Κυριακή, 1 Απριλίου 2018

Αλεξάνδρα Μπακονίκα, "Ο κόσμος απροκάλυπτα"




ΤΟ ΣΒΗΣΙΜΟ


Χήρα κι άτεκνη,
από ραγδαία αρρώστια ο θάνατος την πλησίαζε.
Τα ερωτικά γράμματα που της έστελνε ο άνδρας της
πριν από δεκαετίες,
τα έκαψε στο πίσω μέρος του κήπου της.
Σαν ιεργουργία που εξαγνίζει,
με συντριβή τα έκαψε,
για τη δυνατή αγάπη τους μέσα στα χρόνια.

Μακρινοί συγγενείς θα κληρονομούσαν το σπίτι της,
τα ερωτικά γράμματα κι άλλα αντικείμενα
με αδιαφορία θα τα πετούσαν στα άχρηστα.





ΑΝΥΠΕΡΑΣΠΙΣΤΗ


Για να μεταφέρω πράγματα
ανέβηκα ψηλά στην ταράτσα της πολυκατοικίας.
Ιούλιος, μέσα στο λιοπύρι,
πανοραμικά είχα μπροστά μου τη θέα της πόλης,
που απλωνόταν ατέλειωτα με χιλιάδες κτίρια.
Κι όμως αυτή η πανοραμική θέα ενέτεινε τη μοναξιά μου.
Η μοναξιά σαν μια τεράστια επιδρομή
κι ωστικό κύμα με ισοπέδωνε −
έγινα ένα κατακερματισμένο,
παραπεταμένο άθυρμα,
μια ανυπεράσπιστη κουκίδα.
Ιούλιος. Η ζέστη έκαιγε τους τοίχους,
έκαιγε τον αέρα, την πόλη.





ΧΑΜΗΛΟ ΦΩΣ ΣΤΟ ΜΠΑΡ


Γνωριζόμαστε εδώ και καιρό.
Μου έχεις γίνει εμμονή,
ούτε λεπτό δεν μπορώ να πάρω το βλέμμα μου
από πάνω σου.
Το χαμηλό φως στο μπαρ φωτίζει μόνο
το μισό απ’ το ωραίο πρόσωπό σου.
Όπως σε ατενίζω αυτή τη στιγμή:
το φωτεινό και οι σκιές στο πρόσωπό σου,
το αθώο και το σαγηνευτικά επικίνδυνο,
το φανερό και το αθέατο.

Το σαγηνευτικά επικίνδυνο
που μπορεί να έχεις,
με εκσφενδονίζει σε άγνωστα σκοτάδια.





ΤΟ ΠΙΟ ΒΑΘΥ


Το πανέμορφο νεοκλασικό σπίτι
που κάποτε έμενες,
έγινε πολιτιστικό κέντρο.
Με αφορμή μια λογοτεχνική εκδήλωση
βρέθηκα στον χώρο του.
Οι τοίχοι, οι σκάλες, οι συστάδες των ψηλών δένδρων,
κάθε πετραδάκι στην αυλή του
μου θύμιζαν εσένα,
κι ας πέρασαν τόσα χρόνια που χωρίσαμε.
Αναδύθηκες από το πιο βαθύ και αδιάσπαστο
      του είναι μου.

Εκείνο το σπίτι, η αυλή, τα δένδρα του,
στο βλέμμα μου χώρος ιερός.





ΣΤΟΝ ΡΗΜΑΓΜΕΝΟ ΚΟΣΜΟ ΜΑΣ


Τέρψη, αλησμόνητη η φιλοξενία στο σπίτι του.
Αλλά και τη μέρα της αναχώρησης
προθυμοποιήθηκε να μας πάει
με το αυτοκίνητό του στον σταθμό.
Για χάρη μας έχασε πολύτιμο χρόνο
οδηγώντας στην πυκνή κυκλοφορία.
Στον σταθμό έτρεξε να πληροφορηθεί
σε ποια πλατφόρμα ήταν το τραίνο.
Βοήθησε να ανεβάσουμε τις βαλίτσες,
να βρούμε τις θέσεις μας στο βαγόνι.
Πάντα με ανιδιοτέλεια η προθυμία του,
με ειλικρινή φιλία δοκιμασμένη μέσα στα χρόνια,
με άδολη προσφορά, ζεστασιά κι ευγένεια.

Στον άνυδρο και ρημαγμένο κόσμο μας
τέτοιοι άνθρωποι είναι ευλογία,
σπάνιες εξαιρέσεις.





ΟΔΥΝΗ


«Μου έρχεται να πέσω από το μπαλκόνι,
να τελειώσω, να με πάρει το μαύρο σκοτάδι.»
Το ξεστόμισε χωρίς να κραυγάζει.
Όταν ήδη ζεις τον θάνατο δεν κραυγάζεις.
Φρόντιζε το διανοητικά καθυστερημένο παιδί της.
Παρατημένη,
πιασμένη σε δόκανο,
έγκλειστη στην οδύνη της.
Ο άνδρας της αδιάφορος.
Διασκέδαζε στις παραλίες και στα κέντρα
με τις καινούργιες κατακτήσεις του.





Από τη συλλογή «Ο κόσμος απροκάλυπτα», Εκδόσεις Εντευκτηρίου, 2018.