπες τους στο χώμα απλώνουν
όλα τ’ αστέρια τ’ ουρανού
μας δείχνουν τον θεό που δεν πιστέψαμε
σκορπίζουν στον αέρα θαύματα που δεν αξίζουμε
με μιαν ανάσα τους στηρίζουν
την ετοιμόρροπη ζωή μας


                                          (από τη συλλογή Χώμα στον ουρανό, 1998)




μέσα στα χρώματα μπροστά μου η Έφη


εκεί που πήγαινα
βαρύς και μόνος με τα χρόνια μου
στην Εγνατία
ανάμεσα σε χωρικούς και μαγαζάτορες
βγήκε και πάλι ξαφνικά
μέσα στα χρώματα μπροστά μου η Έφη
κι έγειρε να σκουπίσει με τα μάτια της
τη μελανιά απ’ το παλιό μου μπικ στο μέτωπο.
ένα δειλό πορτοκαλί
αχνοχάραζε στα χείλη της
κι ένα βαθύ γαλάζιο ξέφτι τ’ ουρανού
είχε σκαλώσει στα μαλλιά της.
σφιχτά κρατώντας τα βιβλία στο λευκό πουκάμισο
η ίδια εκείνη Έφη απ’ τα δεκαοχτώ
το ίδιο σκονισμένο απομεσήμερο
τα ίδια εκείνα μάτια
μέσα στη θλίψη που χαμογελούσαν


                                       (από τη συλλογή Ένα λιβάδι μέσα στην ομίχλη που ονειρεύεται, 2002)




ν’ ακούγεται από μακριά μια φυσαρμόνικα


ν’ ακούγεται από μακριά μια φυσαρμόνικα
και να χαμογελάει μια γλάστρα στο μπαλκόνι
αχνά μες στο ψιλόβροχο να ξημερώνει Κυριακή

το χώμα να μυρίζει γειτονιά
και ο ταμπλάς ξεροψημένο σάμαλι
ένας χαρταετός να υψώνεται πάνω απ’ τα κάστρα

νωχελικά να κατεβαίνεις την Αριστοτέλους
να κάθεσαι σε καφενείο της παραλίας
πίσω απ’ τα τζάμια να ρουφάς
αργά, πολύ αργά τον τούρκικο
και να καπνίζεις ένα, δύο, τρία τσιγάρα
με τον καπνό να σε τυλίγει σαν ομίχλη
κοιτάζοντας τα ψαροκάικα και πιο βαθιά τη θάλασσα

ν’ ακούγεται από μακριά μια φυσαρμόνικα
χρώματα σκοτεινά να αναδύονται στο φως
να ονειρεύεσαι ταξίδια


                  (Από τη συλλογή Μυστικά και θαύματα, ο ανεξερεύνητος λόγος της ουτοπίας, 2007)




φωτιά μέσα στα χόρτα που έρπει


μ’ αρέσει αυτό το κάτι στη φωνή σου
ήχος αχνός κι εκστατικός
ένα φτερούγισμα που απλώνεται τριγύρω
όπως όταν στο βάθος τ’ ουρανού χαράζει
κι όλα τα άλλα φώτα χαμηλώνουν

μ’ αρέσει αυτό το κόκκινο στις λέξεις σου
θαμπό σαν τη φωτιά μέσα στα χόρτα που έρπει
και φανερώνει ξαφνικά τη λάμψη και το χρώμα της

δρόμος μακρύς κάτω απ’ τα κάστρα
κι είσαι η πλατεία με τις μουσικές στο τέρμα του


                                          (από τη συλλογή Το μυστικό αλφάβητο, 2010)




Από τη συλλογή «ν’ ακούγεται από μακριά μια φυσαρμόνικα… 32 ποιήματα για τη Θεσσαλονίκη (1966-2013)», εκδ. Μανδραγόρας 2013.