Κυριακή, 17 Ιανουαρίου 2016

Κώστας Στεργιόπουλος, "Ποιήματα"



…Θ’ αφήσω πάλι την ελπίδα να περάσει μέσα από «κεφαλή βελόνης».
Κώστας Στεργιόπουλος (1926-2016)


Παιδί Δημοτικού όταν διάβαινα, κάθε βδομάδα, την πόρτα στο σπίτι των Στεργιόπουλων. Δασκάλες μου, η γυναίκα και η κόρη του Κώστα Στεργιόπουλου, στο πιάνο και τα αγγλικά.
Η συρόμενη πόρτα του γραφείου σχεδόν πάντα κλειστή κι ο Στεργιόπουλος μέσα να εργάζεται σε απόλυτη σιωπή. Ευγενικός, καλοσυνάτος κι απόμακρος. Στο γραφείο του δεν συγκρατώ στη μνήμη μου να μπήκα πάνω από μία φορά όλη κι όλη.
Όμως στην κάμαρη, στην πλευρά που αυτός κοιμόταν, την αριστερή, υπήρχε ένα κομοδίνο.
Εκεί πάνω υπήρχε το αντικείμενο του πόθου μου...


Μικρά, τόσο δα μικρά, μολυβάκια, καλοξυσμένα πάντα κι ακουμπισμένα τακτικά.
Τα βράδια, ξυπνούσε ο Στεργιόπουλος. Με τα απομεινάρια αυτά κρατούσε στο χαρτί μες στο σκοτάδι τους στίχους να μη του ξεφύγουν. Τα ήθελα μα με απόπαιρνε η δασκάλα μου: «άστα, θα τα ψάχνει ο Στεργιόπουλος και θα φωνάζει αν δεν τα βρει», ώσπου μία μέρα ήρθε και μου χάρισε μία χούφτα από αυτά.

Κλεοπάτρα Χαρίτου


Ποιήματα


Ο Άγνωστος

Στα σκοτεινά έγκατά μας κατοικεί
κάποιος που το κλειδί κρατάει της ύπαρξής μας,
χαμένος πάντα, μοναχός κι ανεξιχνίαστος,
με μνήμη πιο παλιά απ’ τον κόσμο, φορτωμένος
με τις πληγές μας όλες και τις τύψεις μας.

Θλιμμένος, περιπαιχτικός ή και χαρούμενος,
αόρατος μας κυβερνά:
δέχεται απ’ έξω τον αντίχτυπο
και δίνει την απάντηση.
Τα παρελθόντα μας θυμίζει
και τα μέλλοντα μας προμηνά.

Κάποτε, ωστόσο, μας αφήνει ανυποψίαστους.
Κι εκεί που ανίδεοι σχεδιάζουμε νέες εξορμήσεις,
εκείνος γέρνει πια κατάκοπος, έχει νυστάξει
κι είν’ έτοιμος ν’ αποδημήσει, αδιαφορώντας
για τα δικά μας τα εφήμερα επίγεια σχέδια.


Από τη συλλογή «Η σκιά και το φως» (1960)




Τα πράγματα

Τα πράγματα παλιώνουνε πριν από μας,
τα έπιπλα και τα παλιά μας σπίτια.
Κι αν ζούνε πιο πολύ, ζούνε νεκρά.

(Αν είχαμε μείνει ακόμα εκεί,
θα ’χαμε πλακωθεί κάτω απ’ τα ερείπια.)

Πριν από μας παλιώνουν και γερνούν.
Δεν είναι σαν τα δέντρα, που ανα-
        πνέουν με τα φύλλα τους
και σπρώχνουνε βαθιά τις ρίζες.

Τα πράγματα παλιώνουν και ερειπώνονται.
Μένουν ακίνητα, γιαυτό πεθαίνουν.


Από τη συλλογή «Το χάραμα του μύθου» (1963)




Παραμορφωτικοί καθρέφτες

Όπως μπαίνεις και προχωρείς στην αίθουσα,
σαρπάζουν οι καθρέφτες
και σου τραβούν τη μύτη και τ αφτιά.

Σου χώνουν το κεφάλι μες στους ώμους,
σου παίρνουν το κεφάλι από τους ώμους.
μακραίνεις και μικραίνεις ετοιμόρροπος
στην κορυφή δυο ξύλινων ποδιών.

Κάποια στιγμή, καθώς σαλεύεις,
        χάνεσαι.
Ξαφνιάζεσαι, γυρνάς και πας να φύγεις.
Μα τότε το άλλο σου είδωλο,
τεράστιο, εκτρωματικό έρχεται
       καταπάνω σου.

Σώνεσαι κλείνοντας τα μάτια.


Από τη συλλογή «Ο κίνδυνος» (1965, νέα έκδοση συμπληρωμένη 1972)




Οι μεταμορφώσεις του ειδώλου

ΙΙ

Αν φυσούσα πάνω σε ξερά φρύγανα,
θα ’πιαναν φωτιά.

Από ποιες άφαντες ραγισματιές γλίστρησες μέσα μου,
κι είμαι όπως τρέμουν τα λουλούδια και τα φύλλα,
όταν περνάει ο αέρας;

Σε ποιες υπόγειες κρύπτες ρίζωσες έτσι βαθιά
κι ολόκληρο με κατακλύζεις,
πάνω απ’ όσο μπορώ και πάνω απ’ όσο θέλω;

Σαν αύρα ξαφνική σ ακύμαντα νερά,
με διαπερνάς και με διατρέχεις.
Με δυναστεύεις κάθετα και καταλυτικά.

Το σώμα μου πάνω στο σώμα σου
η ψυχή σου πάνω στην ψυχή μου.

Αν με φωνάξεις,
κι αν ακόμα έχω πεθάνει,
θ’ αναστηθώ.


Από τη συλλογή «Ο ήλιος του μεσονυκτίου», 1991





Ο Κώστας Στεργιόπουλος γεννήθηκε στην Αθήνα το 1926. Σπούδασε Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και εκπόνησε διδακτορική διατριβή στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.
Εργάστηκε στη δημόσια και ιδιωτική Εκπαίδευση και δίδαξε στη Σχολή Κινηματογράφου και Θεάτρου του Λ. Σταυράκου. Εργάστηκε ως λέκτορας στην έδρα Νεοελληνικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών (1966-1969), έως ότου καταργήθηκε ο θεσμός των λεκτόρων. Αμέσως μετά εργάστηκε ως βοηθός στο Σπουδαστήριο Βυζαντινής και Νεοελληνικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, (1969-1972), αλλά παύτηκε από τη Χούντα. Τέλος, υπηρέτησε ως καθηγητής Νεοελληνικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων από το 1974 ως το 1984, και αποχώρησε με εθελουσία έξοδο. Το 1986 αναγορεύτηκε ομότιμος καθηγητής στο πανεπιστήμιο Ιωαννίνων.
Πρωτοεμφανίστηκε στο χώρο της νεοελληνικής λογοτεχνίας από τις στήλες της Νέας Εστίας το 1943 και το 1949 δημοσίευσε την πρώτη του ποιητική συλλογή, Χινοπωρινά. Ακολούθησε μια πλούσια ποιητική, πεζογραφική, δοκιμιακή και φιλολογική παραγωγή. Το έργο του Κώστα Στεργιόπουλου εντάσσεται στο γενικότερο ρεύμα ανανέωσης του συμβολισμού και κύρια χαρακτηριστικά του είναι η ελεγχόμενη συγκίνηση και η στοχαστική διάθεση, που εκφραστικά υλοποιούνται με ιδιαίτερα λιτά μέσα.
Συνεργάστηκε ως κριτικός της λογοτεχνίας με τα περιοδικά Ξεκίνημα (1946-1947) και Εποχές (1963-1967) και με την εφημερίδα Νίκη (1962-1963).
Αναφέρουμε ενδεικτικά τις ποιητικές συλλογές του Τα τοπία του φεγγαριού, Η σκιά και το φως, Το χάραμα του μύθου, Ο κίνδυνος, Τα τοπία του ήλιου, Έκλειψη, Αλλαγή φωτισμού.
Πρέπει να σημειώσουμε επίσης τη σημαντική συμβολή του στη μελέτη της νεοελληνικής γραμματείας, με κριτικά έργα και μελετήματα, όπως Ο Τέλλος Άγρας και το πνεύμα της παρακμής, Από το συμβολισμό στη Νέα ποίηση, Οι επιδράσεις στο έργο του Καρυωτάκη, Από τον Κάλβο στον Παπατσώνη κ.ά.
Τιμήθηκε με το Β' Κρατικό Βραβείο Ποίησης 1961, το Α' Κρατικό Βραβείο Κριτικής Μελέτης Δοκιμίου 1974, το Βραβείο Κριτικής Μελέτης της "Ομάδας των 12" του 1963 και το Α' Κρατικό Βραβείο Ποίησης 1993. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων και της Ελληνικής Εταιρείας Γενικής και Συγκριτικής Γραμματολογίας.
Έργα του έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά, γαλλικά, πολωνικά, ιταλικά και σουηδικά.
Το σημαντικότερο μέρος του φιλολογικού έργου του περιλαμβάνεται στους έξι τόμους με γενικό τίτλο Περιδιαβάζοντας.


Το αφιέρωμα στον Κώστα Στεργιόπουλο, ύστατο χαίρε για τον πρόσφατο θάνατό του στις 11-1-2016.
Πρόλογος, επιμέλεια: Κλεοπάτρα Χαρίτου