Παρασκευή, 9 Οκτωβρίου 2015

Κατερίνα Καριζώνη, "Ρεσάλτο"




Από τη συλλογή
Τσάι και μυθολογία
Ποιήματα 1980-85


Θεσσαλονίκη

Τα λεωφορεία
που σταθμεύουν στις αλάνες
πίσω απ’ τις πολυκατοικίες κάθε βράδυ
είναι τα λάφυρα των ημερών που πέρασαν
κατά τις δώδεκα γεμίζουν πλήθη αγίων
                                            πολιούχων
άμφια βυζαντινά και σκοτεινά διαμάντια
λύνουν χειρόφρενα και ορμούν στη ναρκωμένη πόλη
σέρνουν την ενδοχώρα ως τη θάλασσα
κι από κει αναδύονται στον αιώνα τους
που φέγγει.

Και τότε οι εκκλησίες ερειπώνονται
χαλάσματα μέσα στη νύχτα που αχνίζουν
όπως στην πυρκαγιά του δεκαεπτά
και πιο παλιά σ’ επιδρομές απίστων.

Τα ξημερώματα όμως όλα επανέρχονται
τα λεωφορεία άθιχτα στις αφετηρίες
γυαλιστερά, απαστράπτοντα
σαν ωραία χρόνια
να κουβαλούν φορτία εργαζομένων
και μαθητές ανώνυμους λυκείων.

Αυτά μου είπε ένας γέρος αγιογράφος
που είχε το μαγαζί του στη Χαλκέων
δύο ή τρεις αιώνες τώρα και μελετούσε
τη συμπεριφορά των βυζαντινών εικόνων.




Δίχως ιστορία

Όμως κάποτε από άγνωστη αιτία
θα δικαστείς
απ’ όλα τα πρόσωπα και τους θεατές
του παιχνιδιού σου
στη δίκη θα ομολογήσεις
πως ήσουν κι εσύ ένας συνηθισμένος άνθρωπος
μα δεν θα αθωωθείς
θα καταδικαστείς
να ζεις ανάμεσά μας
                                          δίχως ιστορία.




Η αγάπη μου

Η αγάπη μου είναι μια πλατεία
με σιντριβάνια πέτρινα
έφηβους γαλήνιους
που ερωτεύονται το περιπλανώμενο φως
τον άγγελο
που πίνει απ’ τη σκυφτή βρύση
με το τάσι μου
και πλένει στη γούρνα τα φτερά του.

Η αγάπη μου
είναι μια νύχτα χειμωνιάτικη
που συναντάς τη λύκαινα στο μονοπάτι
να σε κοιτάζει με τα παγωμένα μάτια της
και να ορμά στο σκοτάδι.

Ένα πεζούλι είναι η αγάπη μου
που ’ρχεσαι και καθόμαστε τα απογεύματα
και την αυγή μάς βρίσκουνε μαρμαρωμένους.




Από τη συλλογή
Πανσέληνος
στην οδό Φράγκων
Ποιήματα 1990


Ο ελέφας των πόλεων

Το μίσος είναι ένας ελέφας από σκόνη.

Τις Κυριακές τον κουβαλούν
στα Λούνα Παρκ
άνθρωποι ντυμένοι στο χρώμα των κτιρίων
γελωτοποιοί και θηριοδαμαστές
δαμάζουν τον ελέφαντα
σε γλώσσες κραυγαλέες
περνούν μαζί του απ’ την τρύπα μιας βελόνας
μύστες μιας άγνωστης και σκοτεινής παραβολής
κι ύστερα σκεπάζουν με τη σκόνη του την πόλη
κοντά στη θάλασσα.

Το μίσος είναι ένας ελέφας που βρυχάται
πίσω απ’ τις λέξεις.
Η σκόνη του δυσκολεύει την εκφορά τους
τους τρυφερούς περιπάτους του Νοέμβρη
δημιουργεί συσκότιση στα αισθήματα
στους νικηφόρους κήπους της αγάπης
κι άλλοτε γίνεται χνούδι
μιας εφηβείας μακρινής.

Γι’ αυτό και οι άνθρωποι
φοβούνται τον ελέφαντα
και κάποτε μ’ ένα τους δάκρυ
τον σκοτώνουν.




Ινκαντάδας

Καθώς ο μήνας Μάρτης
φυσάει στις κρυφές αυλές
και ανάβουν τα λιωμένα τους λυχνάρια
οι Τουρκάλες
βλέπω καμιά φορά τις Μαγεμένες *
να περνούν
να σμίγουν με το πλήθος στην Καμάρα
και να χάνονται.

Τότε ραγίζουν γύρω μου οι κρυψώνες
και διακρίνω
τα πρόσωπα των φωτογραφιών θαμμένα
πλάι σ’ αγάλματα αλλόγλωσσα
σε κήπους κρεμαστούς
κοντά στα κάστρα.

Ο Εβραίος που κοιμάται στη σκιά μας
ξυπνάει τότε και λέει στη γυναίκα του
− τα δάκρυά μου
πού τα έκρυψες Ραχήλ;



* (σημείωση από το βιβλίο)
Μαγεμένες ή Incantadas: Αγάλματα που βρέθηκαν στην αυλή ενός εβραϊκού σπιτιού στη Θεσσαλονίκη.




Από τη συλλογή
Τα παγώνια της Μονής Βλατάδων
Ποιήματα 1992


Τα παγώνια της μονής Βλατάδων

Τι γυρεύουν τα παγώνια
στο προαύλιο της μονής Βλατάδων
και τι βλέπουν χρόνια τώρα
κοιτάζοντας από ψηλά την πόλη;

Εδώ οι ψυχές μας συνορεύουν με τη θάλασσα
κι οι πεθαμένοι ζουν ανάμεσά μας
ο ήλιος κατεβαίνει κάθε απόγευμα
λερώνοντας με τη σκουριά του τα νερά
όταν νυχτώνει
λιγνοί καλόγεροι πάνω σε σκαλωσιές
ξύνουν το σύμπαν
για να φανεί η τοιχογραφία των αστεριών
ενώ άλλοι, ηγούμενοι
με αρχαίους αστρολάβους
και διαβήτες τρίποδους
χαράζουν σύμβολα ανεξήγητα
στους τοίχους του ουρανού.

Τι γυρεύουν τα παγώνια
στο προαύλιο της μονής Βλατάδων;
τις μέρες παίζουν με τα στάσιμα νερά
μέσα σε γούρνες ραγισμένες
τις νύχτες πετούν το φτέρωμά τους
και γίνονται γυναίκες
φορούν φορέματα δίχως ραφές
και βέλα μαγεμένα
και κατεβαίνουν κουβεντιάζοντας στην πόλη.




Η πρώτη φράση

Την έβδομη μέρα της δημιουργίας
ήρθε μια γυναίκα
κρατώντας ένα κλουβί με καναρίνι
και το κρέμασε σ’ ένα ανθισμένο κλαδί του παραδείσου.
Ύστερα βάλθηκε να συγυρίζει
σκούπισε τα σκοτάδια από τα τζάμια του ουρανού
τη λάσπη του κόσμου από τα υποδήματα των αγγέλων
έβαλε καπνό
στο ανοιγμένο πλευρό του άντρα
κι ένα περιδέραιο από δάκρυα
στο λαιμό της γυναίκας
τέλος μάζεψε όλες τις κραυγές των λουλουδιών
και τις ακούμπησε στα χείλη τους.

Η πρώτη φράση που ακούστηκε στο κόσμο
ήταν σ’ αγαπώ.

Από τότε πέρασαν αιώνες σιωπής.




Το φεγγάρι κι οι τρεις άραβες

Η σκάλα που ακουμπούσε στο φεγγάρι
τι απέγινε;
Ποιος το ανάβει τώρα;
Πώς ανεβαίνει;

Τρεις μικροί άραβες ήρθανε στην αγορά

ο ένας ρώτησε την τιμή του φεγγαριού
ο άλλος ζήτησε να μάθει την απόσταση
ο τρίτος έψαχνε μια καμήλα μαγεμένη.

Όταν έπεσε το δειλινό
πέρασε ένας τυφλός γενίτσαρος
κι άναψε τις λάμπες του δρόμου
πριν φύγει
μ’ ένα παράξενο χαμόγελο
έδωσε φως και στο φεγγάρι.

Πέρα στο βάθος
έφεγγε μια σκάλα ασημένια
ψηλές γυναίκες ανεβαίναν
κουβαλώντας λάδι σε αρχαία αγγεία
κι άλλες με μαγεμένα φυσερά
φυσούσανε
να δυναμώσει το φως το φεγγαριού.




Από τη συλλογή
Ο ράφτης Ραντοσλάβ από το 1470
Ποιήματα 2002


Ο ράφτης Ραντοσλάβ από το 1470

Θ’ αφήσω απόψε τα παραθυρόφυλλα ανοιχτά
για να ’ρθει πετώντας ο ράφτης Ραντοσλάβ
κραδαίνοντας το χάλκινο ψαλίδι του
ανεμίζοντας τη σάπια του κλωστή μέσα στην καταχνιά
θα φέρει τα ρούχα των νεκρών
για να τα σιδερώσω
τις ξηλωμένες τους ψυχές μες σ’ ένα δίχτυ
σαν ένα κοπάδι πεθαμένες πεταλούδες

Θ’ ανάψω πάλι εκείνο το κιτρινισμένο φως
στο πορτατίφ
και θα λαδώσω καλά τους μεντεσέδες
για να μη τρίζουν όταν πιάνει ο βοριάς
θα βάλω ακόμα την τσαγιέρα στη φωτιά
και τ’ αναμμένα κάρβουνα στο σίδερο
γιατί ξέρω, πως φοβάται την αυγή ο Ραντοσλάβ
κι όταν καμιά φορά καθυστερώ, θυμώνει

και μου ράβει τα βλέφαρα
και μου παίρνει αυτούς που αγαπώ.




Μνημόσυνο

Ένα άλογο έτρωγε
όλο το πρωί τον ουρανό
από μια οπή φαινόταν η νεκρή γιαγιά μου
φορούσε την παλιά χορταριασμένη ρόμπα της
κι έπλενε κάτι γιγάντια καζάνια
πάλι δουλειές έκανε η δύστυχη γιαγιά
δίπλα της έκλαιγε μια νεαρή αγία
τα δάκρυα της γίνονταν μικρά χρυσόψαρα
εκείνη είχε βάλει ένα τηγάνι στη φωτιά
το λάδι τσίριζε.
Αλεύρωνε η γιαγιά μου τα χρυσόψαρα
και τα ’ριχνε στο λάδι
βογκούσαν στην αρχή
μετά  ησύχαζαν
κι αρχίζανε να μιλούν
με τις φωνές μας.

− Τι κάνεις γιαγιά στον ουρανό; της φώναξα.
− Όλη τη μέρα τηγανίζω ψάρια
για να μαθαίνω νέα σας,
τη νύχτα
με το καμένο τηγανόλαδο
ανάβω τ’ άστρα.




Γράμμα στη μητέρα

Αρρώστησα από μοναξιά μητέρα,
αρρώστησα από το κρύο φως των αστεριών
που εισβάλλει κάθε νύχτα μες στο αίμα μου
κι αρχίζω να πετώ,
πετώ χωρίς ελπίδα
βλέπω τα σπίτια ολοσκότεινα, κλειστά
και τον αγαπημένο να κοιμάται μαγεμένος
βλέπω ζητιάνους στα πάρκα
να φεγγίζουνε
σαν πλάσματα από φώσφορο
ψηλά στα δέντρα τις τρέσες του κακού
και στους νερόλακκους διαμάντια.
Δεν έχω πού να πάω, μητέρα,
το σπίτι, το πηγάδι και τον κήπο
τα σήκωσε ένας στρόβιλος από φωνές
τα πήρε ένας χειμώνας στοιχειωμένος
και τα σκόρπισε
πέρα απ’ τους χάρτες
στους πάγους των δακρύων.

Αρρώστησα από μοναξιά, μητέρα
έβγαλα ράμφος
εκεί που ήταν παλιά η πληγή του στόματος
έβγαλα απαίσια φτερά από μεμβράνη
δηλητηριώδη αγκάθια γύρω από τα δάχτυλα
τρέμω από πυρετό τις νύχτες στο ταβάνι
και πνίγω ό,τι αγαπώ.




Το εγκαταλειμμένο παλάτι

Κανείς δεν ξέρει για το εγκαταλειμμένο ανάκτορο
στήνεται κάθε φορά που πιάνει η βροχή
υγρό και φωταγωγημένο σαν παλιός πολυέλαιος
φέγγει για μια στιγμή πάνω απ’ την πόλη
βεγγαλικό από παγωμένα κρύσταλλα κι ατμούς
κι ύστερα σωριάζεται αθόρυβα
στη θάλασσα.

Κανείς δεν ξέρει
για τον στοιχειωμένο οικοδεσπότη του
ζει εδώ κι αιώνες μόνος
μέσα στις σταγόνες της βροχής
μαδώντας λυπημένος μια μακριά ανθισμένη βέργα
που πότε-πότε μοιάζει να είναι η γραμμή του ορίζοντα.

Μια νύχτα που φυσούσε
χτύπησε την πόρτα
και μου ζήτησε
ένα μικρό φλιτζάνι δάκρυα.




Από την ανέκδοτη συλλογή
«Ρεσάλτο»
(2008)


Τα παπούτσια

Παλιά, λιωμένα απ’ τις πεζοπορίες
                                                                  παπούτσια μου
που με οδηγείτε πάντα στους γκρεμούς
σε λάθος δρόμους που βγάζουν στο σκοτάδι
σε σπίτια που ερήμωσαν μες στις φωτογραφίες τους.

Άσπλαχνα, μπερδεμένα μέσα στην πολυκοσμία
                                                                   παπούτσια μου
φτιαγμένα μόνο για αποχωρισμούς
γι’ αυτούς που περιφέρονται δίχως ελπίδα
έξω απ' τους χάρτες του καλοκαιριού.

Παπούτσια που δεν με πάτε πουθενά
παρά μονάχα σε πόλεις που απομακρύνονται
σε ανθρώπους που πεθαίνουν μόλις τους αγγίζεις
σε έρωτες που σβήνουν πριν να γεννηθούν.

Κι όμως σας είχα φορέσει κάποτε
σε ηλιόλουστες μέρες
σε διαδρομές κοντά στα κάστρα
                                             της παράκτιας πόλης
κι άλλοτε πλάι στην κηλίδα της θάλασσας
κάτω απ’ τον ουρανό
                                         κάποιας εφήμερης αγάπης.

Παλιά, λιωμένα απ’ τις πεζοπορίες
                                                       παπούτσια μου
που ονειρευτήκατε ταξίδια.




Αυτά που μας σκοτώνουν

Τα πράγματα που δεν υπάρχουν
μας φωνάζουν συνεχώς
και οι φωνές τους σκεπάζουν
όλα τα άλλα που υπάρχουν.
Τα πράγματα που δεν υπάρχουν
ζουν μέσα στα δάκρυα
ξυπνούν τις νύχτες
ανάβουνε το φως
ξεφυλλίζουν βιβλία
ανοιγοκλείνουν τα παράθυρα
ρωτούν αδιάκοπα γιατί.

Εκείνο το φιλί που τότε αρνήθηκα
το ραντεβού που κάποτε δεν πήγα
το ποίημα που δεν κάθισα να γράψω
το χέρι που όταν έπρεπε, δεν έδωσα
τα λόγια που ενώ θέλησα, δεν είπα
και τελικά είναι πιο πολλά
όσα δεν έγιναν
από τα πεπραγμένα της ζωής μας.

Τα πράγματα που δεν υπάρχουν
πολεμούν με αυτά που ακόμα υπάρχουν
και στο τέλος τα νικούν
γιατί πατρίδα τους είναι ο θάνατος
και εμείς τα τελευταία λάφυρα της μάχης
που παίρνουν επιστρέφοντας μαζί τους.




Το τέλος της Σταχτοπούτας

Η Σταχτοπούτα ήταν κόρη μετανάστη
από τα δάση της οκτωβριανής επανάστασης
και πέθανε σ’ ένα εργοστάσιο ζάχαρης.

Θυμάσαι τα παλιά μας ποιήματα;
Μιλούσαν αόριστα για τον θάνατό της.
ωστόσο τα γοβάκια της έλιωναν αθόρυβα στη στάχτη
στο τζάκι κάτω απ’ το σταματημένο ρολόι
όπου κεντούσανε τις τουαλέτες του χορού
φόβοι-υπηρέτες και μέλισσες-ελπίδες.

Τώρα θα πεθάνουμε κι εμείς
πρόσφυγες ενός παράξενου Οκτώβρη
δίχως πατρίδα και χωρίς παραμονή
σ’ έναν παράνομο και κακοπληρωμένο αιώνα
κι ούτε μια νύξη για τη σταχτοπούτα-επανάσταση
ούτε καν για τον σκοτωμένο πρίγκιπα στα δάση
με τα χλωμά πουδραρισμένα μάγουλα
και τα φιλιά που μύριζαν καμένη άχνη.

