Κυριακή 8 Φεβρουαρίου 2026

Μαργαρίτα Παπαμίχου, "Ιζηματογενή πετρώματα"





ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΠΟΙΗΜΑ


Το παιδικό μου ποίημα το έθαψα
στην αυλή του πατρικού μου.
Έσκαψα βαθιά,
κανείς να μην το βρει,
έτσι παράξενο που ήταν,
έτσι παράφορα που με κοιτούσε,
όλο κι όλο ένα μάτι
να κοιτά τον κόσμο
και ν’ αυθαδιάζει.
Τώρα η αυλή της μάνας μου
είναι γεμάτη με λέξεις,
γι’ αυτό μιλάει στα δέντρα
κι εκείνα της απαντούν.


Από την ενότητα «Ασβεστόλιθος»
Το λευκό που περισσεύει.





ΓΕΝΕΤΙΚΟ ΑΠΟΤΥΠΩΜΑ


Αμφιβάλλω για τη σταθερότητα τ’ ουρανού.
Και στα σύννεφα περπατήσαμε
και το φεγγάρι στραγγίσαμε
κι από το χρώμα αρρωστήσαμε
κι ακόμα
μια θεραπεία για την ύπαρξη
δεν βρήκαμε.


Από την ενότητα «Σχιστόλιθος»
Σπάμε σε επίπεδα απαλλαγμένοι από ακτινοβολία.





ΔΙΑΖΕΥΚΤΙΚΟΝ


Και αυτό που προτείνω
δεν το βρήκα ακόμα
όμως, σίγουρα
για προέκταση πρόκειται,
του ενός χεριού έστω,
όπως ένας φάρος
επιτίθεται με φως
σε άνισες πορείες
ή
μια περιστροφή
γύρω από τον κεκλιμένο άξονά μας,
μέχρι να τα βλέπεις όλα
από το διαυγές σημείο του τίποτα.
Η υπόθεση σηκώνει λευκή σημαία,
όποιος αφήνεται ήσυχα
στο ρυθμό του κόσμου
έχει νικήσει και φόβο και θάνατο.


Από την ενότητα «Άργιλος»
Σώμα, αυτή η εύπλαστη ουσία!





ΣΤΑ ΓΚΙΣΕ


Ο λογαριασμός δεν ήταν ενημερωμένος,
οι προθεσμιακές ονείρων
ληγμένες εδώ και χρόνια,
κάτι ακάλυπτες ενοχές
και λίγα δάκρυα σφραγισμένα
υπήρχαν σε καταθέσεις,
αλλά τι να τα κάνεις κι αυτά,
ήταν σε παλιό νόμισμα.
Άφησε τον ταμία έκπληκτο.
Έτρεξε στο πατρικό σπίτι
να ρωτήσει
πού είχαν κρυμμένο το παιδικό του όνειρο.
Βρήκε τη μάνα υπομονετικά
να πλέκει μια καινούρια προσευχή.


Από την ενότητα «Μάργα»
Η ζωή που φθείρεται, η πόλη που σωπαίνει.





ΧΕΙΡΑΨΙΑ


Έρχονταν χέρια,
χέρια κρύα νερά
απ’ τα ποτάμια των φλεβών,
χέρια των ασπαλάθων,
νηπενθή χέρια της ανατολής,
χέρια αγίνωτα,
χέρια καρποφόρα,
χέρια που ετοιμάζονταν να πέσουν,
όλα κάτι ήθελαν,
κάτι να πάρουν κάτι ν’ αφήσουν.
Έδινα κι εγώ το χέρι μου δειλά,
σχεδόν ανεπαίσθητα άγγιζα το χέρι του άλλου
κι αμέσως το έκρυβα στις τσέπες μου,
μη φανεί πως είναι ιδρωμένο.
Δεν κάνει σε μία χειραψία
να μοιραστείς την αγωνία μιας ζωής.


Από την ενότητα «Ψαμμίτης»
Κόκκοι που ενώνονται στην έρημο της ζωής.





Από τη συλλογή «Ιζηματογενή πετρώματα», Μετρονόμος 2025.




Η Μαργαρίτα Παπαμίχου γεννήθηκε και μεγάλωσε στο Ηράκλειο της Κρήτης. Σπούδασε στο Πανεπιστήμιο Κρήτης στο Παιδαγωγικό Τμήμα Προσχολικής Αγωγής κι έκανε μετεκπαίδευση στην Ειδική Αγωγή. Εργάζεται ως εκπαιδευτικός σε δημόσιο σχολείο και δραστηριοποιείται στο χώρο της εκπαίδευσης ως εμψυχώτρια Θεατρικού παιχνιδιού. Έχει εργαστεί επί σειρά ετών ως εκπαιδεύτρια ενηλίκων για την Εκπαίδευση μέσα από την Τέχνη.
Ποιήματά της έχουν δημοσιευθεί σε λογοτεχνικά περιοδικά, ποιητικές συλλογές, ιστοσελίδες ποίησης και ποιητικά ημερολόγια. Το 2021 εξέδωσε την πρώτη της ποιητική συλλογή Μπλε ξαφνικό από τις εκδόσεις Όστρια. Τα Ιζηματογενή πετρώματα (Μετρονόμος 2025) είναι η δεύτερη ποιητική της συλλογή.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου