Πέμπτη 12 Φεβρουαρίου 2015

Ιγνάτης Χουβαρδάς, "Το φόρεμα που αλλάζει"




Το φόρεμα που αλλάζει



Ψαύοντας το βασιλικό στον περίβολο της εκκλησίας
η λύπη κουρνιάζει στα παρτέρια
κι ύστερα φωτοστέφανο στο καστανό πρόσωπο της 
μαυροντυμένης κοπέλας.
Η λύπη είναι μια δροσοσταλιά που χάνεται
στην ωραιότητα του ναού,
στο βλέμμα της μαντόνας
που κάθεται σκυμμένη στον περίβολο-

όπως το τέμπλο της Αγίας Τράπεζας
έγχρωμο και βουερό
ξεχύνεται στους δρόμους,
με την αύρα του λουλουδάτου φορέματος εκείνης της μαντόνας,
ανηφόρες-κατηφόρες,
χαμογελαστά σπίτια της Σύρου,
μέχρι την ξύλινη εξέδρα
στην προκυμαία της παλιάς πόλης,
το κρύο νερό να καθαίρει ό,τι σκοτεινό μέσα σου,
βάπτισμα γαλάζιο, πανόραμα όλης
της Ερμούπολης και της Άνω Σύρου,
με το φόρεμα το γαλανόλευκο,
όλο ορμή περιφέρεται
στο λιμάνι, ανάμεσα στους τουρίστες,
κι ύστερα, ο τρόπος να
κοιτάξεις το καλειδοσκόπιο,
είναι εκεί, στην αποβάθρα
όπως περιμένει η νεαρή κοπέλα με τη θεία της
το πλοίο για τον Πειραιά,
η διχάλα του ποδιού της και τα μακριά
τριαντάφυλλα στα λευκά της πέδιλα-
όλα γίνονται διάφανα, λίγα δευτερόλεπτα
πριν την αναχώρηση.




Τρίτη 10 Φεβρουαρίου 2015

Νίκος Καββαδίας, "Fata Morgana"




FATA MORGANA

                                             Στη Θεανώ Σουνά

Θα μεταλάβω με νερό θαλασσινό
στάλα τη στάλα συναγμένο απ’ το κορμί σου
σε τάσι αρχαίο, μπακιρένιο αλγερινό,
που κοινωνούσαν πειρατές πριν πολεμήσουν.

Στρείδι ωκεάνιο αρραβωνίζεται το φως.
Γεύση από φλούδι του ροδιού, στυφό κυδώνι
κι ο άρρητος τόνος, πιο πικρός και πιο στυφός,
που εναποθέτανε στα βάζα οι Καρχηδόνιοι.

Πανί δερμάτινο, αλειμμένο με κερί,
οσμή από κέδρο, από λιβάνι, από βερνίκι,
όπως μυρίζει αμπάρι σε παλιό σκαρί
χτισμένο τότε στον Ευφράτη στη Φοινίκη.

Χόρτο ξανθό τρίποδο σκέπει μαντικό.
Κι ένα ποτάμι με ζεστή, λιωμένη πίσσα,
άγριο, ακαταμάχητο, απειλητικό,
ποτίζει τους αμαρτωλούς που σ’ αγαπήσαν.

Rosso romano, πορφυρό της Δαμασκός,
δόξα του κρύσταλλου, κρασί απ τη Σαντορίνη.
Ο ασκός να ρέει, κι ο Απόλλωνας βοσκός
να κολυμπάει τα βέλη του με διοσκορίνη.

Σκουριά πυρόχρωμη στις μίνες του Σινά.
Οι κάβες της Γερακινής και το Στρατόνι.
Το επίχρισμα. Η άγια σκουριά που μας γεννά,
μας τρέφει, τρέφεται από μας, και μας σκοτώνει.

Καντήλι, δισκοπότηρο χρυσό, αρτοφόρι.
'Αγια λαβίδα και ιερή από λαμινάρια.
Μπροστά στη Πύλη δυο δαιμόνοι σπαθοφόροι
και τρεις Αγγέλοι με σπασμένα τα κοντάρια.


        Πούθ’ έρχεσαι; Απ’ τη Βαβυλώνα.
        Πού πας; Στο μάτι του κυκλώνα.
        Ποιαν αγαπάς; Κάποια τσιγγάνα.
        Πώς τη λένε; Φάτα Μοργκάνα.


Πάντα οι κυκλώνες έχουν γυναικείο
όνομα. Εύα από την Κίο.
Η μάγισσα έχει τρεις κόρες στο Αμανάτι
και η τέταρτη είν’ εν’ αγόρι μ’ ένα μάτι.

Ψάρια που πετάν μέσα στην άπνοια,
όστρακα, λυσίκομες κοπέλες,
φίδια της στεριάς και δέντρα σάπια,
άρμπουρα, τιμόνια και προπέλες.

Να ’χαμε το λύχνο του Αλαδίνου
ή το γέρο νάνο απ’ την Καντώνα.
Στείλαμε το σήμα του κινδύνου
πάνω σε άσπρη πέτρα με σφεντόνα.

Δαίμονας γεννά τη νηνεμία.
Ξόρκισε, Allodetta, τ όνομά του.
Λούφαξεν ο δέκτης του ασυρμάτου,
και φυλλομετρά τον καζαμία.

Ο άνεμος κλαίει. Σκυλί στα λυσσιακά του.
Γεια χαρά, στεριά, κι αντίο, μαστέλο.
Γλίστρησε η ψυχή μας από κάτου,
έχει και στην κόλαση μπορντέλο.




Από τη συλλογή «Τραβέρσο», Άγρα, 1990.
(Πρώτη έκδοση: Κέδρος, 1975).


Μαρίζα Κωχ - Fata Morgana
Στίχοι: Νίκος Καββαδίας, Μουσική: Μαρίζα Κωχ
(Σύνθεση video: Αριάδνη Κατζίκα



ΝΙΚΟΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ - ΑΦΙΕΡΩΜΑ
Από την τηλεοπτική σειρά του Τάσου Ψαρρά:
"ΕΠΟΧΕΣ ΚΑΙ ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ"
Πηγή:

Δευτέρα 9 Φεβρουαρίου 2015

Διονύσιος Σολωμός, "Οι Ελεύθεροι Πολιορκημένοι"




Οι Ελεύθεροι Πολιορκημένοι. Από το Γ' Σχεδίασμα
(Αποσπάσματα)

I
Mητέρα, μεγαλόψυχη στον πόνο και στη δόξα,
κι αν στο κρυφό μυστήριο ζουν πάντα τα παιδιά σου
με λογισμό και μ’ όνειρο, τί χάρ’ έχουν τα μάτια,
τα μάτια τούτα, να σ’ ιδούν μες σε πανέρμο δάσος,
που ξάφνου σού τριγύρισε τ’ αθάνατα ποδάρια
(κοίτα) με φύλλα της Λαμπρής, με φύλλα τού Bαϊώνε!
Tο θεϊκό σου πάτημα δεν άκουσα, δεν είδα·
ατάραχη σαν ουρανός μ’ όλα τα κάλλη πόχει,
που μέρη τόσα φαίνονται και μέρη ’ναι κρυμμένα!
Aλλά, Θεά, δεν ημπορώ ν’ ακούσω τη φωνή σου,
κι ευθύς εγώ τ’ ελληνικού κόσμου να τη χαρίσω;
Δόξα ’χ’ η μαύρη πέτρα του και το ξερό χορτάρι.



II
Mες στα χαράματα συχνά, και μες στα μεσημέρια,
και σα θολώσουν τα νερά, και τ’ άστρα σαν πληθύνουν,
ξάφνου σκιρτούν οι ακρογιαλιές, τα πέλαγα κι οι βράχοι.
«Aραπιάς άτι, Γάλλου νους, βόλι Tουρκιάς, τόπ’ Άγγλου!
Πέλαγο μέγα πολεμά, βαρεί το καλυβάκι,
κι αλιά, σε λίγο ξέσκεπα τα λίγα στήθια μένουν!
Aθάνατή ’σαι, που ποτέ, βροντή, δεν ησυχάζεις;».
Στην πλώρη, που σκιρτά, γυρτός, τούτα ’π’ ο ξένος ναύτης.
Δειλιάζουν γύρου τα νησιά, παρακαλούν και κλαίνε,
και με λιβάνια δέχεται και φώτα τον καημό τους
ο σταυροθόλωτος ναός και το φτωχό ξωκλήσι.



