Πέμπτη, 7 Ιανουαρίου 2016

Ιγνάτης Χουβαρδάς, "Η μυστική πηγή"



(Wassily Kandinsky, "In The Black Circle", 1923)



Η μυστική πηγή

(απόσπασμα)

Στον Βασίλη Δασκαλάκη


Ήταν πλέον Οκτώβριος κι ο Μιχάλης συνέχιζε να πηγαίνει μόνος του στο "δούναβη", όχι πλέον τις νύχτες, αλλά τα απογεύματα. Καθόταν μόνος μέσα στην αγκαλιά των δέντρων και κοιτούσε το ποτάμι να κυλάει, λίγα χιλιόμετρα έξω από την επαρχιακή πόλη όπου ζούσε. Τα φύλλα των δέντρων κιτρίνιζαν, οι θάμνοι συρρικνώνονταν, πολλά λουλούδια είχαν μαραθεί. Πολλές φορές πήγαινε στον εξωτερικό τοίχο του εγκαταλειμμένου εργοστασίου που συνόρευε με το καταφύγιό του και με μια ρακέτα του τένις πετούσε ένα μπαλάκι στον τοίχο και μάθαινε να επιστρέφει την μπάλα, με ρυθμό. Ήταν μια ενασχόληση που τον χαλάρωνε, ένα παιχνίδι που τον ευχαριστούσε. Όταν πλησίαζε το σούρουπο, αυτό το μεθυστικό μπουκέτο από χρώματα στον ουρανό τον αιχμαλώτιζε, το βλέμμα και η ψυχή του αποκτούσαν μια ρευστότητα, η ανάμνηση της Λένας εξαϋλωνόταν σε μορφές άλλων γυναικών, οι περισσότερες χαμένες στο πηγάδι του χρόνου. Τον επισκέπτονταν νοερά και οι συγγενείς του, οι περισσότεροι να έχουν φύγει από τη ζωή, σκιές που του μιλούσαν, του εξέφραζαν παράπονα πως ήταν απών στις τελευταίες στιγμές τους. Ήταν αυτή η μοίρα του εμιγκρέ που κουβαλούσε ο Μιχάλης, να ζει μακριά από την πόλη που γεννήθηκε, τη Βέροια και μακριά από την πόλη της εφηβείας, τη Θεσσαλονίκη. Οι δικοί του άνθρωποι εγκατέλειπαν τα εγκόσμια και συνήθως ο Μιχάλης έλειπε από το ξόδι τους, ο κατάλογος ζώντων και τεθνεώτων άλλαζε κι αυτό που όριζε τον Μιχάλη, το παρελθόν του, ήταν αποκομμένο από τον ίδιο. Αυτή η αίσθηση ξεκινούσε σαν ενοχή, έπειτα γινόταν ορφάνια, τέλος μια αναζήτηση ταυτότητας.

Το ποταμάκι που κυλούσε παράμερα το αποκαλούσε "δούναβη" γιατί από μικρός είχε μια αγάπη για τον αληθινό Δούναβη, έναν θαυμασμό και μια εμμονή. Θεωρούσε ότι αυτό το θεϊκό ποτάμι στην καρδιά της Ευρώπης τον συντρόφευε μονίμως, όταν ήταν παιδί τον γοήτευε η ίδια η λέξη "δούναβης", ύστερα οι επιβλητικές εικόνες από το ποτάμι που έβλεπε σε έντυπα, κι όσο περνούσε ο καιρός, είχε φτάσει στο σημείο να εμπλουτίζει από μόνος του το γενεαλογικό του δέντρο με προγόνους από τις παραδουνάβιες ηγεμονίες κι ήταν σίγουρος πως κάποτε θα αποδειχθεί ότι κάποιος μακρινός πρόγονος ήταν από εκείνα τα μέρη.

Στις πιο μικρές μοναχικές του ώρες, έβρισκε παρηγοριά στη συντροφιά αυτού του αληθινού Δούναβη, τον άκουγε να κυλά δίπλα του, ο ίδιος ένιωθε να είναι ένα ποταμόπλοιο με τσιγγάνικα βιολιά κι ύστερα να είναι ένα μοναχικό χωριό με τα μάτια στραμμένα μόνιμα στα σκοτεινά και βελούδινα νερά, γινόταν ένα με τους δρόμους του χωριού, με τους αυλόγυρους, τις μορφές των ανθρώπων μέσα και έξω από τα σπίτια, ένα γηπεδάκι ποδοσφαίρου, μια μικρή εκκλησία, ένα πάρκο, μοναχικά βήματα που καταλήγουν στο νερό, το ζωντανό δάσος πάνω από τα σπίτια, ερωτικά ειδύλλια που ντύνονται την αντανάκλαση του σκοτεινού νερού κι ένα βήμα που κινείται, που έχει κοντό μαλλί, βλέμμα από βανίλια και μέντα, ένα βήμα που συνέχεια το παρακολουθεί, πότε στους δρόμους, πότε στο εσωτερικό του σπιτιού, πότε δίπλα στο νερό, ένα βλέμμα κοριτσιού που νιώθει ο Μιχάλης ότι αναζητάει το δικό του βλέμμα. Έμοιαζε με παραμύθι αυτό που έστηνε ο Μιχάλης μέσα του, ένα παραμύθι όμως στο οποίο πίστευε αληθινά, ζούσε μέσα του, ήταν κάτοικος μέσα σε αυτό το παραμύθι, όταν ένιωθε λυπημένος έβρισκε παρηγοριά σε αυτή την εικόνα, ο αληθινός Δούναβης τον χάιδευε και τον συντρόφευε κι ήταν πεπεισμένος ότι κάποτε θα εμφανιστεί μπροστά του . Ήταν ένα ταξίδι που το χρωστούσε στον εαυτό του, το πρώτο που θα έκανε στο εξωτερικό.

Τις τελευταίες μέρες, τώρα που η Λένα τον έδιωξε πραγματικά, ο Μιχάλης καμιά φορά μπερδευόταν κι άλλαζε το όνομα στο ποταμάκι κι από "δούναβη" το αποκαλούσε "μπαρμπούτα", το όνομα μιας εβραϊκής συνοικίας στη Βέροια, όπου κυλά επιβλητικά ένα ποτάμι που λέγεται Τριπόταμος, στο πιο υποβλητικό τμήμα της πόλης, με σπίτια γερασμένα και βουτηγμένα στην υγρασία ενός μυθικού παρελθόντος. Το ακούραστο βογγητό από το ποτάμι, να τον ακολουθεί συνέχεια δίπλα στο δίπατο σπίτι που ζούσε με τους γονείς και την αδελφή του, αυτό το κρυστάλλινο γοερό κελάρυσμα που γινόταν πιο δυνατό την ώρα που ξάπλωνε για να κοιμηθεί και συνόδευε τα όνειρά του. Αυτό το αέναο νερό που έτρεχε και τώρα τρέχει και θα τρέχει, με τις πηγές ολόγυρα να προσφέρουν λαγαρό και δροσερό αγίασμα για να εξαγνίσεις τα σωθικά σου. Κι ο ήχος της καμπάνας από την κοντινή εκκλησία κι οι ψαλμοί για κάθε άγιο που γιόρταζε κάθε φορά, να ζωντανεύουν τα πρόσωπα πίσω από τα κεριά, το ημίφως από βλέμματα και βήματα και θαύματα, καλόγεροι και οστεώδη πρόσωπα και άγγελοι και ιερές λέξεις στα βάθη της ψυχής. Κι ύστερα στα νότια της πόλης, η θέα του κάμπου σαν υπαινιγμός της θάλασσας, μια διαρκής υπενθύμιση για αυτό που λείπει κι είναι διαρκώς παρόν.

Η Μπαρμπούτα λοιπόν κι έπειτα ο Δούναβης και το ερωτηματικό της θάλασσας κι όσο κυλούσαν τα χρόνια, ο Μιχάλης γινόταν ένας ραβδοσκόπος μυστικών πηγών. Όπως και τώρα, αυτό σκεφτόταν ο Μιχάλης, να ψάξει και να βρει τη μυστική πηγή, να σκάψει και να αναβλύσει το ιερό νερό, εδώ είναι το θέμα, να ανακαλύψει τον τρόπο, το μέρος. Ήταν Οκτώβριος κι έδινε διορία στον εαυτό του μέχρι τον ερχόμενο Απρίλιο, να καταφέρει να βρεί την πηγή, να είναι Μάιος κι οι ερωτευμένες ψυχές να βγαίνουν στους δρόμους μέσα στις ευωδιές της φύσης, όλα να είναι ανυπόφορα ερωτικά, τη Λένα να τη βλέπει να είναι με τον καινούριο της φίλο, να χαμογελά, να χαίρεται, να αδιαφορεί για την ύπαρξη του Μιχάλη κι ο Μιχάλης να μη την έχει ανάγκη, να έχει φροντίσει να βρει το ιερό νερό, τη μυστική πηγή, να είναι τόσο δυνατός που πια να μη την έχει ανάγκη.


Ιγνάτης Χουβαρδάς


(Πρώτη δημοσίευση)