α΄
Ο πρώτος σου χειμώνας
διάβηκε σαν ζωγραφιά μπρος στο παράθυρο μου: με δακρυσμένα μάτια την άνοιξη
προσμένω. Έξω χιονίζει· ένα χιόνι ζεστό σαν μπαμπάκι. Πίσω απ’ τους φράχτες κυνηγιούνται
τ’ αγέννητα παιδιά μου και του φωτός τα διάφανα πουλιά χτυπούν στο τζάμι, σκύβοντας
να πιουν τα δάκρυα μου.
γ΄
Η καρτερία της νυκτός με
συντηρεί· και ξαγρυπνώ. Λιγνό κλαρί στα χέρια σου η ψυχή μου πασχίζει να τρομάξει
τις μελλούμενες αγρύπνιες. Οι νύχτες στέκονται λευκές ασάλευτες μορφές κάτω από
τη μεγάλη καρτερία των αστεριών, κι ο άνεμος, σαν τον βαθύ τον στεναγμό, που
πάσχισε να κρατηθεί απ’ τον χρόνο, φέρνει μια γλύκα πρωινή που καθηλώνει και
χειμάρρου ταραχή.
ζ΄
Αφέθηκα στα ξύλινα χέρια
σου, ακούγοντας τον χρόνο να δουλεύει με βουλιμία στης νύχτας την καρδιά. Μικρή
παρηγοριά τα δύσκαρπά σου δάχτυλα κι ακόμα μικρότερη η απαντοχή των λιγοστών
σου φύλλων. Όμως δεν πέρασε ποτέ απ’ τον νου μου πως θα μπορούσα να χαθώ σ’
αυτόν τον κόσμο, πλανούμενος αναίτια σ’ ένα δάσος αυτόχειρων προσδοκιών. Όμως
δεν σκέφτηκα ποτέ πως θα μπορούσε όλη αυτή η επίμονη κατεργασία του χρόνου να
κενώσει πίστεις και βεβαιότητες, σχήματα, χρώματα κατακτημένα. Αφέθηκα, δεν
σκέφτηκα, μ’ ακόμα ελπίζω στην αναπόφευκτη ανθηρότητά σου.
ιβ΄
Σε φοβάμαι! Πού να
στηρίξω τη δύναμη σου; Αν μπορούσα να κοιτάξω το πρόσωπό σου, όπως κοιτάζω την
αναπόφευκτη παρουσία ενός βουνού: γαλήνιος, παραδομένος σ’ ό,τι σώζει το βλέμμα
μου απ’ την πείνα των αποστάσεων, θα μπορούσα να φοβηθώ τον θάνατο, θα μπορούσα
να πονέσω: βέβαιος για το πάθος ζωής που με κοιτάζει τώρα, γλείφοντας τ’
αρπακτικά του χείλη.
ιε΄
∆εν σου ζητώ παρ’ έναν
κήπο φτωχικό: ένα μικρό πυκνόφυτο περιβολάκι· δυο-τρία δέντρα, μια γωνιά να
’ρχεσαι τ’ απογεύματα: ο δροσερός καπετάνιος της γης, καπνίζοντας ανταύγειες
μεθυστικές, και το πολύ-πολύ μια καλύβα λιτή, μια ελάχιστη προσπάθεια του κενού
να κλείσει κάτι απ’ τη γοργόφτερη πορεία των ανθρωπίνων. Εγώ, στην πόρτα της
ορθός, βλέποντας ό,τι λάτρεψα να παίζει παιχνίδια ριψοκίνδυνα στο φως το
δειλινό, να σκέπτομαι: δεν σου ζητώ παρ’ έναν κήπο φτωχικό,
μονάχα αυτό.
Η Αναπόφευκτη Ανθηρότητά σου (Διάττων 1990).
Ο ποιητής, κριτικός και μεταφραστής Γιώργος
Μπλάνας (1959 − 18/2/2024) εμφανίστηκε στα γράμματα το 1987 με την έκδοση της
ποιητικής συλλογής: Η ζωή κολυμπά σαν
φάλαινα ανύποπτη πριν την σφαγή. Έκτοτε εξέδωσε πολλά ποιητικά βιβλία,
άσκησε επί δεκαετίες την κοινωνική, πολιτική και λογοτεχνική κριτική και
μετέφρασε πλήθος συγχρόνων, κλασικών και Αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων. Οι
μεταφράσεις του αρχαίων δραματικών και σαιξπηρικών έργων χρησιμοποιούνται
συχνότατα σε παραστάσεις του Φεστιβάλ Αθηνών-Επιδαύρου και άλλων θεατρικών
οργανισμών. Οι εργασίες του είχαν επανειλημμένα βραβευθεί: Βραβείο Περιοδικού
Διαβάζω, Έπαινος Κάρολος Κουν, Κρατικό Βραβείο Μετάφρασης.
Πηγή: Biblionet

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου