Τα νεκροταφεία είναι γεμάτα απάτες.
Οι δρόμοι γεμάτοι φαντάσματα.
Roberto Juarroz
την εποχή του, επέδρασαν
καταλυτικά στους κατοπινούς
(ακόμη και σήμερα μιλούν γράφουν
για κείνον)
απ’ τον πολίτη της Γενεύης,
απ’ τον Νεύτωνα του ηθικού κόσμου
κατά το εύσημο του Κάντ.
έρχονται στον νου μου τα πέντε του παιδιά
αυτά που εγκατέλειψε σ’ ένα ίδρυμα
για έκθετα
(ναι, καλά ακούσατε)
πράξη
που παραπέμπει στο γνωστό εκείνο:
Δάσκαλε που δίδασκες...
για την τύχη αυτών των παιδιών,
για τη ζωή τους μετά την εγκατάλειψη.
Τόσο μ’ εξόργισε ο ένδοξος Ρουσσώ
που μοίρασα
−θυμάμαι− τα βιβλία του στους φίλους μου
χωρίς να τα διαβάσω.
Λόγια, είπα, λόγια. Δεν τα χρειάζομαι.
Οι πράξεις του
περιπαίζουν τη φωνή του.
Το θράσος του ξεπερνά τη διδαχή του.
με μικρές αποφάσεις στην αρχή
που ολοένα μεγαλώνουν
ώς το βέλτιστο άλμα:
τον δικό μας ακέραιο θάνατο.
να ξεφυλλίσω τα βιβλία του. Ο χρόνος,
βλέπετε, νερώνει το κρασί της νιότης.
H ματαιότητα
Τα διάβασα λοιπόν ενδίδοντας στη φήμη του.
Μα δεν τ’ αγάπησα.
δεν παραλείπω να κοιτάζομαι
κάθε μέρα στον καθρέφτη.
Συνήθεια που με προστατεύει και δεν χάνω ποτέ
το μικρό αξιοθρήνητο ποντίκι
που καθρεφτίζεται στα νερά του.
Ξέρω πως δεν θα ’ναι ακέραιο το τέλος μου.
τον ένθεο Εμπεδοκλή
μαζί με το πιθάρι του Διογένη
και τον Κήπο του Επίκουρου.
συντροφιά με τον θλιμμένο πρίγκιπα
Σιντάρτα.
Μα δεν ξεχνώ
και τον Άγρυπνο Κοπεγχάγειο.
Ακέραιος στο κοιμητήρι τού Κίρκεγκωρ
αναπαύεται ο Σαίρεν.
Και πλάι του
ο Νίτσε, Διόνυσος Εσταυρωμένος.
Ανέρωτο. Αυτοί, ναι, δικαιούνται να μιλούν.
ένα υπέροχο λουλούδι.
Τάλως, τ’ όνομά του.
χιονόλευκο σαν εντελβάις. Ώσπου
άνεμος σκαιός το άρπαξε
σ’ έναν ξερότοπο το πέταξε του Νότου,
στο βαλτοτόπι της Αθήνας.
το λαμπερό όλο δροσιά λουλούδι
μονάχο πάλεψε να ζήσει να ριζώσει.
Ήταν του τόπου τα λουλούδια φθονερά,
στην ομορφιά τα ξεπερνούσε
(φρέσκια η ανάσα του
τον βάλτο τον δικό τους ενοχλούσε).
ρόδο κακό ζηλόφθονο πολύ ο Δαίδαλος
από τα βράχια της Ακρόπολης εγκρέ
μισε
τον τρυφερόν ανθό
τον χιονόλευκο Τάλω.
που το λουλούδι τούτο αγαπούσε
το παραμύθι μού τραγούδησε αυτό κι εγώ
από μνήμης σάς το λέω.
θύμηση μιας ανεμόδαρτης νύχτας
διεσταλμένα κι ανήσυχα
για ό,τι σε λίγο θα τα σφάλιζε για πάντα,
παρά μια κούραση φιλόξενη
που καλωσόριζε τον αδελφό του ύπνου
στην αϋπνία της ζωής της.
στο κρεβάτι της αρρώστιας.
Γι’ αυτό έδιωξε τους γιατρούς.
Αρνήθηκε κάθε θεραπεία.
Ντύθηκε χτένισε τα πλούσια
μακριά μαλλιά της
και κατέβηκε στη σάλα όπου τον πρόσμενε
πλάι στη φωτιά όπως
ερωτευμένη τον αγαπημένο της.
το σμάλτο του φεγγαριού. Εκεί,
σ’ αυτό το φως, τον είδε,
ανακουφισμένη, να ξεπεζεύει
απ’ το μαύρο του άλογο.
πως το παράστημα οι κινήσεις του
θύμιζαν τον Μπράνγουελ τον αδελφό της
όταν συχνά στα όνειρά της
τον έδενε γυμνό και τον μαστίγωνε.
Τόσο οικείος.
να φοβόμαστε τον θάνατο», σκέφτηκε.
«Τον μόνο φίλο που έχουμε
σε τούτα τ’ ανεμόδαρτα υψώματα».
καθώς την βοηθούσε ν’ ανεβεί στο άλογό του.
L. S. Lowry
Είναι προτιμότερο να είσαι
ένας άνθρωπος που ζωγραφίζει παρά καλλιτέχνης.
Προτιμότερο να γράφεις ποιήματα
παρά να είσαι ποιητής.
έχει τη γνησιότητα
μιας ημερολογιακής καταγραφής μιας μαρτυρίας
ανέγγιχτης από αδόλεσχες γραφίδες
παράσιτων της τέχνης.
άγριος ένας άνεμος φυσούσε
απ’ τα όρη του Φόβου.
Από τότε κουβαλάω το καβούκι μου
όπως εσύ το σκιάχτρο της δικής σου μητέρας.
Πώς ανεχτήκαμε τέτοια ζωή;
ο άνθρωπος που ήσουν;
ο άνθρωπος που είμαι;
Ο Ιωάννης Σεβαστιανός Ρώσσης γεννήθηκε στον
Πειραιά το 1954. Σπούδασε στην Πάντειο Πολιτικές Επιστήμες. Εργάστηκε ως
διοικητικός υπάλληλος σε ασφαλιστική εταιρία ώς την συνταξιοδότησή του. Έχει
εκδώσει επτά ποιητικές συλλογές. Τελευταία του ποιητική συλλογή Η χώρα που
δεν τιμωρεί (εκδόσεις "κουκούτσι" 2019). Ποιήματά του έχουν
δημοσιευθεί σε διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά μεταξύ των οποίων, ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ, ΤΟ
ΚΟΙΝΟΝ, ΠΛΑΝΟΔΙΟΝ, ΠΟΙΗΣΗ, ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ καθώς και στην εφημερίδα ΑΥΓΗ. Ποίημά του
θα συμπεριληφθεί στο ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ ΒΑΛΚΑΝΙΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ που ετοιμάζουν οι
εκδόσεις Μαΐστρος ενώ στο ηλεκτρονικό περιοδικό "Πολύμνια, ARS
POETICA" θα αναρτηθούν ποιήματά του μεταφρασμένα και στα ισπανικά.
.jpg)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου