Δευτέρα 29 Δεκεμβρίου 2025

Κασσιανή Μαρτινάκη − Δημήτρης Παπακωνσταντίνου, "Στη γη του ανέμου"

 



Ο άνεμος λέει…

Πνοή πρώτη


Μ’ έχει γεννήσει το πανί σ’ ένα τρικάταρτο
το κρώξιμο του γλάρου και τ’ αλάτι
βροχή που έραινε θολό το μπλε, το μοβ
ο γδούπος ο βαρύς, φύκια γεμάτος
κι όλα στον δρόμο μου αφρός, καρίνα μάχιμη
όλα τα ύφαλα κοράλλια, πεταλίδες

κι ας λένε όσοι τη ζωή
καλά δε γνώρισαν.

Τον άνεμο γεννάει το ταξίδι!




Η γη λέει…

Πνοή πρώτη


Ζάρι στο χέρι ενός αμούστακου θεού
μ’ ένα καπρίτσιο ρίχτηκα
στο προαιώνιο τίποτα.
Καυτό λιωμένο μέταλλο στα σπλάχνα μου
άλλο δε γνώρισα απ’ τη βία και το θειάφι.

Γύρω μου άστρα ατέλειωτα να παίζουνε στη νύχτα
γύρω μου σκόνη λαμπερή, και στην παλάμη μου ένα φως.

Κι έφτιαξα χέρια πέτρινα,
για να βρει νύχτα ο καιρός να ξαποστάσει.



*    *    *





Ο άνεμος λέει…

Πνοή δέκατη


Βαθιά οργωμένη ως το κόκαλο, ως τον θάνατο
με τα σπιτάκια θαλασσιά στο κύμα πάνω,
με πολιτείες και χωριά στην άγρια ράχη σου
με τις πληγές σου ανοιχτές −μα πώς αντέχεις−
βαθιές γεμάτη χαρακιές δαρμού στο σώμα σου
άκου με, άκου να σου πω,
τι σου ζητάω!

Μίλια καλώδια πισθάγκωνα αν σε δένουνε,
και δηλητήρια βαριά αν σε μεθάνε,
δίχως μισόλογα, προσχήματα, «αλήθεια μου»

να μου ταΐσεις τα παιδιά μου που πεινάνε!

(Σ’ έναν κατώτερο Θεό, μαύρο πιστεύουνε
ψάλλουν τα τύμπανα στα δάση
να τον βρούνε.
Όμως για δες,
εδώ το χρήμα κυβερνά

κι οι προσευχές πέφτουν νεκρές
δίχως ελπίδα.)




Η γη λέει…

Πνοή δέκατη


Ο ήχος, οι ήχοι, το χώμα, η λάσπη
νύχια να μπήγουν βαθιά μες στη σάρκα
μέταλλο αστράφτει χάσκω τρεμάμενη
τσιμέντο και σίδερο γυαλί και ατσάλι
καρφιά ρυθμικά, σταγόνες, σταγόνες
το βάρος στο στήθος σκληρή φυλακή.

Μ’ αντέχω, αντέχω, φυτρώνω κι ανθίζω.
Αιώνια εφήμερη, αιώνια πηλός.
Γελάω και φλέγομαι, Θεούς τιθασεύω

Βλεφάρων πετάρισμα όλοι οι δρόμοι.



*    *    *





Ο άνεμος αποχαιρετά…


Τα μεσημέρια σας, κουρνιάζω στις σκιές
ήλιος μονάχος πυρπολεί τα κεραμίδια
μήτε πουλιά μήτε φευγάτα άσπρα σύννεφα
τζιτζίκια μόνο τραγουδούν στα μέσα κλωνιά.

Το κάδρο γέρνει μες στο φως
βαραίνει στ’ όνειρο
μένει για πάντα στο μυαλό
με μια ζωντάνια,
που σε τρομάζει ώρες-ώρες σαν βυθίζεσαι:

Το όνομά σου μουρμουρίζει·
σε προσμένει.




Η γη αποχαιρετά...


Αρπάζεσαι από τα μαλλιά μου, στροβιλίζεσαι
σιδηροδέσμιος της δίνης μου, της μοίρας
στις χίλιες γλώσσες των πουλιών χρησμούς αφήνεις
στο φως στο βλέμμα ενός προφήτη γυρολόγου:

«Στάζει Θεός σε κάθε ανατολή, σε κάθε δείλι
Θεός σε κάθε συνοχή, σε κάθε βράχο
κρατιέται η ύλη και το φως με μιαν αγάπη
κι όταν αηδόνια τραγουδούν
κι όταν λουλούδια ξεδιπλώνονται στον ήλιο,
κι όταν γεννιούνται και πεθαίνουν οι εποχές,
το Θέλημά Του».

Και στη σταγόνα του νερού
μήτε στεριά μήτε πνοή, η Θεία Χάρη:

λίγο από σένα κι από μένα και ζωή.





Από τη συλλογή «Στη γη του ανέμου (πνοές − φωνές της ποίησης)», Εκδόσεις Κυβέρτι, 2025.





Η Κασσιανή Μαρτινάκη γεννήθηκε το 1976 στη Θεσσαλονίκη όπου και μεγάλωσε. Σπούδασε στο Τμήμα Αγγλικής Γλώσσας και Φιλολογίας της Φιλοσοφικής σχολής του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, όπου και ολοκλήρωσε τις μεταπτυχιακές της σπουδές στην Αγγλική Λογοτεχνία και τη Θεωρία Λογοτεχνίας. Εργάζεται ως εκπαιδευτικός στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση από το 2005 και ζει τα τελευταία χρόνια με την οικογένειά της στην Πτολεμαΐδα. Το 2022 κυκλοφόρησε η πρώτη της ποιητική συλλογή, «Του έρωτα και της σιωπής». Ποιήματα, κριτικά σημειώματα και μεταφράσεις της, έχουν δημοσιευτεί σε λογοτεχνικά περιοδικά και ανθολογίες. Το 2024 εκδόθηκε η δίγλωσση ποιητική συλλογή του Δημήτρη Παπακωνσταντίνου «Στους φεγγίτες η έξοδος (σπουδή στο φως σου)» σε δική της μετάφραση στην αγγλική γλώσσα από τις Εκδόσεις Κυβέρτι. Την Άνοιξη του 2025 εκδόθηκε η δεύτερη ποιητική της συλλογή με τίτλο «Ριπή ανοδική» Εκδόσεις Κυβέρτι και, λίγο αργότερα, από τις ίδιες εκδόσεις, η συλλογή «Στη γη του ανέμου», από κοινού με τον Δημήτρη Παπακωνσταντίνου.



