Πέμπτη, 9 Μαΐου 2013

Βασίλης Λαλιώτης, "Μάσενκα"





Μάσενκα, έξη

Ανάμεσα στον ύπνο και σε σένα μια γεύση πικρό
από μικρού παιδιού που ξύπνησε όλο το ερώτημα
του κόσμου και το κρατάει σαν χάδι μια μητέρα...
Πόσο από το σώμα σου άγραφο χαρτί και πόσο
αντίγραφο απόντος πρωτοτύπου θα πενθούν
τα λόγια που θα δοκιμάσω να σου γράψω.
Θέλω καινούριες λέξεις που να αφήνουν κάτι
από σκόνη πεταλούδας για τα δάχτυλα
συριστικά και ένρινα και υγρά και χειλικά
που τους πήρε ο αέρας τα φωνήεντα και πάει.
Το σίγμα πί από παλιά σ’ αγαπώ όλο διάψευση
ψιθυρισμένα κιόλας στο αυτί σου από ποιήματα
που οι λέξεις τους σε περιείχαν πριν υπάρξεις.

Από κοντά είσαι γυναίκα που μυρίζεις ύπνο
κι από μακριά απλώς εκπλήρωσις ποιήματος.



Μάσενκα, δώδεκα

Διαβάζω Βέρθερο και νιώθω η Καρλόττα
πως απ’ το χέρι σου μοιράζει ψωμί στα παιδιά.
Όλη τη μέρα σε περιμένω να σου πω: μοιράζει
το χάδι σαν ψωμί και το ψωμί σαν χάδι...
Είναι η ανάγνωση που με έκανε παιδί
της απουσίας σου είναι αυτό που λεν του έρωτα
να βγάζει νόημα διαρκώς κι απ’ το ελάχιστο
μα εγώ γυρίζω κάπου ανάμεσα σ’ εσένα και βιβλίο
με μια φέτα ψωμί κομμένο από τα χέρια σου
λάδι και ζάχαρη πριν φύγω για να παίξω
κάποιο απόγευμα πριν απ’ το σώμα σου
κάτω από ένα αίνιγμα βλέμμα της μητέρας μου.


Από την ποιητική συλλογή: "Μάσενκα", Ενδυμίων 2012