Πέμπτη, 21 Μαΐου 2015

Φώτης Αγγουλές, "Φουτσιγιάμα"





Έκθεση

Οι γιατροί
επιμένουνε, Φριτς,
πως η μνήμη μου θα ξανάρθει.
Το πιστεύω.
Τα μάτια σου ήτανε
σαν τον ουρανό της πατρίδας μου
και είχες καρδιά παιδική.
Εγελούσες σαν άνοιξη.
Μη νομίσεις πως είμαι
ο ταγματάρχης του Ασάφενμπουργκ,
κι ούτε ξέρω ποιος είμαι.
Πες πως είμαι κι εγώ ένας άρρωστος
από ένα νοσοκομείο της Βρέστης,
πες πως είμαι μια σπίθα απ’ το Αμβούργο!
Κι ίσως πέρασα κι απ’ την Κολωνία
                                  και το Περόρτσιμ.





Ναγκασάκι

Ε, Τσάρλυ, τραβήξου από τον ήλιο.
Σήμερα έπεσε η Ατομική…
Σήμερα στα λιμάνια,
οι σωματέμποροι κι οι πορτοφολάδες
μπορούν να περηφανεύονται
που δεν έγιναν Εφευρέτες…
Σήμερα
θα μπορούσε να λέει στην προσευχή της
μια πόρνη:
Θεέ μου, σ’ ευχαριστώ
που δεν γέννησα…




Τρέξε

Είμαι ο πρώτος
που είδα τον Βούδα να κλαίει
στ’ αλήθεια.

Ετούτο το κινεζόπουλο
-στην καρδιά της Σαγκάης-
με τη μυτίτσα του την υγρή
και το βρακάκι του το κατουρημένο,
που είναι ζωσμένο από νεκρούς
κι απορεί
και τρέμει σαν το καλάμι,
γεννήθηκε
«για να μεγαλώσει».

Τρέξε.
Μα τρέξε, αγαπημένη μου Μπακ.
Αν το σώσεις, θα σου χρωστώ τη ζωή μου.

Θα σου χαρίσω κι ένα βιβλίο
του Χιρν,
που όταν ήμουνα ποιητής 
τ’ αγαπούσα.

Κοίταξέ με
με όποια ματιά σου αρέσει.
Για ’μένα
η κάθε ματιά έχει νόημα.





Ακρογιαλιές

Ετούτα τα φύκια που βλέπεις,
αγαπητέ Ρίτσο,
είναι ελπίδες
και όνειρα
και απελπισιές.
Από ’δω ξεκινούν οι ελπίδες,
έρχονται κι ακουμπούν οι απελπισιές
κι ονειρεύονται…
Μήπως, Γιάννη, γνωρίζεις
αν η θάλασσα ξεκινά από ’δώ
ή εδώ τελειώνει;
Εμείς οι θαλασσινοί δεν το ξέρουμε.
Και σε όλη μας τη ζωή
μελετούμε τα φύκια.
Ξαπλωνόμαστε και καπνίζουμε όνειρα
και ταξίδια,
με μια πίπα που κόψαμε
από γιούσσουρο που δεν έδεσε.
…………………………………
Θα σου στείλω ένα κοράλι.
Θα ’ναι κόκκινο σαν καρδιά,
να παρακαλείς μονάχα
να με πάρουνε τα καράβια.




Από την συλλογική έκδοση «Ποιήματα», εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 2011.