Η Σταχτοπούτα ήταν κόρη μετανάστη
Τατιάνα, το πραγματικό της όνομα
φορούσε πάντα λαστιχένιες σόλες
για να ξεφεύγει από τους φύλακες στα σύνορα
κι από τα περιπολικά στα πεζοδρόμια.



Όλα τα ποιήματα περιέχονται στην συγκεντρωτική έκδοση «Ρεσάλτο», εκδ. Αρμός, 2009


(Φωτογραφία: Σίσσυ Δουίτζη)

Επίμετρο
H Kατερίνα Kαριζώνη γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη, όπου φοίτησε στη Γερμανική Σχολή. Σπούδασε οικονομικά και είναι διδάκτορας των Οικονομικών Επιστημών του ΑΠΘ. Εργάστηκε επί δεκαπέντε χρόνια στην Εθνική Τράπεζα. Έχει εκδώσει μυθιστορήματα, διηγήματα, ποιητικά βιβλία, ιστορικά λευκώματα και βιβλία για παιδιά.
Συνεργάζεται με διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά δημοσιεύοντας κριτικά σημειώματα, δοκίμια και λογοτεχνικά κείμενα. Το 1991 τιμήθηκε με το Α΄ Βραβείο του Κύκλου του Ελληνικού Παιδικού Βιβλίου για το βιβλίο της «Χίλιες και μία νύχτες των Βαλκανίων». Το 2009 απέσπασε το βραβείο του περιοδικού "Αυλαία" για το σύνολο του έργου της. Κείμενα και ποιήματά της μεταφράστηκαν στις βαλκανικές γλώσσες, στα γερμανικά, τα αγγλικά και τα πολωνικά. Ποιήματά της μελοποιήθηκαν από τον Μιχάλη Γρηγορίου και ερμηνεύτηκαν από τη Σαββίνα Γιαννάτου. Είναι μέλος της Εταιρείας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης.

Το έργο της
Ποιητικές συλλογές:
«Πρωτοβρόχια», 1969
«Διαστάσεις», 1972,
«Πινόκιο», 1975
«Αναπάντεχο Καλοκαίρι», εκδ. Εγνατία, 1978
«Τσάι και μυθολογία», εκδ. Ν. Πορεία, 1985
«Πανσέληνος στην οδό Φράγκων», εκδ. Εντευκτηρίου, 1990
«Τα παγώνια της Μονής Βλατάδων», 1992
«Ο ράφτης Ραντοσλάβ από το 1470», εκδ. Ίνδικτος, 2001
«Ρεσάλτο», εκδ. Αρμός, 2009

Συμμετοχή σε συλλογικό έργο:
«Το θηλυκό πρόσωπο της ποίησης στη Θεσσαλονίκη», εκδ. Ερωδιός, 2007

Πεζογραφία:
«Ο άγγελός μου ήταν έκπτωτος», εκδ. Καστανιώτη, 1997
«Βαλς στην Ομίχλη», εκδ. Καστανιώτη, 2001
«Το τσάι με τον Καβάφη», εκδ. Καστανιώτη, 2004
«Μεγάλο Αλγέρι», εκδ. Καστανιώτη, 2006
«Ο Μονόφθαλμος και άλλες πειρατικές ιστορίες», εκδ. Καστανιώτη, 2009

Παιδική λογοτεχνία:
«Χίλιες και μια νύχτες των Βαλκανίων», εκδ. Ερμής, 1989
«Ο Σαίξπηρ σε 7+2 παραμύθια», εκδ. Ερμής , 1990
«Η Δίκη των Παραμυθιών», εκδ. Ερμής, 1992
«Το ταξίδι του αυτοκράτορα με το χαμένο πρόσωπο», εκδ. Ερμής, 1993
«Παραμύθια από όπερες», εκδ. Ερμής, 1997
«Το ταξίδι των παραμυθιών», εκδ. Κέδρος, 1998
«Mια φορά κι έναν καιρό σ’ ένα ξέφωτο του δάσους», εκδ. Καστανιώτη, 2005
«Ο Μαγικός Αυλός», εκδ. Μεγάρου Μουσικής, 2005

(Οι φωτογραφίες προέρχονται από την σελίδα "Katerina Karizoni C", στο facebook)