Παρασκευή 13 Αυγούστου 2021

Κλείτος Κύρου, "Κραυγές της νύχτας"





ΚΡΑΥΓΗ ΕΒΔΟΜΗ


Κάθε σου κίνηση ένα φέρσιμο πουλιών
Κάθε σου βλέμμα κι ένα ραγισμένο κρύσταλλο
Έμαθες πια να συγχωρείς μπορείς και μόνος σου
Να ζήσεις τι σου χρειάζονται τόσες φωνές
Υποσκάπτουν τις ρίζες σου σφετερίζονται
Την έπαρσή σου τυμβωρυχούν μνήμες παλιές
Κι αποκαλύπτουν κάποιο πληγωμένο μυστικό
Που μάταια πάσχιζες να το κρατήσεις τόσα χρόνια





ΚΡΑΥΓΗ ΟΓΔΟΗ


Έρχεσαι τώρα με το πρώτο κάλεσμα
Ένα πρωτόγονο ποτάμι σε ντύνει μέσα στ’ άσπρα
Η όψη σου λαγάρισε κι αποκοιμιέσαι
Μ’ έναν ουρανό που αργοπεθαίνει μες στα χέρια σου
Κι έναν άλλο που γεννιέται στην ποδιά σου





ΚΡΑΥΓΗ ΔΕΚΑΤΗ ΤΕΤΑΡΤΗ


Ερήμωση άνθρωποι κρύβουν την όψη τους
Μες στις παλάμες τους δεν έχουνε τι να λατρέψουν
Δεν υπάρχουν πια είδωλα και μόνο η ελπίδα
Είναι μια παρακαταθήκη σε τέτοιες στιγμές

                                            *

Και φτάνουν κάποιο ένδοξο πρωινό με τα φτερά τους
Απλωμένα στον ήλιο περήφανες κι αστραφτερές
Οι χρυσές ετούτες ημέρες της καταστροφής
Καλπάζουν στον άνεμο τραγουδώντας σα φλόγες
Κουνώντας το δάχτυλο απειλητικά σε μένα
Στο γείτονα σ’ όσους πίστεψαν με φανατισμό
Σε μιαν αποκατάσταση σε κάποιο σύνθημα
Σ’ όσους έλπισαν σε μιαν έσχατη λύση





ΚΡΑΥΓΗ ΔΕΚΑΤΗ ΠΕΜΠΤΗ


Μιλώ με σπασμένη φωνή δεν εκλιπαρώ
Τον οίκτο σας μέσα μου μιλούν χιλιάδες στόματα
Που κάποτε φώναζαν οργισμένα στον ήλιο
Μια γενιά που έψελνε τα δικαιώματά της
Κουνώντας λάβαρα πανηγυριού σειώντας σπαθιά
Γράφοντας στίχους εξαίσιους μιας πρώτης νεότητας
Ποτίζοντας τα σπαρτά με περίσσιο αίμα
Μικρά παιδιά που αφέθηκαν στο έλεος τ’ ουρανού

                                            *

Η γενιά μου ήταν μια αστραπή που πνίγηκε
Η βροντή της η γενιά μου καταδιώχτηκε
Σα ληστής σύρθηκε στο συρματόπλεγμα
Μοίρασε σαν αντίδωρο τη ζωή και το θάνατο
Οι άνθρωποι της γενιάς μου δεν πέθαιναν
Στα νοσοκομεία κραυγάζαν έξαλλοι στα εκτελεστικά
Αποσπάσματα τα χέρια τους ήταν μαγνήτες
Τρώγαν πικρό ψωμί κάπνιζαν εφημερίδες
Ζητώντας ευλαβικά μια θέση σ’ αυτήν τη γη

                                            *

Όπου κι αν στάθηκαν οι σκιές τους ριζώναν
Άδικα προσπαθείτε δε θα ξεριζωθούν ποτέ
Θα προβάλλουν μπροστά στα τρομαγμένα σας μάτια
Τώρα τα καταλάβαμε όλα καταλάβαμε
Τη δύναμή μας και για τούτο μιλώ
Με σπασμένη φωνή που κλαίει
Κάθε φορά στη θύμησή τους






Από τη συλλογή «Κραυγές της νύχτας» (1960).
Πηγή: «Κλείτος Κύρου, Εν όλω συγκομιδή [1943-1997]»,
εκδ. Άγρα, α΄ ανατύπωση: Δεκέμβριος 2006.

Στην εικόνα: Edvard Munch, «The Scream» (1893) (National Gallery of Norway).
Πηγή για την εικόνα: Wikimedia Commons.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου