Τετάρτη, 31 Οκτωβρίου 2018

Νίκος Εγγονόπουλος, "Μην ομιλείτε εις τον οδηγόν"




Τελ Αβίβ


η Ελεωνόρα
η χρυσή κόρη
έπαιζε άρπα
με τα ωραία
λευκά της
χέρια

από την άρπα
όμως
δεν ακουγότανε
ήχος κανείς

όλη η μουσική
ήτανε
μέσα
στα έμορφά της μάτια
ανάμεσα
στα πράσινά της τα μαλλιά

από την άρπα
όμως
βγήκαν
το ένα κατόπιν του άλλου
ένα πουλί
μια πλάκα πράσινο σαπούνι
κι’ ένα
σίδερο
του σιδερώματος
− από τα κοινότατα −
αυτά ακριβώς
που οι Ζυγιώται
ονομάζουν
εν ώρα καταιγίδας
Ars Amantis





Ο μυστικός ποιητής

                        hommage a raveL

η σκιά της λίμνης
απλώνονταν μέσ’ στο δωμάτιο
και κάτω από κάθε καρέκλα
κι’ ακόμη κάτω απ’ το τραπέζι
και πίσω απ’ τα βιβλία
και μέσ’ στα σκοτεινά βλέμματα
των γύψινων προπλασμάτων
ακούγονταν σαν ψίθυρος
το τραγούδι τής
μυστικής ορχήστρας
του νεκρού ποιητή

και τότε μπήκε η γυναίκα που περίμενα
τόσον καιρό
ολόγυμνη
μέσ’ στ’ άσπρα ντυμένη
κάτω απ’ το φως του φεγγαριού
με τα μαλλιά λυμένα
με κάτι μακριά πράσινα χορτάρια μέσα στα μάτια
που κυματίζανε αργά
ωσάν τις υποσχέσεις
που δεν δοθήκανε ποτές
σε μακρινές άγνωστες πόλεις
και σ’ άδεια
ερειπωμένα
εργοστάσια

κι’ έλεγα να χαθώ κι’ εγώ
σαν το νεκρό ποιητή
μέσα στα μακριά
μαλλιά της
με κάτι λουλούδια
π’ ανοίγουν το
βράδυ
και
κλείνουν
το πρωί
με κάτι ψάρια ξερά
που κρέμασαν
μ’ ένα σπάγγο
ψηλά
στην καρβουναποθήκη

κι’ έτσι να φύγω
μακριά
απ’ την οχλαγωγή
και το θόρυβο
του σκοπευτηρίου
να φύγω μακριά
μέσ’ στα σπασμένα
τζάμια
και να ζήσω
αιώνια
πάνω στο ταβάνι
έχοντας όμως
πάντα
μέσα στα μάτια
τα μυστικά τραγούδια
της νεκρής ορχήστρας
του
ποιητή





Νυκτερινή Μαρία


Την επομένην ακριβώς του θανάτου μου, ή μάλλον της θανατώσεώς μου, πήρα να διαβάσω όλες τις εφημερίδες, για να μάθω όσο το δυνατόν περισσοτέρας λεπτομερείας ως προς τα της εκτελέσεώς μου. Φαίνεται ότι ωδηγήθην εις το ικρίωμα υπό αυστηράς συνοδείας. Φορούσα, λέει, κιτρίνου χρώματος επενδύτην, δικτυωτόν λαιμοδέτην και περικεφαλαίαν. Τα μαλλιά μου ήτανε όμοια με βούρτσα, ίσως μπογιατζή, ίσως πιτυοκάμπτη. Κατόπι πετάξανε το πτώμα μου μακριά, σ’ ένα βαλτοτόπι, όπου ήτανε άλλοτε λημέρι του γάλλου Καρτεσίου κι’ όπου βρισκόταν επίσης, χρόνια τώρα, βορά των ορνέων και μιας ιεροδούλου λεγομένης Ευτέρπης, το ένδοξο πτώμα του αειμνήστου Καραμανλάκη. Κι’ ενώ πολλά ελέγοντο ιεροκρυφίως, ότι κατά την εποχήν εκείνην ευρισκόμουνα, κατ’ άλλους μεν στο Μαρακαΐμπο της Νοτίου Αμερικής, κατ’ άλλους δε στον Πειραιά, στο Πασσά Λιμάνι, εγώ βρισκόμουνα απλούστατα στο Ελμπασσάν (της Αλβανίας). Και το μόνο πράμα της προκοπής, που έτυχε να διαβάσω εκείνες τις ημέρες, ήτανε μια μακροσκελέστατη επιστολή του Ιταλού Γουλιάμου Τσίτζη, του εγκαρδίου και μοναδικού μου φίλου, τον οποίον άλλωστε δεν γνώρισα ποτέ και για τον οποίον αμφιβάλλω ακόμα κι’ αν υπάρχη. Με λίγες λέξεις, όλο το περιεχόμενο της επιστολής του αυτής ήτανε το εξής: «Είσαι», έλεγε, υπονοών βέβαια την Πολυξένην, «είσαι ένα παλιό γραμμμόφωνο με μπρούντζινο χουνί κάτω από ένα μαύρο πανί».





Από τη συλλογή «Μην ομιλείτε εις τον οδηγόν», 1938.

Στην εικόνα: Νίκος Εγγονόπουλος, «Ποιητής και χωρικός», 1965.

Κυριακή, 28 Οκτωβρίου 2018

Τάσος Λειβαδίτης, "Ανακάλυψη"






AΝΑΚΑΛΥΨΗ

Κι όπως όλοι σε αγνόησαν έγινες η μεγάλη άγνωστη έρημος,
όπου πολλοί θ’ αφήσουν τα κόκαλά τους…





ΤΟ ΕΓΚΛΗΜΑ, Ο ΠΟΙΗΤΗΣ
ΚΑΙ ΜΕΡΙΚΑ ΜΗΛΑ


ΓΕΝΝΑΙΟΔΩΡΙΑ


Ευτυχώς πέθανε νέος. αφήνοντας πολλές άγραφες σελίδες στους μεταγενέστερους ή μάλλον για να μην επαναπαύονται της πόλης οι μεγάλες πυρκαγιές,
έτσι που κι οι φτωχοί να έχουν λίγο καπνό στη στέγη τους κι οι άτολμοι ένα μακρύτερο ταξίδι κι οι ποιητές να ξεδιπλώνουν βιαστικά τα χρωματιστά υφάσματα
πάνω απ’ τους απαίσιους οιωνούς.




ΣΧΕΔΙΟ ΓΙΑ ΚΑΤΙ ΠΙΟ ΠΟΛΥ

Στη μνήμη του Μέμου Παναγιωτόπουλου
και του Τάσου Σπυρόπουλου


Παραλείποντας, λοιπόν, τα σκοτεινά ενδιάμεσα της διήγησης, θ’ αναφερθώ μόνο στο ότι έπρεπε να κλαίμε σιγανά, γιατί ο ιδιοκτήτης μάς απαγόρευε τα όνειρα και μόνο το χέρι της άρρωστης, (που σε λίγο θα πέθαινε), διέφευγε την προσοχή του, καμιά φορά, κι άγγιζε ένα μήλο στον κήπο
κι ύστερα, όταν φύγαμε, αυτός ο κήπος μάς ακολούθησε, έτσι κανείς δεν πέρασε δίπλα μας χωρίς να του αφήσουμε μιαν αλησμόνητη εντύπωση, όπως το βράδυ καθώς ανάβεις τη λάμπα, εκείνη σ’ ευγνωμονεί με τη φωτισμένη σκάλα ή όπως τόσοι θάνατοι για να συμπληρώσει το κυπαρίσσι
το αληθινό του νόημα.





ΒΙΟΙ ΠΑΡΑΛΛΗΛΟΙ

I

Δεν μας απόμεινε παρά η αναπόληση, σαν το μαύρο χνάρι πάνω μας
από μια παλιά πανοπλία, ερπετά κοιμούνται τώρα μέσα στα τύμπανα
και στις αυλές, ανάμεσα στ’ ακάθαρτα ζώα, μας απλώνουν, καμιά φορά, το χέρι τους οι Σκιές.
Κανείς δε μας συγχώρησε που ζήσαμε σιωπηλοί, με χαμηλωμένο το βλέμμα,
κι όταν αύριο οι εκτιμητές, ήρεμοι στο περιστύλιο, θ’ αρχίσουν τον απολογισμό,
θα τους φανούμε δειλοί ή το λιγότερο μικρόψυχοι. Όμως αυτό το άστρο στον ουρανό
είναι η πέτρα που ’χαμε στο στόμα, μη και ξεφύγει ο στεναγμός μας.





ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ


Επιστροφή απ’ το φαρμακείο

Συνέβη χωρίς ποτέ να καταλάβω πώς − η μητέρα είχε πονοκέφαλο, θυμάμαι, και μ’ έστειλαν στο φαρμακείο,
στο γυρισμό, είναι η αλήθεια, χάζεψα λίγο, κορόιδεψα έναν γέρο, τρόμαξα με μια πέτρα δυο πουλιά
κι ώσπου να στρίψω πάλι το δρόμο
ούτε σπίτι, ούτε νεότητα πια.




Απροσδόκητος χρόνος

Όταν αρχίζει η μαύρη νοσταλγία κι ο πνιγμένος θυμάται το σπίτι,
ενώ στη μισοσκότεινη κάμαρα οι εραστές ξαναβάζουν τη νεκρική μάσκα που τους είχε πέσει
και κατεβαίνουν τη σκάλα ολομόναχοι − εδώ και χιλιάδες χρόνια.




Απαγορεύεται η έξοδος

Νύχτα. Μονάχα τ’ άστρα. Και πέρα το βάθος του ολάνοιχτου ορίζοντα−
εκεί που πάνε οι άνθρωποι χωρίς τα ονόματά τους.




Οι λέξεις

Κάθε στιγμή κινδυνεύουμε, αλλά κανείς − οι φωτογραφίες στον τοίχο, τα έπιπλα, οι αναμνήσεις, το κλειδί,
στέκονται εκεί, ανήμπορα να σε βοηθήσουν − όπως οι λέξεις
μόλις τελειώσει το ποίημα.




Σε μια γυναίκα

Θυμάσαι τις νύχτες; Για να σε κάνω να γελάσεις περπατούσα πάνω το γυαλί της λάμπας.
«Πώς γίνεται αυτό;» ρώταγες. Μα ήταν τόσο απλό
αφού μ’ αγαπούσες





ΕΚΚΡΕΜΟΤΗΤΕΣ


ΘΑΥΜΑΤΑ ΠΟΥ ΑΠΟΣΙΩΠΗΘΗΚΑΝ


Ο ήλιος βγαίνει συνήθως αμέσως μετά την εκτέλεση,
οι οργανοπαίχτες κλέβουν μήλα στην εξοχή ή κλαίνε μες το καπέλο τους
κι οι φοβισμένοι, λένε, ξέρουν όλους τους φανοστάτες με τα μικρά ονόματά τους,
όπως κι εκεί που δεν σ’ άφησαν να μπεις υπήρχε εντούτοις μια πόρτα,
έριξες, λοιπόν κι εσύ ωραία ωραία μέσα στα ρούχα σου όλα τα κόκαλά σου
σαν μια μαγείρισσα που τυλίγει την ποδιά της ανάμεσα σε δυο πολέμους −
ταπείνωση. που για να σε πω, πρέπει να ταπεινώσω τόσο τις λέξεις που θα πεθάνουν,
μιλώντας πάντα χαμηλόφωνα για να μη σας περιφρονώ,
σαν τον στρατιώτη που σωπαίνει ώσπου να γίνει δαμασκηνιά
ή κάποιον που δεν τον πρόσεξαν κι αργοπορεί μέσα στο φέρετρό του
και το ηλίθιο καφενείο όπου ο πατέρας έσερνε το πόδι του σαν ένα κρίμα −
ώ, αν μπορούσα να ριζώσω στους βραδινούς θορύβους της κουζίνας, δε θα πέθαινα ποτέ,
σαν τον αέρα αυτού του εγκλήματος που διασχίζει τις εποχές
ή σαν τον ωραίο ποιητή που γίνεσαι όταν δεν έχεις τίποτ’ άλλο στον κόσμο.




Ο ΕΠΙΛΟΓΟΣ


Κι αν έφτασα τόσο μακριά, ήταν για να μην ακούσω που δε μου αποκρίθηκαν
κι αχ, πλανήθηκα πολύ σε δρόμους, ακολουθώντας τούτο η εκείνο,
κληρονόμος μιας ανεξήγητης ώρας: τότε που όλα θα εξηγηθούν,
χωρίς λόγια ή και χωρίς να υπάρχουμε καν −
όταν, τέλος, ξαναγύρισα η πόλη είχε λεηλατηθεί, τα βαγόνια αναποδογυρισμένα,
η εξέγερση ήταν πια παρελθόν κι όσοι απόμεναν όρθιοι πυροβολούσαν ακόμα
για ένα φτωχό έπαθλο στα υπαίθρια σκοπευτήρια
και το βράδυ «τι ώρα είναι;» ρωτάς, «οχτώ» σου απαντάνε, με τέτοιες άθλιες βεβαιότητες ζούμε
και κανείς δεν είδε το έγκλημα − αφού το τέλειο έγκλημα έγινε
εκεί που δεν μπορεί πια τίποτα να συμβεί. Όμως εγώ υπήρξα ανυπόμονος
σαν κάποιον που ανοίγει την ομπρέλα του σε καιρούς ξηρασίας (ίσως γιατί δε θέλει να ξεχάσει),
ή κάποιον που ντύνεται γυναίκα για να πει ένα ψέμα ακόμα παιδικό −
μη μ’ αδικείτε, λοιπόν, αν έκλεισα τα μάτια, ήταν για να υπερασπίσω τον κόσμο
ή θυμόμουν τα χέρια της μητέρας καθώς έβαζαν τη σκούπα πίσω απ’ τη χαλαρωμένη πόρτα − στερεώνοντας ίσως κάτι πιο μακρινό,
ενώ το κοιμητήρι, αντίκρυ, θρόιζε απαλά, σαν το σύντομο επίλογο ενός μυστηρίου.





Από τη συλλογή «Ανακάλυψη» (1977), που περιλαμβάνεται στο συγκεντρωτικό έργο «Τάσος Λειβαδίτης - Ποίηση, (Τόμος δεύτερος 1972 - 1977)», εκδ. Κέδρος 2003, 8η έκδοση.

Στην εικόνα: πορτραίτο του Τάσου Λειβαδίτη, φιλοτεχνημένο από τον Μπάμπη Ζαφειράτο.

Πέμπτη, 25 Οκτωβρίου 2018

Μαρία Πολίτου, "Επιτέλους αποβίβαση"




A. ME ΠΟΣΟ ΘΑΝΑΤΟ ΚΕΡΔΙΖΕΤΑΙ Η ΑΓΑΠΗ;


αποβίβαση


Σε πολιτεία εχθρική σταμάτησε το τρένο.

Απ’ την αρχή κάτι δεν πήγαινε καλά
σε τούτο το ταξίδι.
Τριξίματα
ήχοι παράταιροι μεταλλικοί
μαύρα τα σύννεφα οι καπνοί
των τζιτζικιών εμόλευαν
το πύρινο τραγούδι
και μουτζουρώναν τα θαυμαστικά
στις άκρες τ’ ουρανού.

Από καιρό πια ανήμπορο το τρένο.

Τις ράγες χιόνι σκέπασε πυκνό.
Βαθιά κοιμήθηκαν τα όνειρα.
Τζάμια υγρά δακρύζουνε καμιά φορά
στα ποιήματα
σπόρος θεριεύει αρωματικός
ανθοφορία απρόσμενη
στη μέση τού χειμώνα.

Μια Κυριακή με ρόδινο φιλί στέκει στην αποβάθρα.
Ας κατεβούμε από το θλιβερό βαγόνι.
Είμαστε ακόμη ζωντανοί, θαρρώ.





υπόγειο


Αφουγκράζομαι τα βήματα
στα ραγισμένα πλακάκια.
Ετοιμόρροπος ο φράχτης
αγριόχορτα βουνό
στην έρημην αυλή.

Τρομάζω. Βλέπεις
ζώο φαρμακωμένο
σέρνομαι
στα πιο βαθιά κελάρια
κουρνιάζω σιωπηλό
με οικονομίες ονείρων μου μεθώ
δίχως νερό
χωρίς καν φως
βαριανασαίνω
σχεδόν γυμνή από θεό
προσεύχομαι

να νιώσει τη στερνή πνοή
αμείλικτα να επιτεθεί

και να γεμίσει το υπόγειο
αστέρια.





Β. ΦΑΚΕΛΟΣ ΑΙΜΑ


θαλασσινό κοιμητήριο


Γέμισε η θάλασσα σταυρούς.

Χέρια υψωμένα αποζητούν τον ουρανό
παλάμες παιδικές σκάβουνε το νερό

−εδώ Θεός, εκεί Θεός, πού ’ναι ο Θεός−

διψούν για ουρανό.

Λεπίδες το φως στο ηλιοβασίλεμα
τις τυραννισμένες φλέβες χαράζει
και βυθίζονται
βυθίζονται
αργά σπαραχτικά
βουλιάζουν
με τα μάτια ορθάνοιχτα
ανοιχτά και άδεια

γιατί κάπου τα ξέχασαν εκεί

στους γκρεμισμένους τοίχους του σπιτιού
στα ακρωτηριασμένα χέρια του πατέρα
στης μάνας το γέλιο το στερνό.

Κι έγινε κόκκινη η θάλασσά μου
Κι έγινε η θάλασσα μου μαύρη

η θάλασσα που με γέννησε

θλιβερό νεογέννητων
νεκροταφείο ελπίδων.





πατρίδα


Στόματα ανήμπορα πικρά
μισοσκότεινα γεφύρια μάτια
βλέμματα όρνια αγριεμένα

Χρεωκοπούν οι τράπεζες
εκπορνευμένων μας ονείρων

Μόνη κι αγέλαστη η σιωπή
στην άρρωστη ρακένδυτη
να σέρνεται την πόλη

Κι αυτή η ασταμάτητη νεροποντή
νοικοκυρά να γδέρνει μανιασμένη
τις ανεξίτηλες ντροπές
από τα πεζοδρόμια της ιστορίας

Κι εσύ ακόμη λέξεις πιπιλίζεις
πάλι εσύ για ποίηση μιλάς;





Γ. ΕΥΘΡΥΠΤΗ ΑΥΛΑΙΑ


τα τιμαλφή της προσευχής


Λοιπόν ώρα για ποίηση
κι άλλα του λόγου τιμαλφή.

Στύβεις σα λεμονόκουπα
ώσπου ν’ αδειάσεις την ψυχή
Στάζεις πηχτά αποστάγματα
σε μελανά στιχάκια
το εξαίσιο των λέξεων θυμίαμα
να μην εξατμιστεί
η μυρωδιά της σάρκας σου
που καίγεται βουβά
το αίμα των ονείρων σου
ευλαβικά βαθύ να φυλαχτεί
στης μνήμης το μπουκάλι.

Καθώς της νύχτας η σιωπή
μες στο δωμάτιο θα τρίζει,
σκυφτός εσύ προσεύχεσαι
ανόσιε, ρημαγμένε ποιητή.





ταυτότητα


Βαθιά στη σάρκα
θηρίο η ποίηση
τα νύχια μπήγεις

            ~

Κήπος το σώμα
αίμα σου η ποίηση
και το ποτίζεις

            ~

Ξυπνάς τις νύχτες
σε ξοδεμένα χέρια
αποστάζεσαι

            ~

Γυμνή τις μέρες
σε σκοτεινά συρτάρια
αποκοιμιέσαι





Από τη συλλογή «Επιτέλους αποβίβαση», εκδ. Κουκκίδα, 2018.

Δευτέρα, 22 Οκτωβρίου 2018

Κατερίνα Καριζώνη, "Ποιήματα"




Μοιρασιά


Λοιπόν, σήμερα διάβαζα ένα δικό σου ποίημα
Από την εποχή που ακόμα σ’ επισκεπτόμουν
Μου κερνούσες νερό με λίγο δηλητήριο
έστρωνες ζάχαρη στο πάτωμα
σκιές στα παντζούρια
λύναμε ασκήσεις μαθηματικών,
έτρεμα τις απαντήσεις
που πάντα έδειχναν ότι κάπου έκανα
λάθος με τους ανθρώπους
Και είχα δυσκολίες με τους αριθμούς
γιατί η κοιλιά μου ήταν γεμάτη ιστορίες
Και πλακούντες με μελάνη από παλιά ποιήματα.

Πάντως μου άρεζαν τα ποιήματά σου, δεν το αρνούμαι
Όταν τα έτρωγα είχαν γεύση πικραμύγδαλου
Κι όταν τα άκουγα μου θύμιζαν σειρήνες πλοίων
Υπήρχε ωστόσο μια άσκηση που δεν λύσαμε ποτέ
Πώς και αν διαιρείται ένα ποίημα
Κι αν διαιρείται, πώς μοιράζεται
Κι αν μοιράζεται, ποιος παίρνει το χαρτί
Και ποιος το τραύμα
ποιος τα κιτρινισμένα συμπεράσματα
και ποιος τα λιγοστά, φθαρμένα ιμάτια του ποιητή.





Επίσκεψη στο γιατρό


Και ξαφνικά είδα τρεις καλόγριες
στο σαλόνι του γιατρού μου
Περίμεναν αμίλητες, καρτερικά τη σειρά τους
Σκυφτές, κρυμμένες στα κατάμαυρα ράσα τους
Τι είδους αρρώστια θα έχουν οι δύστυχες, αναρωτήθηκα
Εκείνες κοίταζαν συλλογισμένες την πόρτα του ιατρείου,
κάποια στιγμή βγήκε μια νοσοκόμα
                              με άσπρα και τις φώναξε
Φορούσε κάτι τακούνια σαν στιλέτα
Που ηχούσαν εκκωφαντικά στο πάτωμα
Καθώς σηκώθηκαν οι καλόγριες είδα τις σκιές τους
Η μια είχε τον ίσκιο ενός πάνθηρα
Η δεύτερη ενός βυθισμένου βαποριού
Η τρίτη έσερνε πίσω της
τη σκιά ενός κοντραμπάσου

Παράξενη ασθένεια και πρωτάκουστη
να κουβαλάς ίσκιους που δεν σου ανήκουν
ξένες σκιές που δεν μπορείς να εξηγήσεις

να σέρνεις πίσω σου αλλότρια σκοτάδια.





Πορτολάνος


Αν ρίξεις μια πέτρα
εκεί που θα πέσει θα βρεις πόσιμο νερό
Κι αν ρίξεις ένα βέλος θα βρεις
Μια γριά που κλώθει μ’ ένα αδράχτι
Κλώθει τα μελλούμενα, αλλά δεν το γνωρίζει
Το ’γραφε ο πορτολάνος από τότε
Πως σε περίμενα σε κάποιο βυθό
Που ήταν παλιά αγκυροβόλιο
Αλλά τώρα φυσούσαν ανεμοστρόβιλοι
Και δεν μπορούσαν να πιάσουν τα πλοία
Υπήρχε ακόμα ένα γκρεμισμένο σπιτάκι
Που φαινόταν μόνο μέσα στη κόρη του ματιού
Πέρασαν είκοσι χρόνια από τότε,
Τι λέω χρόνια, μου φάνηκαν αιώνες
Άλλωστε κανείς δεν συμβουλεύεται
πια τους πορτολάνους
κι ας δείχνουν ακόμα
τα επικίνδυνα μπουγάζια στο κορμί
το πικρό ποτάμι της μνήμης
την πληγή που μας ξεδιψάει, μια βρυσούλα η ποίηση
τις σκιές που τόσο παράφορα αγαπήσαμε
κι έγιναν μαύρα πανιά στον ήλιο.





Εκδρομή στον Πολύγυρο


Ο Πολύγυρος δεν είναι βουνό,
Είναι ένας μοναχός αιωνόβιος
Κάθε βράδυ βράζει καζάνια με χυλό
Για να φάνε οι άρρωστοι της ενορίας του
Και οι ποιητές που έχουν στο αίμα τους
ψήγματα χρυσού
Στη Γαλάτιστα σκότωσαν κάποτε τον τελώνη
Κι ο φαρισαίος φορούσε πουκάμισο από καραβόπανο
Και κρατούσε πιστόλι, ένα παλιό στάγιερ του 43
Έ μπαμπά, η Γαλάτιστα δεν έχει θάλασσα
Παρά μονάχα μια αχλύ που σου τρυπάει τα κόκκαλα
Και η Αρναία δάση που σε πνίγουν
Όπου κι αν πας σ’ ακολουθούνε δέντρα
Όπου κι αν πας σ’ ακολουθούνε μνήμες
ο ασβέστης του καλοκαιριού, το παιδικό άσθμα,
η Βάβδος με τον καλό αέρα
και το αγόρι που κάποτε αγάπησες
Ο Πάνας γυρνάει στα δάση
και φυσάει το σουραύλι του
παρασέρνει τα αγόρια στους γκρεμούς
θάβει τα κορίτσια μέσα στους κορμούς των δέντρων
κατρακυλάει τις πέτρες στις πλαγιές με θόρυβο
γίνεται καλόγερος,
                       πετάει στο Άγιο Όρος.





Από το ιστολόγιο της Κατερίνας Καριζώνη:
https://karizoni.blogspot.com/

Στην εικόνα: Petrus Plancius, World Map, 1594.