Τετάρτη, 27 Ιουνίου 2018

Τάκης Σινόπουλος, "Μεταίχμιο"





                                          ΕΛΠΗΝΩΡ


                                                                        Eλπήνορ, πώς ήλθες...
                                                                                 OMHPOΣ


Τοπίο θανάτου. Η πετρωμένη θάλασσα τα μαύρα κυπαρίσσια
το χαμηλό ακρογιάλι ρημαγμένο από τ’ αλάτι και το φως
τα κούφια βράχια ο αδυσώπητος ήλιος απάνω
και μήτε κύλισμα νερού μήτε πουλιού φτερούγα
μονάχα απέραντη αρυτίδωτη πηχτή σιγή.


Ήταν κάποιος από τη συνοδεία που τον αντίκρισε
όχι ο πιο γέροντας: Κοιτάχτε ο Ελπήνωρ πρέπει νά’ναι εκείνος.
Εστρίψαμε τα μάτια γρήγορα. Παράξενο πώς θυμηθήκαμε
αφού είχε η μνήμη ξεραθεί σαν ποταμιά το καλοκαίρι.
Ήταν αυτός ο Ελπήνωρ πράγματι στα μαύρα κυπαρίσσια
τυφλός από τον ήλιο και τους στοχασμούς
σκαλίζοντας την άμμο μ’ ακρωτηριασμένα δάχτυλα.
Και τότε τον εφώναξα με μια χαρούμενη φωνή: Ελπήνορα
Ελπήνορα πώς βρέθηκες ξάφνου σ’ αυτή τη χώρα;
είχες τελειώσει με το μαύρο σίδερο μπηγμένο στα πλευρά
τον περσινό χειμώνα κι είδαμε στα χείλη σου το αίμα πηχτό
καθώς εστέγνωνε η καρδιά σου δίπλα στου σκαρμού το ξύλο.
Μ’ ένα κουπί σπασμένο σε φυτέψανε στην άκρη του γιαλού
ν’ ακούς τ’ ανέμου το μουρμούρισμα το ρόχθο της θαλάσσης.
Τώρα πώς είσαι τόσο ζωντανός; Πώς βρέθηκες σ’ αυτή τη χώρα
τυφλός από την πίκρα και τους στοχασμούς;

Δε γύρισε να ιδεί. Δεν άκουσε. Kαι τότε πάλι εφώναξα
βαθιά τρομάζοντας: Eλπήνορα που’χες λαγού μαλλί
για φυλαχτάρι κρεμασμένο στο λαιμό σου Eλπήνορα
χαμένε στις απέραντες παράγραφους της ιστορίας
εγώ σε κράζω και σα σπήλαιο αντιλαλούν τα στήθια μου
πώς ήρθες φίλε αλλοτινέ πώς μπόρεσες
να φτάσεις το κατάμαυρο καράβι που μας φέρνει
περιπλανώμενους νεκρούς κάτω απ’ τον ήλιον αποκρίσου
αν η καρδιά σου επιθυμεί μαζί μας νά’ρθεις αποκρίσου.

Δε γύρισε να ιδεί. Δεν άκουσε. Ξανάδεσε η σιωπή τριγύρω.
Το φως σκάβοντας ακατάπαυστα βαθούλωνε τη γη.
Η θάλασσα τα κυπαρίσσια τ΄ ακρογιάλι πετρωμένα
σ’ ακινησία θανατερή. Και μόνο αυτός ο Ελπήνωρ
που τον γυρεύαμε με τόση επιμονή μες στα παλιά χειρόγραφα
τυραννισμένος απ’ την πίκρα της παντοτινής του μοναξιάς
με τον ήλιο να πέφτει στα κενά των στοχασμών του
σκαλίζοντας τυφλός την άμμο μ’ ακρωτηριασμένα δάχτυλα
σαν όραμα έφευγε και χάνονταν αργά
στον αδειανό χωρίς φτερά χωρίς ηχώ γαλάζιο αιθέρα.





                                          ΕΛΕΝΗ


Οι πυρετοί κι οι παραισθήσεις μ’ έφεραν εδώ
με τούτη την πληγή που δείχνει τη δολοφονία.
Το χαοτικό λαχάνιασμα του χρόνου στο αίμα μου
προμήναγε την αλλαγή μα η αλλαγή δεν ήρθε.
Κι έτσι με τράβαγε η σκοτεινή μου υπόσταση
στη συνοικία που είχε άλλο πρόσωπο στο ημίφως.
Κι η νύχτα η πιο φριχτή που γνώρισα ως τα σήμερα
γιομάτη από ρωγμές που κόβανε τα χέρια μου
σκέπαζε την εφήμερη όψη των πραγμάτων
κι άγγιζε το φανταστικό.
Κι όπως αγωνιζόμουνα για ν’ αποχτήσω εκείνο το Ένα
το Ένα μονάχα Σώμα που με τυραννούσε μες στον πυρετό μου
και μ’ έκαιγε χωρίς να δίνει καν τη γεύση της ακολασίας
ήρθε η ακατονόμαστη βροχή που στάλαζε βαθιά
μέσα στα οστά.
                             Άνοιξε τότε η θύρα
κι εμπήκε εκείνος που δεν τον περίμενα ποτέ τόσο νωρίς
με μούτρο καταδότη ή δολοφόνου. Ο πυροβολισμός
χτύπησε απότομα μες στην κραυγή.
                                                                    Μα εκείνο το Ένα
το Ένα μονάχα Σώμα πώς να τ’ αποχτήσω τώρα
που δε γυρεύει μήτε την πιο αβέβαιη Δικαιοσύνη;





                                          ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ


Φτάσαμε εδώ. Τα μάτια μας
δεν είδανε ποτέ μια θάλασσα τόσο στεγνή.
Κι εκείνοι που τη γνώριζαν και τη χειροκροτούσαν
τώρα την αντικρίζουνε με μια αδιαφορία παράξενη
μήτε νεκροί μήτε και ζωντανοί.

Τα περιστέρια φύγανε δεν άφησαν αχνάρια.
Ωστόσο θυμηθήκαμε το δρόμο που διαβήκανε
γιομάτον πρόσωπα λευκά
μες στα περάσματα τ’ αγέρα.

Τα όνειρα μάς κοιτάνε καθώς τα κοιτάζουμε.
Ξαναγυρνάνε και μας βασανίζουν οι ήχοι.
Πίσω απ’ τα βράχια πάει καιρός που ακούσαμε
την τελευταία κραυγή.

Οι φίλοι μας κι οι φίλοι σας
ξυπνήσανε και μας χαιρέτησαν.
Δεν τους πιστέψαμε ποτέ όσο βάσταγαν
ένα άλλο νόμισμα
κι όλο χαμογελούσαν.





                                          ΤΟΠΙΟ


Βράχια γυμνά χτυπάς δεν αντηχεί νερό.
Ένα χωνί μονάχα ανοίγει από τον άνεμο.
Χώμα πιο χαμηλά και φως σε χρώμα χρυσαφί.
Πιο πάνω το χαμένο δάσος που γυρεύαμε
πιο κάτω οι γέφυρες στεγνές τα κυπαρίσσια
χωμένα μες στον ασβεστόλιθο.
                                                          Άσπρο σε μαύρο.

Πάμε μαζί μονάχα με τη διψασμένη αφή
μέσα στο βαθύ πράσινο πιο πέρα μελανί
γυαλιστερό πηγμένο αλάτι πάμε εκεί
που η βλάστηση φαρμακερή μαυρίζει.
Ο άνεμος τύραννος τη μέρα και τη νύχτα τύραννος
τρίβεται με το φως σκάβει ακατάπαυστα.
Πάμε μαζί. Πιο κάτω θα φωνάξουμε
και θα ξυπνήσουμε γυμνοί και θα’ναι
κύκνοι και αγριοπερίστερα
στην άσπρη μέρα.





Από τη συλλογή «Μεταίχμιο», (1951), που περιλαμβάνεται στην συγκεντρωτική έκδοση «Τάκης Σινόπουλος, Συλλογή Ι [1951-1964]», εκδ. Ερμής, β΄ ανατύπωση, 1990.

Στην εικόνα: Προσωπογραφία του Τάκη Σινόπουλου από τον Ν.Γ. Πεντζίκη.
[Πηγή: Αλέξανδρος Αργυρίου (επιμ.), Η ελληνική ποίηση. Ανθολογία. Γραμματολογία, τ. 5. Η πρώτη μεταπολεμική γενιά, Αθήνα, Εκδόσεις Σοκόλη 1990, σ. 157.
Η Πύλη για την Ελληνική Γλώσσα - http://www.greek-language.gr/ ]