Παρασκευή 23 Ιουλίου 2021

Ηλίας Τσέχος, "Τα Ηλικιωμένα Ανήλικα"





Τα λέμε με τον Πέτρο Τσερκέζη
Ο ουρανός κερί
Απόντες οι δικοί
Ντυνόμαστε φτερά
Λύπη χελιδονιών
Ο Μάης δυσκολεύεται
Στη σκονισμένη στράτα
Η χλόη πατημένη
Γκρεμιστή ω! Καπιταλισμένη
Φοράμε μάσκες
Ο ουρανός γουρλώνει
Μαράθηκαν τριαντάφυλλα
Κλαίνε αυλές απώλειες
Ο Μάης βλέμμα άχαρο
Χάρος δρεπανηφόρος
Να τραγουδά αόρατη αρβύλα
Στερνός άστοργος σκοπός
Αράχνη παγιδεύοντας τον χρόνο
Αγχόνη αιωρούμενη
Συχνά επισκέπτες πηγών
Τραπεζομάντιλα και τρομαγμένα
Να λείπουν οικοδέσποινες αγάπης
Στόματα ανόρεχτα φυλακισμένα
Φιλί την πλάτη να γυρίζει
Φεγγάρι ανάποδα να
Τραγουδά τα έρημα
Της μοναξιάς την πίκρα
Να τρίζει άνθρωπος
Οι μαργαριταρένιες αμαρτίες
Μάτι δεν κλείσαν
Να θέλει η αλήθεια τη ζωή
Κι αυτή τον θάνατο
Πώς πετάνε οι ψυχές χωρίς αντίο!





Από τα "Τέσσερα Ποιήματα στην Ποντιακή και στη νεοελληνική"


Το όχι κι εν αμόν το ναι
Ντο γεραλίν εν η παρά
Η πίκραν τρώει καρδίας
Ατοίν μερ κι έχνε ψυν’
Ας χάντανε βραδίας
Επήρες στράταν και στρατίν
Σύνορα ένταν ούλε
Άλλο οπίσ’ κι κλώσκεσαι
Άλλο μπροστά κι πάω
Έρθαν και πήγαν τ’ αναγκάς
Έρουξαν μαύρε δάκρε
Νουνιείς ζουλίεις βουρλιείς
Κι πίασαμε τ’ άκρε
Για τ’ άτο λέγω σε ζωή
Έλα να ζούμε αντάμαν
Το όχι κι εν αμόν το ναι
Έλα και φύγον θάμαν
Απάντημαν κι έλαβα
Πώς κάγουμαι καρβούν’
Οψέ ζωήν, σήμερον θάνατον
Πάω κοιμούμαι Αμάραντον
 
 
 
(απόδοση στα νεοελληνικά)
 
Το όχι δεν είναι σαν το ναι
Πληγή είναι ο παράς
Η πίκρα κατατρώει
Όσα δεν έχουνε ψυχή
Ας γίνουνε ρολόι
Πήρες τη στράτα το στρατί
Σύνορα είναι όλα
Πίσω πια δεν γυρνάς
Μπροστά πια πώς να πας
Έρχονται πάνε οι χαρές
Αφήνουν μαύρα δάκρυα
Σκέπτεσαι λιώνεις βρέχεσαι
Δεν δένεσαι στα άκρια
Γι’ αυτό ζωή σου λέω
Έλα να ζήσουμε μαζί
Το όχι δεν είναι σαν το ναι
Έλα και φύγε μια στιγμή
Απάντημα δεν έλαβα
Πως καίγομαι καρβούνι
Εχθές ζωή σήμερα θάνατο
Πάω κοιμάμαι αμάραντο





Όλα με ρίχνουν πάλη
Και πρώτος καίγομαι
Και έτσι καίω
Από τις χαμηλές ως τις ψηλές κορφές
Τ’ ατέλειωτο κακό του Κόσμου
Γιατί κουράστηκα
Να ζουν οι στάχτες
Άλλες εδώ άλλες εκεί
Πάντα φραχτές
Στο Βέρμιο σαν χιόνι
Και όσα αγκάλιασα δεν φτάνουν
Και όσα θέλω δεν προφτάνουν
Περάσαμε κι εμείς μία φορά





Χωρίς Βωμό
Πίνει νερό το χύνει
Κερνά χιονάκι παγωτό
Δεν έχει ιδέα απ’ άνθη
Και άνθρωπους η Άνοιξη
Έχει τσουβάλια άνθια
Διαλέγει να τα μοιραστεί
Και να μετράει πάθια





Βάρδιες Βουνών
Μαζεύοντας και τρώγοντας
Κομμάτια Κόσμου
Δικά μου χρόνια αφαιρώ
Στο σύμπαν επιστρέφοντας
Στα έργα των σπουδαίων
Η γη είναι που με σημάδεψε
Του πλήθους η κακία
Ούτε θεά μια θέα
Να με μεταμορφώσει
Σε αγέραστον





Από τη συλλογή «Τα Ηλικιωμένα Ανήλικα», εκδ. Φεγγίτης, 2020.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου