Τετάρτη, 8 Οκτωβρίου 2014

Καίτη Στεφανάκη, "Τα επιρρήματα σε -ως"




Τα επιρρήματα σε -ως

Εδώ χρειάζεται υπομονή. Καθώς είμαι στριμμένη. Και γριά μαζί.
Ζω χωρίς κατοικίδια. Μόνο με κατοικίδιους χαρακτήρες.
Ίσως να είναι πλάσματα της φαντασίας μου, ίσως και όχι. Δεν ξέρω πια. Είναι που αρχίζω και ξεχνώ. Δεν ενθυμούμαι πλέον την προέλευσή τους.
Ως στριμμένη και γριά έχω –εξυπακούεται– και τις παραξενιές μου. Μου αρέσουν οι αράχνες. Μένω να τις θαυμάζω να υφαίνουν τον ιστό τους. Και να φαντάζομαι ποιους θέλω να καταβροχθίσουν.
Επίσης απεχθάνομαι τους σκύλους. Η πρώην πεθερά μου έλεγε για τον γιό της, πως όταν τον εμάλλωνε, αυτός ερχότανε μετά και τρίβονταν στα πόδια της –σαν σκύλος. Έκτοτε θεωρώ χαζούς τους σκύλους.
Την ευστροφία θαυμάζω. Παλιότερα βεβαίως πίστευα πως μια γυναίκα όμορφη, αδύνατον να ’ναι συγχρόνως κι έξυπνη. Ωστόσο διαψεύστηκα οικτρά και συν τοις άλλοις αποδέχτηκα τη μετριότητά μου, διότι βεβαίως ούτε το αντίθετο ισχύει, πως μια γυναίκα άσχημη είναι αυτομάτως έξυπνη.
Τα πράγματα τα θέλω στη σωστή τους θέση. Αυτό προϋποθέτει φυσικά, πρώτον ότι υπάρχει θέση, δεύτερον πως είναι η σωστή, αλλά και τρίτον ότι κάποιος τα βάζει πάλι εκεί μετά τη χρήση τους – πράγμα διόλου αυτονόητο.
Βεβαίως πρέπει να παραδεχτώ, πως ούτε η ίδια δεν τηρώ αυτό που απαιτώ. Κάτι πολύ περίεργο συμβαίνει: Παλεύω για να φτιάξω μια συνήθεια, μα μόλις καθιερωθεί, θέλω να την αλλάξω.
Με τις παραξενιές μου φυσικά δεν έχω και πολλούς ανθρώπους γύρω μου. Βεβαίως έχω ακόμα λίγες φίλες από τον χώρο της δουλειάς, γιατί εγώ πάντα δούλευα, δεν μ’ έτρεφαν οι άντρες μου. Γιατί να ξέρετε, πως η γυναίκα που την τρέφει ένας άντρας, δεν είναι ο εαυτός της. Έτσι τουλάχιστον πίστευα παλαιότερα. Πως μια γυναίκα εκπορνεύεται, όταν την συντηρεί ο άντρας. Μα τελικώς κατάλαβα πως ήτανε βλακεία. Τι θέλαμε και χειραφέτηση; Δουλεύαμε διπλά, τριπλά ωράρια κι εκείνος ο καημένος να ψάχνεται να βρει ποιος είναι. Καημένος δηλαδή δεν είναι, περνάει μια χαρά με τα άλλα αγόρια. Αλλά να, ομοειδώς. Αυτός με τους δικούς του. Μόνες κι εμείς. Με τις δικές μας.
Ναι, για τις φίλες έλεγα απ’ τη δουλειά. Γιατί βεβαίως σπούδασα. Και δούλεψα. Κι εδώ να πω ότι χρωστάω μεγάλη χάρη στον πατέρα, που δεν με πάντρεψε από τα δεκαπέντε. Ααα, θέλω να είμαι ειλικρινής. Αναγνωρίζω του αλλουνού το δίκιο. Στριμμένη είμαι, ναι, αλλά όχι άδικη. Βεβαίως, πριν πεθάνει, στη διαθήκη του, τίποτα δεν άφησε σε μένα, γιατί – λέει – δεν θα συνέχιζα το όνομά του, – θα ’παιρνα το επίθετο του ανδρός μου.
Βλέπετε, δεν είχε ακόμα αλλάξει ο Αντρέας το δίκαιο το οικογενειακό.
Που λέτε οι φίλες: Μία και μία, διαλεχτές. Με τα πτυχία, τα διπλώματά τους. Άψογα όλα στη ζωή τους. Τέλειες στο επάγγελμα, φανταστικές νοικοκυρές, περήφανες μανάδες. Με τα εξοχικά τους, τα νέα αυτοκίνητα, τα υπερπόντια ταξίδια τους. Τις αγαπώ με τον δικό μου τρόπο, αλλά … ως φαρμακόγλωσση συχνά τις προσγειώνω, δεν μου θυμώνουν όμως. Προνομιούχες όντας δέχονται μεγαλόψυχα και τις παραξενιές μου. Ίσως να με λυπούνται κιόλας, εδώ στο υπόγειο που μένω πλέον. Αφού όλα τα έγραψε ο σύζυγος στον έρωτά του. Και το αστείο είναι πως του τον βρήκα εγώ. Για να τον προφυλάξω, έλεγα, από τα αλητόπαιδα στα σκοτεινά. Εραστή, ναι, αλλά να του ταιριάζει! Όχι αποβράσματα. Θυμάμαι μια φορά τον είχανε χτυπήσει. Τον καλό μου! Ακριβά την πλήρωνε την ηδονή. Έκλαιγε και με αγκάλιαζε, στον Ευαγγελισμό, τότε που πήγα να τον δω. Με ράμματα στο φρύδι και στο αυτί. Χιόνιζε κιόλας.
Γι’ αυτό λοιπόν του βρήκα εγώ καλό παιδί και καλλιεργημένο. Φιλόλογος. Σε ποίηση, φιλοσοφία, μουσική είχε εντρυφήσει. Κάναμε στην αρχή κι οι τρεις παρέα. Γιορτές, καθημερινές μαζί, περιηγήσεις και ταξίδια. Όμορφα ήταν. Τον πρόσεχε ο δικός μου, τον κανάκευε. Ψηλός ο άλλος, ευθυτενής, ωσάν Σικελιανός αιθεροβάμων, να απαγγέλλει απ’ έξω τον Καβάφη, αλλά να ισχυρίζεται πως μέσα του έχει τον μεγάλο Κρητικό. Πώς τα συνταίριαζε αυτά τα δυο, το καζαντζακικό και το καβαφικό, δεν ξέρω. Πάντα θα αναρωτιέμαι: Πόσοι άλλοι εαυτοί εμπεριέχονται εντός μας;
Έτσι περνούσε ο καιρός, ώσπου κατάλαβα κάποια στιγμή πως κάτι άλλο έτρεχε υπόγεια. Έψαχναν να με βγάλουν απ’ τη μέση. Βλέπετε, το πάθος είναι κτητικό, ζητά την αποκλειστικότητα.
Άρχισα λοιπόν κι εγώ να μπαίνω στου φίλου μας το σπίτι και να μετακινώ τα πράγματα και τα χαρτιά του.
Δεν έπαιρνα τίποτα, μόνο τα έβαζα σε άλλη θέση. Αυτός κάθε φορά – αλλόφρων. Φαντάζονταν αόρατες δυνάμεις και θανάσιμους εχθρούς. Εγώ συνέχιζα.
Ώσπου ένα βράδυ τον πήγαμε στην Ψυχιατρική. Τον κράτησαν εκεί.
Με επισκέπτεται καμιά φορά. Γεμίζω το πιατάκι του με γάλα.
Τον χαϊδεύω. Κι όταν τεντώνεται χορτάτος, γουργουρίζει κι αρχίζει να διηγείται.
Μήπως δεν τον πιστεύω; «Ανυπερθέτως!» Τον διαβεβαιώνω.
Εγώ εντέλει εμορφώθην ποιητικώς μάλλον καβαφικώς, εξελίχθην αυτοσυντηρητικώς και εστεγάσθην υπογείως. Εν κατακλείδι δύναμαι τούτο να ειπώ:
Πως αληθώς, τα επιρρήματα σε –ως / έχουν μια κάποια γοητεία.



Υ.Γ.:
Για το παραπλανητικό «Εγώ» στον μονόλογο που ακούσατε η συγγραφέας δεν προτίθεται να απολογηθεί. Ωστόσο σας ευχαριστεί από καρδιάς!




Το διήγημα "Τα επιρρήματα σε -ως", διαβάστηκε πρώτη φορά στην λογοτεχνική σκηνή ΠΑΡΑ ΘΙΝ ΑΛΟΣ, ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ 2014, και είναι προδημοσίευση από την συλλογή διηγημάτων "Όζα ροζ" (χρήσιμα πράγματα από άχρηστους εραστές) από τις εκδόσεις του Εντευκτηρίου.