Παρασκευή, 23 Νοεμβρίου 2018

Κώστας Μίζας, "Καλοκαίρι σε μικρό ελληνικό νησί"

 


ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ ΣΕ ΜΙΚΡΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΝΗΣΙ


Νύχτα. Πολύ αργά. Το πλοίο με καθυστέρηση φθάνει στο λιμάνι. Λιγοστοί επιβάτες κατεβαίνουν. Σίγουρες κινήσεις. Πιθανόν να είναι ντόπιοι. Σε λίγα λεπτά έχουν φύγει όλοι. Σκοτάδι. Ερημιά. Το πλοίο μία μικρή φωτισμένη γραμμή μακριά μόλις διακρίνεται. Κάποια φώτα σε μακρινή απόσταση υποδηλώνουν ύπαρξη μικρών οικισμών. Νύξεις ζωής. Θολά περιγράμματα και σκιές. Μακρινά γαβγίσματα σκυλιών από κάπου ψηλά, πιθανόν από τη Χώρα. Την ψάχνουμε με το βλέμμα αλλά δεν φαίνεται. Μήπως κατεβήκαμε σε λάθος νησί;
Κρυώνουμε. Ίσως από την κούραση. Παίρνουμε τον ανηφορικό δρόμο. Ψάχνουμε για δωμάτιο. Βρίσκουμε. Συμφωνούμε και αμέσως το μετανιώνουμε. Βρόμικο. Χωρίς παράθυρο. Κοιμόμαστε με τα ρούχα. Θα ξημερώσει σκεφτόμαστε. Παρηγοριά.
Ξημερώνει. Φεύγουμε βιαστικά. Μία κόκκινη βουκαμβίλια στην είσοδο του σπιτιού σαν βουβός χαιρετισμός μιας συνάντησης που θα ξεχαστεί.
Στα σοκάκια της Χώρας. Η τύχη μάς φέρνει στη γυναίκα του ταχυδρόμου. Μας προσκαλεί στην αυλή. Κάτω από την κληματαριά. Μας προσφέρει καρπούζι για καλωσόρισμα. Ρωτάει από πού ερχόμαστε.
Μπαίνουμε στο αγροτικό. Τα πράγματα στην καρότσα. Οδηγεί ο ταχυδρόμος. Χωματόδρομος. Φθάνουμε σε λίγη ώρα. Είναι το σπίτι της γιαγιάς. Δεν το νοικιάζουν συνήθως. Αλλά μας συμπάθησαν. Θα τους θύμισε κάτι η παρουσία μας. Μνήμες. Ίσως πράγματα που έγιναν διαφορετικά απ’ ότι θα επιθυμούσαν.
Θα είμαστε μόνοι μας. Μία μεγάλη αυλή γεμάτη δέντρα. Συκιές, δαμασκηνιές και αμπέλι φορτωμένα καρπούς. Και στην άκρη μερικές φραγκοσυκιές. Ένα τραπεζάκι με δύο καρέκλες μπροστά στην πόρτα. Ακουμπάμε τα βιβλία μας. Τα πουλιά  από πάνω μας σε ένα διαρκές πηγαινέλα.
Μας δείχνει πώς να καθαρίζουμε τα φραγκόσυκα. Ρουφάμε αχόρταγα κάθε στιγμή. Σε λίγο φεύγει. Θα έρχεται κάθε δύο μέρες. Μήπως χρειαστούμε κάτι.
Πεθαίνουμε της πείνας. Σε τρία λεπτά φθάνουμε στην παραλία. Πολύ κοντά βρίσκεται μία ταβέρνα. Παλιά ρεμπέτικα ακούγονται σε χαμηλή ένταση. Χταπόδι στα κάρβουνα. Ο μαγαζάτορας φιγούρα βγαλμένη από βιβλίο του Καββαδία. Ήταν ναυτικός. Έχει πολλές ιστορίες από  μακρινά λιμάνια που περιμένουν πρόθυμα αφτιά για να ειπωθούν.
Βράδυ στη Χώρα. Μετά τους ανεμόμυλους ανηφορίζουμε προς το κάστρο. Λίγο πιο κάτω ένα γραφικό μαγαζάκι. Αυλή. Άδειο ακόμη. Κάτασπρο με μπλε παράθυρα. Φρεσκοβαμμένο. Γλάστρες με γεράνια και βουκαμβίλιες. Καθόμαστε. Γκρεμός. Από κάτω μακριά η θάλασσα. Μουσική της Καραΐνδρου. Συγκίνηση. Η στιγμή έχει κάτι εύθραυστο, σχεδόν μεταφυσικό. Το τοπίο κρατάει την ανάσα του. Περιμένει τη στιγμή. Να έρθει πιο κοντά. Εξαρτάται από εμάς.
Δεν θα διαρκέσει πολύ. Κάποια στιγμή έρχονται παρέες. Θόρυβος. Χτυπάνε διαρκώς κινητά. Φλας. Το τοπίο κρύβεται. Τρομαγμένο. Απογοητευμένο από το ναυάγιο της επαφής. Η μουσική δεν ακούγεται. Σκεπάζεται. Σε λίγο αλλάζει και δυναμώνει. Φεύγουμε. Επιστρέφουμε με τα πόδια. Σε κάποια σημεία το φως του δρόμου είναι λιγοστό. Έχουμε φακό. Ο ουρανός γεμάτος αστέρια. Στα αυτιά μας το βουητό των ανθρώπων.
Γιατί η ομορφιά να είναι σε διωγμό;



Κώστας Μίζας




Πρώτη δημοσίευση: εφημερίδα Λαός.