VI
Έστησ’ ο Έρωτας χορό με τον ξανθόν Aπρίλη,
κι η φύσις ηύρε την καλή και τη γλυκειά της ώρα,
και μες στη σκιά του φούντωσε και κλει δροσιές και μόσχους
ανάκουστος κιλαϊδισμός και λιποθυμισμένος.
Nερά καθάρια και γλυκά, νερά χαριτωμένα,
χύνονται μες στην άβυσσο τη μοσχοβολισμένη,
και παίρνουνε το μόσχο της, κι αφήνουν τη δροσιά τους,
κι ούλα στον ήλιο δείχνοντας τα πλούτια της πηγής τους,
τρέχουν εδώ, τρέχουν εκεί, και κάνουν σαν αηδόνια.
Έξ’ αναβρύζει κι η ζωή σ’ γη, σ’ ουρανό, σε κύμα.
Aλλά στης λίμνης το νερό, π’ ακίνητό ’ναι κι άσπρο,
ακίνητ’ όπου κι αν ιδείς, και κάτασπρ’ ώς τον πάτο,
με μικρόν ίσκιον άγνωρον έπαιξ’ η πεταλούδα,
που ’χ’ ευωδίσει τσ’ ύπνους της μέσα στον άγριο κρίνο.
―«Aλαφροΐσκιωτε καλέ, για πες απόψε τί ’δες;»
―«Nύχτα γιομάτη θαύματα, νύχτα σπαρμένη μάγια!
Xωρίς ποσώς γης, ουρανός και θάλασσα να πνένε,
ουδ’ όσο κάν’ η μέλισσα κοντά στο λουλουδάκι,
γύρου σε κάτι ατάραχο π’ ασπρίζει μες στη λίμνη,
μονάχο ανακατώθηκε το στρογγυλό φεγγάρι,
κι όμορφη βγαίνει κορασιά ντυμένη με το φως του!».



XII
Kαι βλέπω πέρα τα παιδιά και τες αντρογυναίκες
γύρου στη φλόγα π’ άναψαν, και θλιβερά τη θρέψαν
μ’ αγαπημένα πράματα και με σεμνά κρεβάτια,
ακίνητες, αστέναχτες, δίχως να ρίξουν δάκρυ·
και γγίζ’ η σπίθα τα μαλλιά και τα λιωμένα ρούχα.
Γλήγορα, στάχτη, να φανείς, οι φούχτες να γιομίσουν.

Eίν’ έτοιμα στην άσπονδη πλημύρα των αρμάτων
δρόμο να σχίσουν τα σπαθιά, κι ελεύθεροι να μείνουν
εκείθε με τους αδελφούς, εδώθε με το Xάρο.




(Από τα «Ποιήματα και Πεζά», Στιγμή 1994)
Πηγή: http://www.snhell.gr/anthology/writer.asp?id=47

Παρασκευή 6 Φεβρουαρίου 2015

Αρετή Γκανίδου, "Ελλάδα 2013"




Eλλάδα 2013

                                Στη Μαριάννα

                             η Ελλάδα φθινοπώριασε
                             κι ο κόσμος έξω βουρκωμένο μάτι
                             Οι ομίχλες του με συγκρατούν στην όχθη του
                             περαματάρη των δακρύων σε μάγουλα μαρμάρινα

                             Νοέμβρισαν ωστόσο για τα καλά οι έφηβοι
                             Φέρνουν κρυμμένα στη σιωπή τους τα Χριστούγεννα
                             άηχα
                             Χώρια κουδούνια χώρια το γλωσσίδι τους

                             Κι απ’ τις ζωές που κρέμασαν στις περιφράξεις
                             δίπλα από τη σακούλα σκουπιδιών
                             όρθρος φωνής καινούριας
                             τις νύχτες ξεκλειδώνει τις αυλόπορτες




Τετάρτη 4 Φεβρουαρίου 2015

Ζακ Πρεβέρ, "Πάτερ ημών"




Πάτερ ημών

Πάτερ ημών ο εν τοις ουρανοίς
Μείνε κει
Κι εμείς θα μείνουμε στη γη
Που ’ναι φορές φορές τόσο όμορφη
Με τα Μυστήρια της Νέας Υόρκης της
Και με τα Μυστήρια των Παρισίων της
Αντάξια με τα Μυστήρια της Τριάδας
Με το μικρό κανάλι της στην Ουρκ
Με το μεγάλο σινικό της τείχος
Τον ποταμό της στο Μορλέ
Με τις μέντες του Καμπρέ
Με τον Ειρηνικό της Ωκεανό
Και τις δυο στέρνες του Κεραμεικού
Με τα παιδάκια τα καλά και με τα κωλοπαίδια
Μ’ όλα τα θαύματα του κόσμου
Που ’ναι εδώ
Απλά πάνω στη γη
Χαρισμένα σ’ όλο τον κόσμο
Σκορπισμένα
Μαγεμένα κι αυτά τα ίδια με την ομορφιά τους
Και που δεν τολμούν να τ’ ομολογήσουν
Όπως κορίτσι όμορφο
Που δεν τολμά να δείξει το κορμί του γυμνό
Με τ’ ανυπόφορα κακά του κόσμου
Λεγεώνες ολόκληρες
Με τους λεγεωνάριούς τους
Με τους βασανιστές τους
Με τους αφεντάδες τούτου του κόσμου
Τους αφεντάδες με τους παπάδες τους, τους χαφιέδες
Και τους καραβανάδες τους
Με τις εποχές
Με τα χρόνια
Με τα όμορφα κορίτσια και τους μάπες
Με το σαράκι της μιζέριας που σαπίζει μέσα στ’ ατσάλι
Των κανονιών.


                                          Μετάφραση: Δημήτρης Καλοκύρης


Τρίτη 3 Φεβρουαρίου 2015

Χρήστος Τεμιρτζόγλου, "Μάνα"




Μάνα


Γιατί σαι περήφανη για μένα
ακόμη δεν καταλαβαίνω.
Να είσαι πάντα πρώτη στις κερκίδες
στους πιο δύσκολούς μου αγώνες
και να φωνάζεις τ όνομα μου.
Μα είμαι δειλός, συγχώρεσέ με,
δεν πανηγύρισα ποτέ μαζί σου κάποια νίκη
αλλά στις ήττες ήσουν πάντα δίπλα μου
πολλές φορές και μοναχή σου.
Κ εγώ σ’ αυτές τις καταστάσεις
σε απωθούσα όσο πάει πιο μακριά
κ ύστερα έψαχνα ο βλάκας τη μορφή σου
σε φώναζα μέσα στο άμοιρο κενό,
κ’ εσύ σαν πιστό σκυλί με χαρά δεχόσουν
την τρυφερή και μαλακή αγκαλιά μου.
Είμαι δειλός, τουλάχιστον ήμουν,
δε σου είχα πει ούτε ούτε μια φορά συγγνώμη
κι ας το ένοιωθα βαθιά μέσα μου
πως οφείλω, πως πρέπει να στο πω,
καμιά φορά μόνο τύχαινε να σου το ψιθυρίσω
μη και με ακούσει κάποιος άλλος και ντραπώ,
τώρα αλλάξανε τα πράγματα
δε φοβάμαι ν’ απογυμνωθώ
δε φοβάμαι να πω "σ’ αγαπώ"
γιατί τρομάζω στη σκέψη πως κάποια μέρα
θα φύγεις και δε θα μου χαμογελάς.




Το ποίημα "Μάνα" του Χρήστου Τεμιρτζόγλου είναι από τη συλλογή
"Παλέτα συναισθημάτων" του 1ου Γ. Ε. Λυκείου Βέροιας.

Παρασκευή 30 Ιανουαρίου 2015

Παύλος Παρασκευαΐδης, "Κική"




Κική

Η Κική γέννησε. Ίσως η πιο ευτυχισμένη μέρα της ζωής της. Γεμάτη χαρά τώρα που  έγινε μητέρα. Από μικρή όταν έπαιζε με τις κούκλες αυτό έκανε. Τη μάνα παρίστανε. Και τώρα είναι. Επιτέλους έγινε. Ο Γιώργος καταφθάνει στην Κλινική με τ’ αγαπημένα λουλούδια της Κικής. Μπαίνει μέσα ζωγραφιστό χαμόγελο αγκαλιάζει την Κική η πόρτα κλείνει το ζευγάρι μόνο. Αλλά κάνε ησυχία επειδή το μωρό κοιμάται. Είναι τυλιγμένο και μόνο το κεφαλάκι του φαίνεται. Το κοιτάνε μαζί την αγκαλιάζει και γεμίζουν περηφάνια οι γονείς. Κοιμάται. Τελικά σε ποιον απ’ τους δύο μοιάζει; Είναι μικρούλι ακόμη. Άλλωστε αυτό δεν έχει σημασία. Σημασία έχει ότι επιτέλους γίνανε γονείς. Κοιτάει το μωρό τριγύρω αντικρίζοντας τον κόσμο στην πρώτη του ματιά. Είναι περήφανοι γιατί είναι το πρώτο τους παιδί. Ανοίγει τα γατίσια μάτια του και οι γονείς παραληρούν. Αχ κοίτα το! Τι όμορφο, τι γλυκούλι! Αχ το μωρό μου! Που είσαι βρε; Τζα; Να ο μπαμπάς είναι, κοίτα τον μπαμπά σου. Και το γατί κοιτάει γεμάτο περιέργεια. Το χαϊδεύει η μάνα του. Ξαφνικά πετάγεται το γατί γρατζουνάει το μπαμπά στο πρόσωπο φεύγει από το μισάνοιχτο παράθυρο. Εξαφανίστηκε. Μη φοβάσαι Κική το μωρό μας θα γυρίσει. Μετά από τρεις ώρες επιστρέφει το γατί μ’ έναν ποντικό στο στόμα ξεσκίζοντας τις σάρκες του. Τον καταβροχθίζει λαίμαργα. Βρε έλα εδώ στη μαμά και στον μπαμπά. Έρχεται και κουλουριάζεται στην αγκαλιά της μάνας του. Μπαίνει η μαία και τους συγχαίρει. Όλα καλά με το μωρό; ρωτάει. Μόλις έφαγε έναν μεγάλο ποντικό χορτάτο είναι. Να σας ζήσει και πάλι ότι με χρειαστείτε εδώ είμαι. Φεύγει. Και ρωτάει ο Γιώργος μα πως θα είναι εδώ αφού έφυγε. Κύλησαν τα χρόνια κι έφτασε η πρώτη μέρα στο σχολείο. Μαμάδες και μπαμπάδες με τα γατιά τους προσέρχονται σε λίγο ο αγιασμός. Υπάρχει μια επισημότητα στη συμπεριφορά όλων καθώς η πολυπόθητη μέρα έφτασε. Διαβάζει η Διευθύντρια του Σχολείου τον χαιρετισμό του Υπουργού: Επιτέλους μετά από τόσες και τόσες γενιές καταφέραμε να φτάσουμε την ανθρωπότητα εκεί που θέλαμε. Αφαιρέσαμε κάθε είδους κριτική σκέψη και φαντασία έτσι που απέμειναν μονάχα τα ένστικτα. Ζούμε μεγάλες στιγμές της ανθρωπότητας. Όπως καταλαβαίνετε δεν υπάρχει καν λόγος για σχολεία. Ξαναγυρίστε στα σπίτια σας με τα μονάκριβα τέκνα σας, χαρείτε τους μισθούς σας, άλλωστε είστε οι τελευταίοι που τους λαμβάνετε κι αφεθείτε στις υπέροχες κυβερνητικές μας υπηρεσίες. Όσα ξέρατε ξεχάστε τα. Το μέλλον το αλλάξαμε. Καλή σας μέρα τα σχολεία κλείνουν άπαξ και δια παντός. Την ευχή της κυβέρνησης να έχετε τώρα που αλλάζει σελίδα η Ιστορία.




Η εικόνα είναι από την ηλ. διεύθυνση:
http://robot6.comicbookresources.com/2014/01/gerard-way-teases-cat-comic-all-ages/

Τετάρτη 28 Ιανουαρίου 2015

Άγγελος Καλογερόπουλος, "Ο ξένος"




Ο ΞΕΝΟΣ

Κατέβηκε π τν γάιδαρό του
– πόσον καιρ εχα ν δ γαϊδούρι –
Κοίταξε λίγο στν πλαγι τ μαζεμένα πρόβατα.

Χάραζε σιγά-σιγ να κόκκινο φς

Φωτίζανε κερι κα πολυέλαιοι στ πρόσωπό του
ποτυπώματα χειλιν κα δαχτυλις στ τζάμι –
Δυ χέρια πο ψώνουν τ ψωμ
Κι να μαχαίρι
Λίγο ζεστ νερ πο ραιώνει τ κρασ
Κα έρας

νέβαιναν θυμιάματα ψηλά.

μειναν λίγα τρίμματα στ χούφτα του
Τ ατοκίνητα κατέβαιναν σιγά-σιγ στν κόσμο
Κι ατς νέβηκε ξαν στν γάιδαρό του
Κοίταξε πάλι στν πλαγι τ μαζεμένα πρόβατα

Κα πήγαινε

Κα πήγαινε ψηλ μές στν μίχλη.




Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Νέα Ευθύνη, τχ 10, Μάρτιος-Απρίλιος 2012

Πηγή φωτογραφίας: https://komianos.wordpress.com/