Δευτέρα, 21 Δεκεμβρίου 2015

Νικόλας Σεβαστάκης, "Οι χειμώνες της μνήμης"






Κερκίνη

I

Ένα κάτασπρος βούρκος που τον είπαν λίμνη
κι όμως τον λάτρεψαν
αρχοντικοί ερωδιοί και κορμοράνοι της προϊστορίας
την πνιγηρή επίπεδη γαλήνη αναταράζοντας
πλάσματα μιας δεντρόβιας λύπης


II

Το Μπέλες κατασκότεινο
σαν κάτι να μοιράζει
περάσματα κρυφά
ή χώρες − αδιάφορο
Κρατά όλο το μυστήριο
στις δροσερές κατεβασιές του


III

Να επιθυμείς τα ορεινά
που δεν τα έζησες
όπως το νήπιο
αφηνιασμένο στα γιατί του
της γλώσσας άγρια τινάζει
πανάρχαιες φλοκάτες


IV

Αθέατη πολυκοσμία
στις ρίζες στα φυλλώματα
αγελαδίσια τεμπελιά
σε ένα λιβάδι παπαρούνες και τρελές χρυσόμυγες
απρόσμενα το ρίγος της γαλήνης
μακρόθυμος ο ίσκιος του Στρυμώνα




Η προστασία της λήθης

Στο δρόμο κάτω
Ένα σπασμένο λαβομάνο, μια κάσα κρεβατιού
και δυο καρέκλες περιμένουν
Όχι το ποίημα
αλλά ένα φορτηγό να τα οδηγήσει σε τόπο ασφαλή
σε μια αξιοπρεπή ταφή
πέρα από ψεύτικες οικειότητες και άνισες ανταλλαγές
τα πράγματα προσμένουν
ιδιαζόντως άχρηστα και ασήμαντα
την προστασία που παρέχει η λήθη




Ρωγμή

Άσπιλο το πουκάμισο της Κυριακής
υπέροχα παρωχημένο όπως οι εκκλησιαζόμενες
και όσοι ακόμα δεν συμφιλιώθηκαν
στο πεπρωμένο της ορφάνιας
Ελπίζοντας πάντα σε μια καλή ανταμοιβή
Υπέροχα ηττημένο λευκό ανοιξιάτικο
σιδερωμένο από έναν ήλιο με ατμούς
μικρή ευεργετική εκεχειρία
χαιρετίζει τον κόσμο




Από τη συλλογή «Οι χειμώνες της μνήμης», εκδ. Πανοπτικόν 2010