Τρίτη, 17 Ιουνίου 2014

Χρήστος Γ. Μιχαλιός, "Τρία ποιήματα"




ΣΚΗΝΗ ΘΕΑΤΡΙΚΗ

Βγήκα κρυφά και στάθηκα
στη σκοτεινή βαρδιόλα
που με τα άστρα
και τ’ ολόγιομο φεγγάρι
έμοιαζε με θεατρική σκηνή,
που ξέχασαν ν αλλάξουν σκηνικά.
Εδώ, λοιπόν, στα σκοτεινά,
σ’ αυτή τη φυσική αυλαία
χωρίς ουτ’ ένα θεατή
θα παίξω εαυτόν.




Ο ΣΟΥΓΙΑΣ

Γαλήνια βρήκαμε τη θάλασσα
της Tασμανίας
με λίγα μετέωρα σύννεφα.
Νύχτα βαθιά, ξαγρυπνισμένη,
μπροστά σ’ ένα ουρανό
απόρθητο
από έλλειψη ενδιαφέροντος.
Έχω ένα μικρό σουγιά
που αγόρασα στο Πακιστάν
όμως δεν έχω τι να κόψω,
πού να τον καρφώσω.
Άρχισα, λοιπόν, να σκαλίζω
σ’ ένα κομμάτι ξύλο
τ’ όνομα μου,
ακούγοντας έξω απ’ το φινιστρίνι
το φτερούγισμα ενός
νυχτομπερμπάντη γλάρου,
που κράζει απελπισμένα
ψάχνοντας για ταίρι
χωρίς να έχει ιδέα μουσικής.




ΑΠΟΓΥΜΝΩΣΗ ΜΟΝΑΞΙΑΣ

Σκούριασε η πένα απ’ την αλμύρα
κι έμεινε το ποίημα χωρίς λέξεις.
Στους τοίχους φούσκωσε η μπογιά και ξεφλουδά.
Μόνο ένα κάδρο μ’ εξωτικό νησί
στέκει ακόμα αθάμπωτο.
Μια κούπα Marlboro ελληνικός καφές
κι ένα τσιγάρο
να καίει στο τασάκι.
Λοιπόν, τόση μεγάλη στέρηση,
τόσο απέραντο κενό,
η μοναξιά;