Ο Δημήτρης Παπακωνσταντίνου γεννήθηκε το 1967 στη Λάρισα, όμως ζει με την οικογένειά του μόνιμα στην Κοζάνη, όπου εργάζεται ως καθηγητής Μέσης Εκπαίδευσης. Είναι τακτικό μέλος της Εταιρίας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης και της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών. Μέχρι σήμερα έχουν εκδοθεί δέκα ποιητικές συλλογές και δύο πεζογραφήματά του. Ποιήματά του φιλοξενούνται σε συλλογικούς τόμους και σε διάφορα έντυπα και διαδικτυακά περιοδικά. Κάποια από αυτά απέσπασαν βραβεία και διακρίσεις σε Πανελλήνιους Διαγωνισμούς. Μερικά έχουν μεταφραστεί στην αγγλική, τη γαλλική και την ισπανική γλώσσα. Από τον Νοέμβριο του 2022 συνδιευθύνει το περιοδικό «ΝΟΗΜΑ», τον «Εξαμηνιαίο Πυρήνα Νόησης και Λόγου» που εκδίδεται στη Θεσσαλονίκη. Τον Νοέμβριο του 2022, εκδόθηκε στη Σεβίλλη και κυκλοφόρησε στα ισπανικά από τον εκδοτικό οίκο Padilla Libros το βιβλίο του “Εn mi barro los labios” («Στον πηλό μου τα χείλη»), σε μετάφραση του διακεκριμένου ελληνιστή Jose Antonio Moreno Jurado.
Εργογραφία:
Πεζογραφία:
1. Νυχτοπερπατήματα, νουβέλα (24 γράμματα, Αθήνα 2017)
2. Η τροχιά του βέλους (Όστρια, Αθήνα 2018)
Ποίηση:
1.   Μικρή Περιήγηση (Νέα Πορεία, Θεσσαλονίκη 1996/ Εντύποις, Αθήνα 2017)
2.   Ψιθυριστά στο φως, στο έρεβος (Πηγή, Θεσσαλονίκη 2016)
3.   Αχαρτογράφητα (24 γράμματα, Αθήνα 2017)
4.   Ο Μέσα Ήλιος (Εντύποις, Αθήνα 2018)
5.   Μνήμες της ρίζας (Κουκκίδα, Αθήνα 2020)
6.   Δρόμοι στη σκόνη (Κουκκίδα, Αθήνα 2021)
7.   Διαλέγω το λευκό (Ρώμη, Θεσσαλονίκη 2022)
8.   Λιωμένος Χρόνος (Ρώμη, Θεσσαλονίκη 2023)
9.   Στους φεγγίτες η έξοδος (Κυβέρτι, Αθήνα 2024)
10. Στη γη του ανέμου (Κυβέρτι, Αθήνα 2025)


Παρασκευή 26 Δεκεμβρίου 2025

Διώνη Δημητριάδου, "Αδώνιδος κήποι"





ΠΟΙΗΤΟΥ ΤΟ ΗΘΟΣ


Και θα σταθείς με μόνο το μολύβι σου στο χέρι
από φωτιά ν’ αστράφτει και να ξερνάει λυγμό
τα τρίσβαθα που μέσα τους κρυμμένο
ώς το μεδούλι σε κατατρώει σαράκι

Μόνο αυτό θα έχεις
των πιο παλιών κληρονομιά ακριβή
πικρό να γράφεις και να γεύεσαι το αλάτι

Ευχή κι όχι κατάρα
με μια ελάχιστη φωνή
το πιο βαρύ στα ποιήματα
φορτίο που σηκώνεις

Ήθος του ποιητή
το άχθος του ανθρώπου





*   *   *

                  Καθώς σιγόσβηνε το θαύμα μέσα μου
                              απατηλές ελπίδες εξαντλώντας
         σαν μια βαριά αλυσίδα εκούσιας υποταγής
                        να σύρθηκε αργά ελευθερώνοντας
                                                   τα τσακισμένα μέλη

   Μόνο που τώρα να βρω σφυρί κι αμόνι πρέπει
   απ’ την αρχή σφυρήλατα να φτιάξω νέα δεσμά





ΣΑΝ ΠΑΡΑΜΥΘΙ


Θήραμα και κυνηγός
θύμα και θύτης
το παίγνιο της ζωής
το άλλοθι του θανάτου
καθώς σε προαιώνια επιταγή
διαρκώς τη φύση εναλλάσσουν
ώς να τελέψει η ανάσα
κάτι ακόμα να γραφεί
σχήμα καθορισμένο
ώς να τελέψει η ανάγνωση
του βίου το παραμύθι

[εκεί στα όρια της αντοχής η αρπάγη ξετυλίγεται το θήραμα να πιάσει μαύρο κεφάλι ο κυνηγός σαν λεοντή τη λεία του να ντυθεί κι εκείνο στις λέξεις αφημένο να σπαρταράει ακόμα ώσπου να κλείσει δικαιωματικά την ύστερη σελίδα της απόγνωσης παρείσακτος του δράματος ο αναγνώστης]





ΣΗΜΑ ΤΑΠΕΙΝΟ


Έχουν από παλιά πεθάνει οι θεοί
αφήνοντας τα ίχνη τους
λαμπρά σημάδια για τους ταπεινούς
που μάταια ψάχνουν
με τα κλειστά τους μάτια
να λιγοστέψει ο κόσμος – να σωθούν
το χάος τους φοβίζει – δεν στέργουν ν’ απλωθούν
μόνη τους τόλμη ένα σήμα τόσο δα
ταιριάζοντας τη φύση τους με δύο μέτρα χώμα
κάτι να μείνει – όχι γι’ αυτούς
μα για τους άλλους που έρχονται
να το πιστέψουν έτοιμοι
ανίδεοι στη θέα του κενού





ΚΑΠΟΙΑ ΜΙΚΡΗ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ


Μια μνήμη ορφανή
σ’ ένα περβάζι παραθύρου
εκεί που ξεπετά τα πρώτα πράσινά της
σ’ ένα πιατάκι μια χλωρή φακή
με εφήμερο το κοίταγμα
κατά τον κάμπο αγναντεύοντας
την ξεχασμένη όπως κι αυτή
περιφορά του Επιταφίου

Του Αδώνιδος οι κήποι
στα αποξηραμένα πια
για να καούν όπως τους πρέπει
στη φωτιά
μαζί με όσα γιγάντωσαν
σε χρόνια αναμονής
κι έπειτα χρόνια θλίψης
κι ακόμη τώρα απόγνωσης

Κι ύστερα
πάλι σε μια στενοπορία
μαζί με όσα μάζεψε
κι όσα χωρούν ακόμη
χλωρά, ξερά κι αφρόντιστα
ρημάδια της ζωής
σε μιαν ανέλπιστη προσπάθεια
αναμονής για ανάσταση

Μόνο που η κάθε νέα αναμονή
την απελπίζει πιότερο κι από την ίδια την εικόνα
στο έρημο ξωκλήσι
κάποιο απόγευμα μικρής Παρασκευής
τότε που πλεύρισε τον θάνατο
κι απόκαμε να τον κοιτά

Μια εικόνα της ταφής
ξυσμένο είχε το χρώμα της
με μια γενναία δόση ώχρας
στα ίχνη του καιρού

Κι ύστερα σκέφτηκε τον ποιητή
που αντίκρισε το απόλυτο σκοτάδι
κι έμεινε να θαυμάζει
το μαύρο θαύμα μέσα του

Κι ησύχασε λιγάκι
καθώς ένιωσε τη σκιά
βαριά να πέφτει πάνω της
κι άρχισε να χωρίζει
στα δυο τα σκοτεινά κομμάτια
αφήνοντας το πιο βαθύ στην άκρη του μυαλού
και ντύνοντας το πρόσωπο με τ’ άλλο το ανοιχτότερο
να μην τη δούνε και σκιαχτούν
όσοι ακόμη ελπίζουν





ΤΟ ΜΕΡΤΙΚΟ


Εκείνος, λυτρωμένος, βάδιζε μέσα στο φως
και πίσω ακολουθούσε ένα πλήθος αλλοπρόσαλλο
κάποιοι τον χλεύαζαν, άλλοι τον λοιδορούσαν
λίγοι τον κοίταζαν με ελπίδα

Ίσως κι εμείς; ρωτούσαν
κι η σκέψη τους ήταν στο σάρκινο και ευτελές του κόσμου τους

Μόνο ένας, λίγο πιο πίσω αυτός
δεν έτρεχε κοντά του ούτε σκορπούσε τα λόγια του εδώ κι εκεί
μόνο αναρωτιόταν
αν είναι έτσι που μας λες
τότε πού είναι το δικό του μερτικό αθανασίας;

Κρατώντας από το χέρι τον δικό του άγγελο
που έσβηνε ώρα την ώρα
μικρός και άδοξος





Από τη συλλογή «Αδώνιδος κήποι», ΑΩ Εκδόσεις, 2025.
Έργο εξωφύλλου: Φωτεινή Χαμιδιελή, «Βυθός» (μεικτή τεχνική).




Η Διώνη Δημητριάδου γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1956. Σπούδασε Ιστορία και Αρχαιολογία στο Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο της Αθήνας και δίδαξε για πολλά χρόνια σε δημόσια Λύκεια. Ποιήματά της και πεζά, καθώς και κριτικά δοκίμια δημοσιεύονται τακτικά σε λογοτεχνικά περιοδικά, έντυπα και ηλεκτρονικά. Έχει εκδώσει βιβλία πεζογραφίας, ποίησης, δοκιμιογραφίας και μετάφρασης και έχει συμμετάσχει σε συλλογικές εκδόσεις. Μαζί με τον ποιητή Βαγγέλη Αλεξόπουλο μετέφρασαν την Αμερικανίδα ποιήτρια Άι Ογκάουα (Ai Ogawa) καθώς και τον Αμερικανό ποιητή Έντουαρντ Χιρς (Edward Hirsch). Είναι ειδική συνεργάτις του έντυπου λογοτεχνικού περιοδικού Καρυοθραύστις, επιμελείται στο περιοδικό Οδός Πανός τη στήλη «Διαβάζοντας τους ποιητές» και διευθύνει μαζί με τον ποιητή Κώστα Θ. Ριζάκη το έντυπο περιοδικό Λόγου και Τέχνης Σταφυλή. Συντονίζει, μαζί με τη Δήμητρα Καραχάλιου, τη Λέσχη Ανάγνωσης Ενηλίκων της Δημοτικής Βιβλιοθήκης της Αγίας Παρασκευής. Διατηρεί στο διαδίκτυο το λογοτεχνικό ιστολόγιο (blog) «Με ανοιχτά βιβλία». Είναι μέλος του Κύκλου Ποιητών.

Δευτέρα 22 Δεκεμβρίου 2025

Αργύρης Χιόνης, "Ο ακίνητος δρομέας"





Από την ενότητα
ΑΘΛΗΜΑΤΑ



ΕΙΝΑΙ ΘΛΙΜΜΕΝΟΣ Ο ΔΡΟΜΕΑΣ που τρέχει μόνος και διανύει μεγάλες αποστάσεις δίχως κοινό και δίχως αντιπάλους.
Είναι θλιμμένος ο δρομέας που δεν τρέχει για να φτάσει πρώτος, που δεν τρέχει για να φτάσει καν.
Είναι θλιμμένος ο μοναχικός δρομέας και σχεδόν ακίνητος.





ΟΛΟ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ πίστευε ότι γύρισε ο οδοιπόρος και, ξαφνικά, ανακαλύπτει ότι γύρω γύρω απ’ τον εαυτό του γύριζε. Γι’ αυτό αποφασίζει τον κόσμο να γυρίσει πάλι, χωρίς να κάνει λάθος ετούτη τη φορά. Βέβαια, το αποτέλεσμα είναι ίδιο, αλλά ο οδοιπόρος δεν το βάζει κάτω κι επιχειρεί, πάλι και πάλι, την ίδια επώδυνη πορεία. Αυτό είναι, άλλωστε, που τον ξεχωρίζει από τον οποιονδήποτε άλλον οδοιπόρο και που τον καθιστά αθλητή.





ΜΕ ΤΟ ΚΑΛΕΜΙ στο ’να χέρι και το βαρύ σφυρί στο άλλο, λυτρώνει λίγο λίγο, ο γλύπτης, από τον μονοκόμματο όγκο του μαρμάρου, το ολοζώντανο κορμί ενός αθλητή, κι όπως φουσκώνουν οι δικές του φλέβες, οι δικοί του μύες, από την πνευματική χειρωναξία, έτσι φουσκώνουν και στο μάρμαρο οι φλέβες και οι μύες του αθλητή. Συναθλητές, λοιπόν, γλυπτό και γλύπτης, με μια ωστόσο διαφορά· του γλύπτη, μοναχά, το μέτωπο είναι κάθιδρο.





ΚΑΙ ΞΑΦΝΙΚΑ, EΝΑ ΠΡΩΙ (πως του ’ρθε;), αποφάσισε να ξεπεράσει τον εαυτό του. Άρχισε, λοιπόν, να τρέχει, μέχρι εξαντλήσεως, δρόμους ταχύτητας, άλματα εις μήκος, και εις ύψος να πηδά. Επί ματαίω· πάντοτε, πίσω ή κάτω απ’ τον εαυτό του ήτανε.
Αφού είδε και απόειδε, σκέφτηκε πως έπρεπε ν’ αλλάξει άθλημα κι έγινε ποιητής. Βέβαια, ούτε έτσι τα κατάφερε (ο εαυτός του ήταν και σε τούτο αξεπέραστος), αλλά το άθλημα αυτό του άρεσε και συνεχίζει να ’ναι ποιητής με μέτριες, έστω, επιδόσεις.





Από την ενότητα
ΑΚΙΝΗΤΟΣ ΣΤΟΥ ΠΟΤΑΜΟΥ ΤΗΝ ΚΟΙΤΗ



ΟΙ ΜΕΡΕΣ ΤΟΥ ΠΕΡΝΟΥΝ δίχως να έρχονται. Αυτός, ωστόσο, είν’ εκεί και τις προσμένει· έν’ αδειανό ορίζοντα κοιτώντας, καρτερεί να υποδεχτεί τις μέρες που, χωρίς να φτάνουν, έχουν κιόλας φύγει.
Το παρελθόν αυξάνει ιλιγγιωδώς, το παρελθόν ενός αβίωτου παρόντος· οι αναμνήσεις μίας άζωης ζωής σωρεύονται, αδιάκοπα, και τον συνθλίβουν.





«ΠΟΥ ΠΑΤΕ, ΜΕΡΕΣ ΜΟΥ», ρωτά, «μικρά πουλιά, γιατί πετάτε, για πού τραβάτε βιαστικά;».
«Εμείς δεν πάμε πουθενά, εμείς δεν είμαστε πουλιά, στεφάνι επτάφυλλο είμαστε πέτρινο κιονόκρανο στου χρόνου την αμετακίνητη κολόνα. Εσύ πετάς αδιάκοπα, εσύ αποδημείς προς μια εποχή πιο παγερή, προς ένα ατέλειωτο χειμώνα».





ΜΟΝΟ Η ΣΙΩΠΗ, η απόλυτη σιωπή προσφέρεται για τη χαμηλόφωνη συνομιλία των πραγμάτων που, κάτω από άλλες, ηχηρές συνθήκες, ούτ’ ένα νεύμα δεν μπορούν να ανταλλάξουν, γιατ’ είν’ ευαίσθητα τα πράγματα στον ήχο και δεν αποκαλύπτουν την ψυχή τους εν μέσω οιουδήποτε θορύβου.
Σφαλνά τις πόρτες, τα παράθυρα, τα μάτια, εξώνει από το χώρο ήχο και φως. Ακίνητος, σε μια γωνιά, και σιωπηλός, γίνεται κοινωνός των μυστικών τους, γίνεται κι αυτός πράγμα δικό τους· καλόγερος με λίγα ρούχα κρεμασμένα πάνω του.





ΤΑ ΟΝΕΙΡΑ ΤΟΥ, απαθής, βλέπει να πνίγονται· με τα χέρια στις τσέπες, παρακολουθεί τον καταποντισμό τους. Σκοινί δεν έχει να τους ρίξει, να πιαστούν, ούτε σωσίβιο, αλλ' ούτε καν σανίδα σωτηρίας. Στέκετ’ εκεί, ακίνητος, και βλέπει σχεδόν ευτυχισμένος, τον πνιγμό τους. Στο βάθος βάθος, είναι ανακούφιση, είναι παρηγοριά να μένεις, επιτέλους, δίχως όνειρα, καθότι, ως γνωστόν, τα όνειρα έχουν την τάση αδιάκοπα να ναυαγούν και πρέπει εσύ αδιάκοπα να τα διασώζεις.





ΣΠΙΘΕΣ, σπίθες, σπίθες… Ελάχιστοι, οι στίχοι του, διάττοντες αστέρες που σβήνουν πριν προλάβουν να συνθέσουν φωτεινό στερέωμα.






Από τη συλλογή «Ο ακίνητος δρομέας», 1996.
Πηγή, η συγκεντρωτική έκδοση «Η φωνή της σιωπής [Ποιήματα 1966-2010]», εκδ. Κίχλη, 2025.

Πηγή για την εικόνα: Εκδόσεις Κίχλη.


Πέμπτη 18 Δεκεμβρίου 2025

Κλεονίκη Δρούγκα, "Η αλήθεια είναι πολλές"





Ραγισματιές


Λίγες μέρες πριν παρατήρησα με ύφος ειδικού δυο ραγισματιές στο παρμπρίζ. Δεν ήταν πολύ μεγάλες και κάποιοι εξειδικευμένοι τεχνίτες εύκολα θα μπορούσαν να τις επισκευάσουν, ώστε τίποτε να μη φαίνεται, ούτε ράγισμα ούτε ρωγμή. Το όλο θέμα δεν με απασχόλησε περισσότερο. Πήρα το αυτοκίνητο, το πήγα, το είδε ο μάστορας, το εξέτασε δυο-τρία λεπτά και γνωμοδότησε να αλλάξω όλο το τζάμι, γιατί, όπως και να ’χει, ραγισμένο τζάμι ήταν και «το γυαλί που ράγισε δεν ξανακολλάει» είπε. «Κι αν κολλήσει, θα φαίνεται άσχημα». Με είδε διατακτική, μου επιβεβαίωσε ότι όλα θα τα πληρώσει η ασφάλεια, κούνησα το κεφάλι μου καταφατικά, έκλεισα ραντεβού για την επόμενη μέρα, μπήκα στο αυτοκίνητο κι έφυγα.
    Τι εύκολο που είναι με τα πράγματα· χαλάνε, τα φτιάχνεις και ούτε γάτα ούτε ζημιά. Αλλάζεις το γυαλί, βάζεις ένα άλλο ολοκαίνουργιο και το απολαμβάνεις.
    Οι ανθρώπινες σχέσεις όμως; Με τους ανθρώπους τι γίνεται;
    Έχεις έναν φίλο −καλό φίλο−, πας διακοπές, μοιράζεσαι το κρεβάτι τις νύχτες, τρως με το ίδιο κουτάλι, τα πίνεις μαζί του, λες στεναχώριες, χαρές, κλαις, γελάς, τον φιλοξενείς, του δίνεις το αυτοκίνητό σου, κάτι λεφτά που έχεις στην άκρη – οι φίλοι στα δύσκολα φαίνονται άλλωστε. Κάτι πάει στραβά και το μυαλό σου σκοτεινιάζει. Μάταια και φρούδη η ελπίδα ξεκαθαρίσματος. «Καθαρός καβγάς», συνηθίζεις να λες, «καθαρή συμφιλίωση». Έλα όμως που δεν είναι καθόλου έτσι. Γιατί θα τολμήσεις να πεις τις αλήθειες σου, θα επιχειρήσεις να ψελλίσεις τα παράπονά σου, να καταθέσεις τις ενστάσεις σου και τότε κάθε ένσταση θα γίνει και μια ρωγμή και κάθε σου «γιατί» ένα πισωπάτημα και κάθε πισωπάτημα μια πίκρα. Και αναρωτιέσαι μήπως αυτό το «παραπάνω» σου τρομάζει τους άλλους, ανοίγει χώρο και φταις. Μήπως ισχύει τελικά αυτό που κάποιοι λένε «ουδείς αχαριστότερος του ευεργετηθέντος»!
     Και ύστερα ραγίζει το γυαλί. Αυτοί «οι δικηγόροι του διαβόλου» θα τοποθετούνταν με σαφήνεια εναντίον σου; «Ένοχος, φίλε, όφειλες να προσέχεις περισσότερο, αντί να τρέφεις μεγάλες προσδοκίες, πιο μεγάλες από εσένα. Ας πρόσεχες».
    Χθες, πρωί πρωί, πήγα στον μάστορα για αλλαγή παρμπρίζ. Θαύμασα το νέο τζάμι. Έξοχο. Καθαρό. Όμορφο. Αποχώρησα με οδηγίες χρήσης. Μικρές χαρές τις λες αυτές και τελικά είναι αξιοθαύμαστο πώς σου αλλάζουν τη διάθεση.
    Σήμερα, σαν πήγα στη δουλειά όμως, με σταμάτησε ο φύλακας και μου ζήτησε να επιδείξω το σήμα ελεύθερης εισόδου. Το είχα κολλήσει στο παρμπρίζ το χαλασμένο. Τώρα έχω αλλάξει όμως παρμπρίζ και το σήμα δεν είναι εκεί. Πετάχτηκε με τα θρύψαλα.
    Ακόμη το σκέφτομαι εκείνο το σήμα. Ολόκληρη διαδικασία είναι να πάρω καινούργιο. Αναρωτιέμαι μήπως θα ’ταν καλύτερο να είχα φτιάξει τις ραγισματιές.





Γεύμα


Κοιτάζονται στα μάτια λίγα λεπτά χωρίς να μιλάνε. Ο ηλικιωμένος άντρας τοποθετεί τη χαρτοπετσέτα στο λευκό του μπλουζάκι, πιάνει το κουτάλι, το βάζει στη σούπα, ανακατεύει και ρουφάει απρόθυμα.
    − Μμμμ, ό,τι πρέπει είναι…
    Ο νεαρός άντρας μιμείται τις κινήσεις του, αλλά δεν βάζει μπουκιά στο στόμα. Παίρνει την κορνίζα που έχει δίπλα του, σκύβει και του δείχνει τη φωτογραφία. Ο ηλικιωμένος αλλάζει θέση, σκύβει κι αυτός να τη δει καλύτερα. Βάζει τα γυαλιά και παρατηρεί ένα ένα τα πρόσωπα, χαμογελώντας κι αλλάζοντας τη διάθεσή του ανάλογα με τον εικονιζόμενο. Στο ξανθό νεογέννητο αγοράκι μένει περισσότερο χρόνο, η φωνή του γίνεται πιο βαθιά, κομπιάζει και σταματά.
    Ο νεαρός άντρας σηκώνεται, βάζει δυνατά τη μουσική του Χατζιδάκι, το «Βαλς των χαμένων ονείρων», στροβιλίζεται και γελάει. Γελάει κι ο ηλικιωμένος, κουνώντας τα χέρια. Σε λίγο σηκώνεται αργά κι εκείνος και κάνει μικρά βήματα. Ο νεαρός τού υποδεικνύει άλλον βηματισμό. Ο ηλικιωμένος επιμένει στην άποψή του. Ο νεαρός «κάνει ένα βήμα πίσω» και πολλά βήματα μπροστά. Ο ηλικιωμένος άνδρας γελάει και χορεύει. Σε λίγο γελάνε και οι δυο με την καρδιά τους. Ο ηλικιωμένος άνδρας βήχει. Σταματάει να χορεύει. Επιστρέφει στο κρεβάτι του.
    − Σ’ ευχαριστώ που φάγαμε μαζί. Ποιος ξέρει πότε θα το ξανακάνουμε… Αν δεν πάει καλά η εγχείρηση…
    − Μη λες τέτοια, όλα καλά θα πάνε.
    Ο ηλικιωμένος άνδρας κλείνει το λάπτοπ, καθώς μπαίνει η νοσοκόμα να του πάρει αίμα. Ο νεαρός άνδρας μένει με την οθόνη του υπολογιστή ανοιχτή να κοιτάζει τον εαυτό του. Μουρμουρίζει.
    — Εγώ σ’ ευχαριστώ για όλα, πατέρα.





Χριστουγεννιάτικο τραπέζι


Δεν υπάρχει τίποτε ωραιότερο από το χριστουγεννιάτικο τραπέζι που μυρίζει αγάπη και φαγητά και μαζεύει γονείς, παιδιά κι εγγόνια γύρω του, κι ας μιλάνε όλοι μαζί, καμιά φορά, κι ας κουράζεται η νοικοκυρά, κι ας λερώνονται τα τραπεζομάντηλα με λεκέδες που δεν βγαίνουν.
    Ανοίγω το ψυγείο και το μάτι μου βιαστικά αναζητά τη μαρμελάδα στην πόρτα: ένας μισάνοιχτος χυμός πορτοκάλι, ένα γάλα, μισό μπουκάλι τσίπουρο, η μαρμελάδα βύσσινο. «Η γαλοπούλα πάει με μαρμελάδα βύσσινο!» συνήθιζες να λες. Ύστερα το βλέμμα μου πέφτει στο τσίπουρο και το αγκαλιάζει. Ήταν δικό σου. Το έπινες κάθε Χριστούγεννα στο τραπέζι, λίγο λίγο να μην τελειώσει, να έχει και για την επόμενη χρονιά. Το παίρνω. Το βάζω κι αυτό πάνω στο τραπέζι μαζί με την μαρμελάδα, γεμίζω το ποτήρι μου και το πίνω. Αργά. Το πίνω, αλλά την ίδια στιγμή θα ’θελα να το αφήσω, όπως είναι, για σένα.
    Με κάθε γουλιά γυρίζω πίσω σε άλλα Χριστούγεννα που σ’ έβλεπα με την ποδιά να ετοιμάζεις τους μεζέδες. Φορούσες πάντα τα καλά σου ρούχα από νωρίς, πρόσεχες να μην τα λερώσεις και μας περίμενες στην πόρτα. Το τραπέζι ήταν στρωμένο από την προηγούμενη και πάντα πρώτο πιάτο μεζεδάκια. Η μητέρα τσιγάριζε την γέμιση της γαλοπούλας εκείνη την ώρα, για να είναι ζεστή. Εσύ δίπλα την παρακολουθούσες με προσοχή και ανακάτευες να τελειώσετε πιο γρήγορα. Με το χέρι της σε έσπρωχνε να φύγεις, αλλά εσύ έκλεινες τα μάτια, εισέπνεες την μυρωδιά, μυρωδιά από Χριστούγεννα, κι έμενες δίπλα της. Τσιγάριζες θλίψη και προβλήματα και χαμογελούσες.
    Ύστερα έπαιρνες το τσιπουράκι σου και καθόσουν στην κεφαλή του τραπεζιού, κοίταζες το πιάτο που ήταν μπροστά σου, έπιανες το πιρούνι και δεν έτρωγες. Τόσο μεγάλη ήταν η χαρά σου που σε χόρταινε· κατάπινες γουλιά γουλιά την απόλαυση και κοίταζες με έναν κόμπο στον λαιμό παιδιά κι εγγόνια. Αρράγιστος πάντα.
    Μυρίζω τα Χριστούγεννα σήμερα. Μ’ ακουμπάει η χαρά που στροβιλίζεται γύρω μου και μπλέκεται με τις αγκαλιές και τα πρόσωπα. Μαγείρευα όλη τη νύχτα σε χαμηλή φωτιά να είναι ζουμερή η γαλοπούλα, πρόσθετα μπαχαρικά με ανατολίτικη γεύση και αυξομείωνα τη θερμοκρασία στον φούρνο. Έστρωσα από νωρίς το καλό σερβίτσιο κι έβαλα τα μαχαιροπήρουνα στη θέση τους. Σε κάθε πιάτο έβαλα κι ένα καρτελάκι. Τα είχα γράψει δυο χρόνια πριν και πρόσεχα να μπουν τα ονόματα στις σωστές θέσεις. Το δικό σου πατέρα, το άφησα στο συρτάρι, φέτος.
    Μάταιη όμως προσπάθεια να σε χαντακώσω. Σηκώνομαι από την καρέκλα και ανοίγω το συρτάρι, βγάζω το όνομά σου και το αφήνω στο τραπέζι, εκεί δίπλα στο τσίπουρο.
    Με ένα άλμα στη σκέψη εμφανίζεσαι μπροστά μου και σηκώνεις το ποτήρι σου ψηλά. Ψηλά το σηκώνω κι εγώ με μάτια διάπυρα.
    Και του χρόνου, πατέρα.





Από τη συλλογή διηγημάτων, «Η αλήθεια είναι πολλές», εκδ. Νίκας, 2024.




Η Κλεονίκη Δρούγκα είναι πτυχιούχος Φιλοσοφικής ΑΠΘ, κάτοχος μεταπτυχιακού και διδακτορικού διπλώματος. Οι καλλιτεχνικοί προσανατολισμοί της στρέφονται σε σενάριο-κινηματογράφο, ποίηση, πεζογραφία και εκπαίδευση. Έχει εκδώσει βιβλία επιστημονικού ενδιαφέροντος, τέσσερις ποιητικές συλλογές [«Οκλαδόν με τον Χρόνο» (2022), «Ξεκάθαρο κρύο» (2023), «Με δανεικό μολύβι» (2024), «κουκούτσια από καρπούζι» (2025), όλες από τις εκδόσεις Μανδραγόρας], τη συλλογή διηγημάτων «Η αλήθεια είναι πολλές» (Νίκας, 2024) και έχει συμμετάσχει σε ποικίλες συλλογικές εκδόσεις. Επιστημονικά άρθρα της έχουν δημοσιευθεί σε ελληνικά και ξένα περιοδικά, εισηγήσεις της σε πρακτικά ελληνικών και διεθνών συνεδρίων, ποιήματα και διηγήματά της σε έντυπα και ηλεκτρονικά λογοτεχνικά περιοδικά. Συνέγραψε σενάρια μικρού μήκους ταινιών μυθοπλασίας και συνεργάστηκε σε ταινίες τεκμηρίωσης, με βραβεύσεις σε ελληνικούς και διεθνείς διαγωνισμούς. Είναι μέλος της Εταιρίας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης και διδάσκει Σενάριο στο Τμήμα Κινηματογράφου της Σχολής Καλών Τεχνών ΑΠΘ, στο Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα Σπουδών «Δημιουργική Γραφή-Σενάριο» (Π.Δ.Μ.) και στο πρόγραμμα «Συγγραφή, Επεξεργασία και Αξιολόγηση Σεναρίων» ΚΕΔΙΒΙΜ, στο οποίο είναι Ακαδημαϊκή Υπεύθυνη.

Κυριακή 14 Δεκεμβρίου 2025

Κώστας Θ. Ριζάκης, "απολαβές της αχιλλείου"





απολαβές της αχιλλείου


τόξευσες πόσα στην ζωήν π’ ευστόχως
φεύγαν’ βέλη μήτε πληγώθηκεν καν είς
ούτ’ εβελτιώθη κάτι συνέπιπτεν η από-
φαση ναν παραμείνεις μαχητής χιονίσει-
βρέξει στα ίδια θ’ απέληγεν στάσις τιμής
ή ζήτημ’ αδιαλλαξίας – αλλά σε χαλεπούς
καιρούς βρίθοντες φουλ κ’ οι υποκριτές οι

καταχθόνιοι άλλοι ξύνουνε αύθις της αλήθειας φως

σε αιματωμένες ξόβεργες σου τσάκισαν τον τένοντα
κούτσαινες εκστρατεύων (στα πρόδηλα διαβολής ανθ-
                                                                   ήρωας εξορίσθης)


                                                        Κώστας Θ. Ριζάκης




Ο ποιητής Κώστας Θ. Ριζάκης (Λαμία, 1960) εξέδωσε δεκαοκτώ συλλογές, τη μία συγκεντρωτική (των εξ πρώτων γ΄ επαν. Κουκκίδα 2020). Διηύθυνε ή και συνδιηύθυνε επτά έως τώρα (σε εννέα εν συνόλω περ.) λογ. περιοδικά. Επίσης, επιμελήθηκε περί τα 220 βιβλία (ιδία ποιητικά), αρκετά αφιερώματα σε έντυπα άλλων, καθώς και τιμητικούς τόμους σε μορφές (Κ.Ε. Τσιρόπουλο, Γ. Πέγκλη, Μ. Μέσκο, Ο. Αλεξάκη, Σ. Σαράκη, Ζ. Σαμαρά, Β.Π. Καραγιάννη, Δ. Αγγελή, Γ.Χ. Θεοχάρη, Κ.Α. Κρεμμύδα, Σ.Σ. Σταμπόγλη τα τελευταία 2 υπό έκδοσιν) τής λογοτεχνίας μας. Ενασχολείται δε και συνεχίζει, με τη σύγχρονη γυναικεία γραφή (Ζ. Δαράκη, Λ. Παππά, Μ. Καραγιάννη, Κ. Κούσουλα, Χ. Κουτσουμπέλη, Έ. Λάγκε, Έ. Κορνέτη, Ν. Κεσμέτη, Κ. Ρουκ, Μ. Κουγιουμτζή, Α. Μπακονίκα, Ά. Γρίβα, Δ. Δημητριάδου, Ν. Χαλκιαδάκη, Δ. Μήττα, Η. Νικοπούλου, Λ. Καλλέργη). Πρόσεξε πολύ όσους νεώτερους άξιους. Τελευταία του συλλογή η, γυμνός επί τα μάτια, ΑΩ Εκδόσεις 2025. Έχουν γραφεί και εκδοθεί πολυάριθμα μελετήματα για το ποιητικό του έργο.



Πρώτη δημοσίευση

Στην εικόνα: Peter Paul Rubens, «Death of Achilles» (1635)*.
Πηγή για την εικόνα: Wikimedia Commons.



_____________
* Σύμφωνα με άλλο αρχείο της Wikimedia Commons, ο πίνακας είναι ζωγραφισμένος από έναν ανώνυμο καλλιτέχνη του εργαστηρίου του Πάουλ Ρούμπενς.

Τρίτη 9 Δεκεμβρίου 2025

Αμαλία Ραπτοπούλου, "Το Γαλάζιο Δωμάτιο"





Πέτρα γένους θηλυκού


Κρατάς μια πέτρα θηλυκή στο χέρι σου.

Πώς ξέρεις το γένος της;

Μα από τη λεία της υφή!

Από το πώς προσαρμόζεται αθόρυβα

στις σχισμές και στις καμπύλες της χούφτας σου,

Τις αδιόρατες μυτερές προεξοχές

που σε γρατζουνούν απαλά

αν τύχει να σφίξεις παραπάνω τη γροθιά σου.

Κάνεις να τη ρίξεις καταπάνω μου

Μετά κοντοστέκεσαι

Αλλάζεις γνώμη

Παίρνεις ένα πινέλο με κόκκινη μπογιά

Και γράφεις πάνω της αργά

Τ’ όνομά μου.





Εκτέλεση


Από τη μια μεριά ο ταύρος
Από την άλλη ο αετός
Στο ανάμεσό τους
Εσύ
Στη μέση του ανάμεσα
Εγώ

Είμαι
η χαμένη σου πατρίδα
Το φως και η νύχτα σου
Το σπίτι που άφησες πίσω σου, το ξέστρωτο κρεββάτι.

Είμαι
Το ξέφωτο μέσα στην καταιγίδα
Το λουλούδι στην άκρη του δρόμου
Το χαμόγελο στα χείλη του νεκρού

Είμαι η πνοή που φουσκώνει το στήθος σου
Ο αέρας που ανασαίνεις
η γουλιά που υγραίνει το λαρύγγι σου
Είμαι η σκιά της ψυχής σου, ο δισταγμός και ο φόβος σου,
η δύσκολή σου απόφαση,
η αρχή και το τέλος του δρόμου σου.
Είμαι η επιστροφή σου κι η άμεση αναχώρηση

Σ’ ένα πεδίο γυμνό
Με στήνεις και με ξεστήνεις στην ίδια πάντα θέση

Κι εγώ κάθε φορά αρνούμαι ευγενικά
Το μαντίλι στα μάτια μου.





Γαλλικό άσμα


Ίσως εσύ, ίσως εγώ,

Ν’ ακούγαμε τον ίδιο ήχο

Εκείνο το βράδυ που το πρωί

δεν θα ’φερνε αυτά που ποθούσαμε

Ίσως εσύ, ίσως εγώ,

Να κλείσαμε τα μάτια όταν περνούσε από μπροστά μας

τραγουδώντας η ζωή

Ίσως εσύ, ίσως εγώ,

Ν’ αγαπηθήκαμε σε μια εποχή τόσο παλιά

Που ξεχαστήκαμε πια, χώρια.





Πεδιάδα


Εδώ στην πεδιάδα αργοπεθαίνω

Εγώ, ο λάτρης των υψηλών βουνοκορφών
και των απύθμενων θαλάσσιων βαράθρων

Κυλιέμαι μέσα στα σχοινιά π’ ολούθε με ζώνουνε

Στο χόρτο και στη λάσπη που υπομονετικά με περιμένει

Σ’ αυτήν την αποχαυνωτικά επίπεδη επιφάνεια

Χωρίς κίνδυνο, χωρίς ένταση, χωρίς ελπίδα

Εδώ στην πεδιάδα αργοπεθαίνω

Ίσως πάλι εσείς αυτό να τ’ ονομάζετε ευτυχία

Και μέσα στο στενό κεφάλι σας

Να με καλοτυχίζετε συχνά μεγαλοφώνως.





Άνοιξη εν Αθήναις


Ο Απρίλης παίζει τουμπερλέκι στην άκρη του δρόμου
Γεμίζει τα στενά με φωτάκια πορνείων
τους δρόμους με πλανόδιους πωλητές
τα μάτια μου με σκόνη.

