Κυριακή, 8 Απριλίου 2018

Σαρλ Μπωντλαίρ, "Ποιήματα και πεζά"




ΤΟ ΦΑΡΜΑΚΙ


Το κρασί ξέρει και το πιο παλιόσπιτο να ντύνει
         πάλι με πλούτο θαυμαστό
και ξέρει μυθικές στοές ένα σωρό να στήνει
         στον χρυσοκόκκινό του αφρό,
σαν ήλιος που σ’ ένα ουρανό συννεφιασμένο σβήνει.

Τ’ όπιο μάς κάνει πιο τρανή την απεραντοσύνη
         κι ατέρμονες των όριων τις γραμμές·
σκάφτει πλατιά την ηδονή, τον χρόνο τον βαθύνει,
         και μαύρες θλιβερές χαρές,
πέρα απ’ ό,τι είναι μπορετό, μες στην ψυχή ξεχύνει.

Μα τίποτα όλ’ αυτά ’ναι μπρος στο πως φαρμάκι κλειέται
         στα πράσινά σου μάτια, ως με κοιτάν,
λίμνη όπου τρέμει μου η ψυχή κι ανάστροφα θωριέται…
         Κοπάδι εκεί τα ονείρατά μου πάν’,
κι η δίψα τους μες στην πικρή την άβυσσό της σβηέται.

Και τίποτα μπρος στ’ άγριο το θαύμα δεν αξίζουν,
         του σάλιου σου της δαγκωνιάς,
που δίχως τύψη την ψυχή στη λήθη μού βυθίζει,
         και διώχνοντας τον ίλιγγο μεμιάς,
λιγόθυμη στου θάνατου τις όχθες την λικνίζει!





Ο ΤΑΦΟΣ ΕΝΟΣ ΚΑΤΑΡΑΜΕΝΟΥ ΠΟΙΗΤΗ


Αν κάποια νύχτα μαύρη και βαριά,
κανένας χριστιανός σαν από χάρη,
πλάι σε κάποια χαλάσματα παλιά,
θάψει το φημισμένο σου κουφάρι,

την ώρα που τ’ αστέρια αγνά ένα ένα,
τα μάτια τους σφαλούν τα κουρασμένα,
τα δίχτυα της η αράχνη εκεί θα στήσει
κι η όχεντρα τα παιδιά της θα γεννήσει.

Και θεν’ ακούς όλο το χρόνο εσύ,
πάνω απ’ το κολασμένο σου κεφάλι,
των λύκων τη θρηνητική κραυγή,

της πεινασμένης μάγισσας στριγκλιές,
του γέρου του λάγνου την κραιπάλη
και των κλεφτών τα σχέδια για κλεψιές.



                                                    Μετάφραση: Γιώργης Σημηριώτης


Πηγή: «Μπωντλαίρ - Τα άνθη του κακού», εκδ. γράμματα, 1991.
Τίτλος πρωτοτύπου: Les Fleurs du Mal, 1861.





SPLEEN


Είμαι σαν κάποιο βασιλιά σε μια σκοτεινή χώρα,
πλούσιον, αλλά χωρίς ισχύ, νέον, αλλά από τώρα
γέρο, που τους παιδαγωγούς φεύγει, περιφρονεί,
και την ανία του να διώξει ματαιοπονεί
μ’ όσες μπαλάντες απαγγέλλει ο γελωτοποιός του.
Τίποτε δε φαιδρύνει πια το μέτωπο του αρρώστου,
ούτε οι κυρίες ημίγυμνες, που είν’ έτοιμες να πουν,
αν το θελήσει, πως πολύ πολύ τον αγαπούν,
ούτε η αγέλη των σκυλιών, οι ιέρακες, το κυνήγι,
ούτε ο λαός, προστρέχοντας, η πόρτα όταν ανοίγει.
Γίνεται μνήμα το βαρύ κρεβάτι του, κι αυτός,
χωρίς ένα χαμόγελο, σέρνεται σκελετός.
Χρυσάφι κι αν του φτιάνουν οι σοφοί, δε θα μπορέσουν
το σαπισμένο τού είναι του στοιχείο ν’ αφαιρέσουν,
και με τα αιμάτινα λουτρά, τέχνη ρωμαϊκή,
ιδιοτροπία των ισχυρών τότε γεροντική,
να δώσουνε θερμότητα σ’ αυτό το πτώμα που έχει
μόνο της Λήθης το νερό στις φλέβες του και τρέχει.



                                                    Μετάφραση: Κώστας Καρυωτάκης


Από τη συλλογή «Τα άνθη του κακού».
Πηγή: «Κ. Γ. Καρυωτάκη - ποιήματα», εκδ. Γ. Οικονόμου.





Η ΦΩΝΗ


Η κούνια μου ακουμπούσε στη βιβλιοθήκη, Βαβήλ σκοτεινόν, όπου μυθιστόρημα, επιστήμη, μυθολογία, τα πάντα, η λατινική τέφρα και η ελληνική σκόνη, ανακατευόσαντε. Δεν ήμουν μεγαλύτερος από ένα βιβλίο.
     Δυο φωνές μού μιλούσαν. Η πρώτη, ύπουλη και σταθερή, έλεγε: «Η Γη είναι ένα γλύκισμα ωραίο· μπορώ (και η ευχαρίστησή σου θα ’ναι τότε χωρίς τέλος!) να σου δώσω μίαν όρεξη παρόμοια μεγάλη». Και η δεύτερη: «Έλα! ω, έλα στο ταξίδι των ονείρων, πέρα από το δυνατό, πέρα από το γνωρισμένο!» Και η φωνή αυτή ετραγουδούσε όπως ο άνεμος στις ακρογιαλιές, φάντασμα που κλαυθμυρίζει και κανείς δεν ξέρει πούθε ήρθε, που χαϊδεύει το αυτί κι όμως το τρομάζει. Σου απάντησα: «Ναι! γλυκιά φωνή!»
     Από τότε κρατάει αυτό που μπορεί, αλίμονο! να ειπωθεί πληγή μου και πεπρωμένο μου. Πίσω από τις σκηνοθεσίες της απεράντου υπάρξεως, στο μελανότερο της αβύσσου, βλέπω καθαρά κόσμους παράξενους, και, θύμα εκστατικό της οξυδέρκειάς μου, σέρνω φίδια που μου δαγκάνουν τα πόδια. Κι από εκείνο τον καιρό αγαπώ τόσο τρυφερά, καθώς οι προφήτες, την έρημο και τη θάλασσα, γελώ στα πένθη και κλαίω στις γιορτές, βρίσκω μια γεύση γλυκιά στο πιο πικρό κρασί, νομίζω πολλές φορές για ψέματα τις αλήθειες, και, με τα μάτια στον ουρανό, πέφτω σε γκρεμούς.
     Αλλά η φωνή με παρηγορεί και λέει: «Κράτησε τα όνειρα σου· οι συνετοί δεν έχουν έτσι ωραία σαν τους τρελούς!»



                                                    Μετάφραση: Κώστας Καρυωτάκης





ΤΟ ΛΙΜΑΝΙ


Ένα λιμάνι είναι ένας τόπος όλο χάρες, για μια ψυχή που απόκαμε από τη σκληρή την πάλη της ζωής. Η άπλα τ’ ουρανού, η διαβατάρικια των σύννεφων αρχιτεκτονική, της θάλασσας η ατέλειωτη εναλλαγή των αποχρώσεων, των φάρων τα λαμπρά φωτοβολήματα, είναι ένα πρίσμα θαυματουργό, όπου δίνει πάντα χαρά στα μάτια δίχως ναν τα κουράσει ποτέ. Τα σχήματα τα ευγενικά των καραβιών, με τις περίπλοκες αρματωσιές, καθώς σαλεύουνε στο κύμα αρμονικά, διατηρούνε συνεχώς, μες στην ψυχή, το αίσθημα της ευμορφιάς και του ρυθμού. Κι είναι, πριν απ’ όλα, μιαν ηδονή μυστηριώδης κι υψηλή, για κείνον που δεν του μείναν πια ούτε φιλοδοξίες ούτε περιέργειες, να κοιτάζει, ξαπλωμένος πάνω στη βίγλα ή ακουμπισμένος ήρεμα στο παραπέτασμα της προκυμαίας, όλη τούτη την κίνηση αυτών που επιστρέφουν κι αυτών που φεύγουν, αυτών που έχουν ακόμα τη δύναμη να θέλουν κάτι, τον πόθο να ταξιδέψουν και να πλουτίσουν.



