Δευτέρα, 5 Οκτωβρίου 2015

Πηνελόπη Γιώσα, "Δύο ποιήματα"




Αποχαιρετισμοί

Μικρές αναδρομές στο παρελθόν
να τι ’ναι οι αποχαιρετισμοί
Τι ζήσαμε μαζί, τι είπαμε
πόσα μοιραστήκαμε και πόσα δεν προλάβαμε
Κι είναι πάντα αυτά που δεν προλάβαμε
απλήρωτο χρέος που εκκρεμεί
«μονέδα που έμεινε για χρόνια»
να βαραίνει την τρύπια φόδρα
του λεπτοδείκτη χρόνου.

Θεέ μου πώς τρέμω την παλίρροια στα σωθικά
προτού διακτινιστεί η απόσταση!
Άραγε έτσι να ’ναι τα προεόρτια της μοναξιάς
και του θανάτου η πικρή πρόγευση;




Ανιστόρητο

Βρέχει
στους συλημένους τάφους των προγόνων
δάκρυα από μάτια που μείνανε ορθάνοιχτα
στης Ιστορίας την απόκοσμη όψη·
κανείς πατριώτης δεν βρέθηκε να τα σφαλίσει
Κι είναι τ’ ανάχωμα της κοιμωμένης μνήμης
σαν ένα κάνιστρο που αποζητά
μονέδες ξένων περιηγητών
για τη δικαίωση στο χρόνο.

Βρέχει
στους συλημένους τάφους των προγόνων
βρέχει και στα χαμόσπιτα
με λύσσα
να ξεπλυθούν τ’ ασπρόρουχα
απ’ όσο κορνιαχτό μάζεψε ο μόχθος
ν’ ασπρίσουνε τ’ αγάλματα
από συνθήματα οργής
Στο μεταξύ βαλίτσες πάνε κι έρχονται
ξεπλένουν με βροχή της ξενιτιάς το χώμα
ξεπροβοδίζουνε λυγμούς
υπόσχονται ελπίδα.
Βρέχει αλύπητα
στους συλημένους τάφους των προγόνων
Σε μια γωνιά απόμερη στα μνήματα
στέκουν τα κενοτάφια
μεράδι ενός λάκκου η σπιθαμή
στους μελλοθάνατους που καρτερούν.


Πηνελόπη Γιώσα