Όμως Εσύ είσαι εδώ για Εμένα

Με στέφεις Κόρη μέσα στο ολόφωτο μαρμάρινο παρελθόν
του ιερού λόφου, και με λατρεύεις μυστικά

Κι εγώ κοιτώ κατάματα
εκείνη την πανσέληνο, πριν χρόνια

Και υποτάσσομαι
στην ανοιξιάτικη νομοτέλεια των πραγμάτων.





Από τη συλλογή «Το Γαλάζιο Δωμάτιο», εκδόσεις ΧαρΙώ, 2025.
 
 

Η Αμαλία Ραπτοπούλου γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη.
     Απόφοιτος του Πειραματικού Σχολείου, ολοκλήρωσε τις σπουδές της στην Ιατρική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και στη συνέχεια έλαβε τον τίτλο Ιατρικής ειδικότητας Ρευματολογίας καθώς και τον τίτλο Διδάκτορα της Ιατρικής σχολής του Πανεπιστημίου Κρήτης στο Ηράκλειο Κρήτης.
    Από μικρή ηλικία είχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την λογοτεχνία και την ποίηση, όμως η ενασχόλησή της με τον γραπτό λόγο προέκυψε μέσα στην τελευταία πενταετία. Έχοντας περάσει ένα σημαντικό μέρος της ζωής της ασκώντας το δύσκολο λειτούργημα της ιατρικής, η ποίηση της προσφέρει μια διέξοδο προς έναν κόσμο ονείρου και φαντασίας, όπου υπάρχει τόπος και χρόνος για να έρχονται στην επιφάνεια ανεκπλήρωτες επιθυμίες, παιδικά κι εφηβικά οράματα και, χαμένα στο βάθος του χρόνου, όνειρα ζωής.
    Ποιήματά της πρωτοδημοσιεύτηκαν στον διαδικτυακό τόπο «Ποιητικός Πυρήνας», έχουν συμπεριληφθεί στους συλλογικούς τόμους «Ο χρόνος που περνά και χάνεται» και «Ταξίδι» από τις εκδόσεις «Παρέμβαση», στον 20o και 22ο τόμο του λογοτεχνικού περιοδικού «Νόημα» από τις εκδόσεις “GRDiscoverybooks” και «Γράφημα» και στον συλλογικό τόμο «Σταγόνες Άνοιξης» με επιμέλεια itravelpoetry. Έχει εκδώσει την ποιητική συλλογή «Κάτοικος Βυθού» από τις εκδόσεις «Παρέμβαση».
     «Το Γαλάζιο Δωμάτιο» είναι η δεύτερη ποιητική συλλογή της και εκδίδεται από τις εκδόσεις «ΧαρΙώ».
 

Παρασκευή 5 Δεκεμβρίου 2025

Ευγενία Βάγια, "Η Ρήξη"





Η ΔΙΑΒΑΣΗ


Όσο πιο κοντά στη γλώσσα το όνειρο
τόσο κομπιάζει το συντακτικό του.
Όποιος δεν είναι αυθόρμητος θα ξέρει
την ατελέσφορη αναμάσηση,
να μην αποφασίζει το πόδι ποια πέτρα θα πατήσει
για να διασχίσει το ποτάμι.
Τι το καινούργιο ψέλλιζε το όνειρο λοιπόν
από την άφθαστη όχθη;
Με τα μάτια
κολυμπούσα ανάμεσα σε αποκόμματα
και με το νου μου
έβαζα τη στεναχώρια του ανθρώπου που χωρίζεται
από το υλικό του, από αυτό που ονομάζουμε
πληρότητα,
σαν να χωρίζεται απ' το γάλα του ο γαλαξίας
κι αφήνει μόνο πέτρες
μες στα στενά της ύπαρξης.





Η ΡΗΞΗ


Ο ποιητής δεν είναι από καλλιέπεια
Ούτε καμιά ρομαντική ψυχή και λοιπά καθησυχαστικά προσωπεία
Είναι η ρήξη, η ανεξήγητη
σπάνια βλάβη, το ελάττωμα του μηχανισμού
που αποκρύπτει η διεύθυνση

Σκίζει τη συσκευασία
μέσα από τη συσκευασία.





ΗΘΕΛΑ ΤΗΝ ΗΣΥΧΙΑ ΜΟΥ


Ήθελα την ησυχία μου
ένα χαρτί να γράψω
να μη μου μιλάνε, να μη χρειάζεται
να μιλήσω για να πείσω
να τους δείξω το χαρτί
αν ήθελαν

Τόσο πολύ να ασχοληθούν μαζί μου
εντάξει
ας πάλευαν με τους αριθμούς
ας έλυσαν
την εξίσωση
ας καταλάβαιναν το ποίημα.





ΔΕΝΔΡΙΤΕΣ ΧΙΙ, ΤΩΝ ΤΕΛΕΥΤΑΙΩΝ ΑΓΓΙΓΜΑΤΩΝ


Στα μουσεία προσερχόμαστε ακρωτηριασμένοι σαν τα αγάλματα. Είναι ο πολιτισμός που μας κόβει τα χέρια.

Από τα αντικείμενα που θαυμάζω, ποτέ κανένα δεν με διάλεξε για ιδιοκτήτη του. Ίσως με σνομπάρουν επειδή δεν διαθέτω χρήματα για την απόκτησή τους, και ούτε που μου πέρασε κάτι τέτοιο από το μυαλό σαν όνειρο, όταν, ας πούμε, κερδίσω το λαχείο. Εγώ με τη σειρά μου τα σνομπάρω επειδή τα έχουν πιάσει τα βρόμικα χέρια των εμπόρων και επειδή καταμαρτυρούν τον κακόγουστο και άπληστο πλούτο της εποχής. Όπου και αν εκτίθενται, σε βιτρίνα, σαλόνι ή μουσείο, παραμένουν ιερή ξένη ιδιοκτησία, απαγορεύεται να τα αγγίξεις. Με πικάρει η περίπτωσή τους. Αφού δεν είναι δημόσια, δεν είναι καν αγαθά, είναι ταξικά αγκάθια στη φτωχή μου καρδιά.

Είμαι πάντα με το μέρος του κλέφτη, λατρεύω τα μακριά του χέρια. Αυτός τουλάχιστον βιώνει μια καθαρή επιθυμία και την πραγματοποιεί, δεν μένει με το μαράζι ούτε και καταλήγει καντηλανάφτης στα ξένα καζάντια.

Δεν βρίσκω πια διαφορά οθόνης και βιτρίνας ή οθόνης και παραθύρου. Η θέα της θάλασσας από το κλειστό παράθυρο ενός αυτοκινήτου πιάνεται ως φυσική επαφή, ενώ η ίδια θάλασσα ιδωμένη μέσα από μια οθόνη όχι;

Δεν έχει σημασία η απόσταση όσο το τι μεσολαβεί. Μας χωρίζουν οι παρεμβάσεις των άλλων, τα πολιτισμικά παράγωγα που διατάσσονται κατά μήκος του χώρου και του χρόνου.

Η δυνατότητα πρόσβασης σε όλα τα έργα τέχνης μέσα από την οθόνη, κάνει το διαδίκτυο τον μεγαλύτερο εχθρό όσων βλέπουν ομορφιά μόνο στην κατοχή και την αποκλειστικότητα. Ή όσων πλουτίζουν σκηνοθετώντας ιερά και άβατα.

Αυτό που βλέπω μόνο εγώ. Ο καθρέφτης είναι το μόνο αντικείμενο που χάνει την αξία του χωρίς τον ιδιοκτήτη του.

Η εποχή που θα με ξεπεράσει, που δεν θα μπορώ καν να λειτουργήσω και να επιβιώσω χρησιμοποιώντας τα μέσα της, έχει έρθει. Συλλέκτες, πουλήστε όσο έμεινε καιρός. Ονειρεύομαι μια γιορτή των τελευταίων αγγιγμάτων.





Η ΤΕΧΝΗ ΤΩΝ ΟΥΡΑΝΙΩΝ ΧΑΡΑΚΤΙΚΩΝ


Άνθισα και μαράθηκα εμμονικά
κι απελπισμένα
Τι τέλεια ενορχηστρωμένη αστοχία
τι μάταιο λουλούδι
καταβροχθίσατε
εσείς που ξέρετε πώς να κρατάτε
καλά τη θέση σας
να μη δείχνετε κλαρί από το δέντρο σας
στις αστραπές της νύχτας
Με βρίσκει απροετοίμαστη αυτό το σκοτάδι
Τριήμερο σαν
παρατεταμένη έκλειψη
Όμως και πάλι, μόλις λαλήσουν οι γλώσσες της φωτιάς
γίνεστε άφαντοι
η σκόνη που κάθεται πάνω στα πράγματα.





Από τη συλλογή «η ρήξη [δενδρίτες και άλλα ποιήματα]», εκδόσεις Περισπωμένη 2023.


Η Ευγενία Βάγια γεννήθηκε στον Βόλο το 1963. Έχει σπουδάσει βιολογία και θέατρο και εργάστηκε ως κειμενογράφος και δημιουργική διευθύντρια στη διαφήμιση. Έχει εκδώσει τις συλλογές Lailapse (Ενδυμίων, 2013) και Μικρή Χιροσίμα (Μελάνι, 2019). η Ρήξη είναι η τρίτη ποιητική της συλλογή (Περισπωμένη, 2023).

Δευτέρα 1 Δεκεμβρίου 2025

Ιωάννης Σεβαστιανός Ρώσσης, "Μοναχικόν"




ΜΟΝΑΧΙΚΟΝ


Ξένοι κάτω απ’ τον ίδιον ουρανό,
κάτω απ’ τον ίδιο ήλιο.
Ίσως να μην το νιώθεις, μα σε ξέρω.
Ίσως να μην το νιώθω, μα με ξέρεις.

Δεν υπήρξα ποτέ μου κυνηγός.
Πάντα μου άρεσε να περιμένω
πότε το θαύμα πότε την όμορφη πριγκίπισσα.
Σωστά!
              Το θαύμα δεν ήρθε
μήτε η όμορφη πριγκίπισσα. Κανείς
δεν προχωρεί προσμένοντας. Το ξέρω.
Πες
πως απέτυχα. Με νιώθεις, φαντάζομαι.
Πράγματα γνωστά, δικά μας, όλα τούτα.
Δεν ξαφνιάζουν.
                                               Κι ωστόσο
μη θαρρείς πως κάθομαι
μπροστά σ’ έναν καθρέφτη μιλώντας
                 με τον εαυτό μου.
                                                Αν γράφω
γράφω για μας,
γι’ αυτά που πνίγεις στο τσιγάρο σου     κι εγώ
πάνω σε τούτο το λευκό
                                   το δύσκολο χαρτί.

Προσεύχομαι
να ’ναι σφοδρός για τους νέους ο Έρωτας    και σπλαχνικός
ο Χρόνος για τα δέντρα που γερνούν.
                                                             Γράφω για μας,
για κάποια μακρινά λιγόζωα ταξίδια,
ευσύνοπτα σαν αστραπή,
σ’ εκείνα τα κατάφυτα νησάκια της Ελπίδας
− παιδιά της προσευχής παρά του κόσμου.

Γράφω
και θυμάμαι τον κλόουν,
τους νάνους που παράσταιναν παιδιά,
τότε
σ’ ένα γυάλινο τσίρκο. Και στους πάγκους
κούκλες κουρντισμένες να γελούν.
                                                          Δεν ήμουν
εγώ ο κλόουν;   Κι εσύ
ένας ωραίος ακροβάτης επάνω στο σκοινί;
 
Μόνο που αποστρέφομαι την αγορά,
κοιτάζω κατάματα τη φλόγα.
Δεν είναι έπαρση αλλά
ο δρόμος που παίρνει κάποτες ο άνθρωπος
− όχι το παραδείσιο πουλί ούτε τ’ αφρόψαρο
μήτε οι δράκοι του Κομόντο
(τέρατα της ομορφιάς ή της ασκήμιας) αλλά εμείς
οι νοσταλγοί της ανθρωπιάς.
                                                Να
γιατί φαντάζεσαι πως κρύβομαι
κι ακατανόητη θαρρείς τη γλώσσα που μιλώ.

Είμαι η φωνή σου
− όχι μια πόρνη ανάμεσα σε πόρνες,
μα το χαμένο διαμάντι που γυρεύεις
και δεν τ’ ομολογείς μήτε τις ώρες που
το σύννεφο της σκόνης κατακάθεται.

Αν τολμήσεις να ’σαι μόνος
(γοερά μόνος)
τότε
θ’ αναγνωρίσεις στη φωνή μου
το θάρρος που ανακτήθηκε, της κούρασης
τη θεία κατοχή.
                          Μην ακολουθείς.
Παραδέξου το φόβο σου
και οι ρίζες δυνατές θα δέσουνε στο χώμα.
Μαζί θα σαλπάρουμε για τη Μαύρη Θάλασσα
− αυτή που λεύτερη λογιέται, όχι νεκρή.

Είναι θησαυρός η μοναξιά.

Πρέπει να γδυθείς,
να πετάξεις τα ρούχα
τούτα τα ευάγωγα πειθήνια φτερά
τόσο πρόθυμα στην κολακεία του αγέρα.

Πληθαίνουν οι ερωτήσεις.
Κι η αλήθεια τόσο κοντά, τόσο μακριά
σαν το φεγγάρι που συναντάς το πρωί
πρόσωπο σκαμμένο
                                 φάτσα στο δικό σου.
Όμως εκεί
στην πιο ανήλεη ερημιά
στρώνει να δειπνήσεις η Αγάπη.


                      Ιωάννης Σεβαστιανός Ρώσσης
                                                         8.9.2013






Πρώτη δημοσίευση

Στην εικόνα: Pablo Picasso, «La Mort d'Arlequin», 1906 
(gouache and pencil on board, 68.5 x 96 cm, private collection).
Πηγή για την εικόνα: Wikimedia Commons.




Ο Ιωάννης Σεβαστιανός Ρώσσης γεννήθηκε στον Πειραιά το 1954. Σπούδασε στην Πάντειο Πολιτικές Επιστήμες. Εργάστηκε ως διοικητικός υπάλληλος σε ασφαλιστική εταιρία ώς την συνταξιοδότησή του. Έχει εκδώσει επτά ποιητικές συλλογές. Τελευταία του ποιητική συλλογή Η χώρα που δεν τιμωρεί (εκδόσεις "κουκούτσι" 2019). Ποιήματά του έχουν δημοσιευθεί σε διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά μεταξύ των οποίων, ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ, ΤΟ ΚΟΙΝΟΝ, ΠΛΑΝΟΔΙΟΝ, ΠΟΙΗΣΗ, ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ καθώς και στην εφημερίδα ΑΥΓΗ. Ποίημά του θα συμπεριληφθεί στο ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ ΒΑΛΚΑΝΙΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ που ετοιμάζουν οι εκδόσεις Μαΐστρος ενώ στο ηλεκτρονικό περιοδικό "Πολύμνια, ARS POETICA" θα αναρτηθούν ποιήματά του μεταφρασμένα και στα ισπανικά.