                                                    Μετάφραση: Νίκος Εγγονόπουλος





ΤΑ ΔΩΡΑ ΤΗΣ ΣΕΛΗΝΗΣ


Η Σελήνη, που είναι η ίδια η ιδιοτροπία, κοίταξε ανάμεσ’ απ’ το παράθυρο, ενώ κοιμόσουνα στο λίκνο σου, και είπε μέσα της: «Αυτό το παιδί μ’ αρέσει».
     Και κατέβηκε μαλθακά τη σκάλα της από σύννεφα, και πέρασε αθόρυβα μεσ’ απ’ τα τζάμια. Έπειτα ξαπλώθηκε πάνω σου με την ευλύγιστη τρυφερότητα μιας μητέρας, κι εναπόθεσε τα χρώματά της στο πρόσωπό σου. Έτσι οι κόρες των ματιών σου απόμειναν πράσινες και τα μάγουλά σου εξαιρετικά χλωμά. Από την ενατένιση αυτής της επισκέπτριας τα μάτια σου μεγάλωσαν τόσο παράξενα· και σ’ έσφιξε τόσο τρυφερά στο λαιμό που διατήρησες έτσι για πάντα την επιθυμία να κλαις.
     Ωστόσο, μες στο ξεχείλισμα της χαράς της, η Σελήνη πλημμύριζε ολόκληρο το δωμάτιο, σα μια ατμόσφαιρα φωσφορική, σαν ένα φεγγοβόλο δηλητήριο· και όλο το ζωντανό τούτο φως στοχάζονταν κι έλεγε: «Θα υφίστασαι αιώνια την επήρεια του φιλιού μου. Θα ’σαι όμορφη με τον τρόπο μου. Θ’ αγαπάς ό,τι αγαπώ κι ό,τι μ’ αγαπά· το νερό, τα σύννεφα, τη σιωπή και τη νύχτα· την απέραντη και πράσινη θάλασσα· το άμορφο και πολύμορφο νερό· το μέρος όπου δε θα βρίσκεσαι· τον εραστή που δε θα γνωρίσεις· τα τερατώδη άνθη· τ’ αρώματα που φέρνουν παραλήρημα· τις γάτες που λιγοθυμούν πάνω στα πιάνα και που θρηνούν σαν τις γυναίκες με μια φωνή βραχνή και γλυκιά!
     »Και θα σ’ αγαπούν οι εραστές μου και θα ερωτοτροπούν μαζί σου οι φίλοι μου. Θα ’σαι η βασίλισσα των ανθρώπων με τα πράσινα μάτια, που έχω σφίξει κι εγώ τον λαιμό της στα νυχτερινά μου χάδια· εκείνων που αγαπούν τη θάλασσα, την απέραντη θάλασσα, την πολυτάραχη και πράσινη, το άμορφο και πολύμορφο νερό, το μέρος όπου δεν βρίσκονται, τη γυναίκα που δεν γνωρίζουν, τ’ απαίσια άνθη που μοιάζουν με τα θυμιατήρια μιας άγνωστης θρησκείας, τ’ αρώματα που συγχύζουν τη θέληση και τ’ άγρια και φιλήδονα ζώα που είναι τα εμβλήματα της παραφροσύνης τους».
     Και γι’ αυτό, καταραμένο αγαπητό χαϊδεμένο παιδί, βρίσκομαι τώρα ξαπλωμένος στα πόδια σου, αναζητώντας σ’ όλη την ύπαρξή σου την ανταύγεια της τρομερής θεότητας, της μοιραίας αναδόχου, της φαρμακεύτρας τροφού όλων των σεληνιακών.



                                                    Μετάφραση: Τάκης Βαρβιτσιώτης




Πηγή: «Χριστόφορος Λιοντάκης - Ανθολογία Γαλλικής Ποίησης (Από τον Μπωντλαίρ ως τις μέρες μας)», εκδ. Καστανιώτη, γ΄ έκδοση, 2000.

Στις εικόνες: Ο Charles Baudelaire, σε δύο φωτογραφίες του Félix Nadar.