Παρασκευή, 6 Απριλίου 2018

Δήμητρα Κουβάτα, "Σκυλί δεμένο"




Αστική ευγένεια


Θερμά παρακαλώ

να βγάλεις τα παπούτσια σου
στο ξύλινο πάτωμά μου.

Τρίζουν τα μέσα μου
όταν έρχεσαι.





Comme il faut


Τη μασχάλη σου
δε θα την πω στιλπνή,
σαν την ανάστροφη πλευρά ενός κοχυλιού.
Αυτά είναι για τους πουριτανούς.

Θα την πω βαθιά,
σαν μια φραντζόλα ζεστό ψωμί
που παραμάσχαλα την πηγαίνω στη μάνα μου
και καθ’ οδόν την έχω σκάψει με τα χέρια μου
καταβροχθίζοντας όλη την ψίχα.





Αλυσόδεση


Τώρα που γκρεμίστηκες,

μακριά από τη σκιά
μακριά από τον έρωτα
σε γδέρνω και σε ποδοπατώ.

Εκεί,
κάτω απ’ το δέντρο
που με ήθελες
δεμένο σκυλί

έγινα ζώο άγριο και παμφάγο.





Διανυκτερεύον


Σε ψηλόλαιμα μπουκάλια κλειστές
φωλιάζουν
οι επιθυμίες μου
σκεπασμένες με ζάχαρη.
Στη ζύμωση του ήλιου
εκτίθενται
στο περβάζι μου
χρόνια τώρα.

Γι’ αυτές
πρέπει να γίνω πουλί
και αψήφιστα να στριμώξω στο στόμιο
το πελαργίσιο ράμφος μου.
Πρέπει να τις περάσω γυμνές από τη στενωπό
των αναγκών
και της καθημερινής λάτρας.

Έτσι μετά από τόσο κόπο
εγώ θα πετώ
με μια παλλόμενη επιθυμία
δεμένη σφιχτά στο ράμφος μου.
Με ένα φτερό κουτσό
και με ένα μάτι καρφωμένο στην πλάτη.
Γιατί
καθώς εγώ θα ίπταμαι,
θα με κυνηγά,
όσο και αν απομακρύνομαι,
η αγωνία του δραπέτη
του καταδικασμένου
να κοιτάζει ισόβια πίσω.

Ευτυχώς που
όταν αποτυγχάνω,
διανυκτερεύει με φώτα ανοιχτά
η ποίηση.





Στη Σταύρωση


Οι ώριμες γυναίκες
όταν εκκλησιάζονται
κάνοντας το σημείο του σταυρού
αγγίζουν τις πάσχουσες περιοχές.
Την άνοιξη
τις νιώθουν να φλεγμαίνουν.

Αιώνες τώρα
τα συμπτώματα επιμένουν στα ίδια σημεία.





H μάνα μου


H μάνα μου
είναι ένα σπασμένο λαγήνι που στάζει
και λιγοστεύει διαρκώς.

Η μάνα μου ολοένα
μαδάει ένα ερωτηματικό.
Αναρωτιέται για τους λεμονανθούς.
Του γάμου μου ή του γάμου της;
Μπερδεύεται με το κουτάλι.
Να με ταΐσει ή να φάει;
Στις τσέπες της βρίσκω συχνά
μαντήλια αποχαιρετισμού.

Η μάνα μου
είναι ένα πληγωμένο ωδικό πουλί.
Κοιτάζει ώρες έξω από το παράθυρο.
Μιλά και πέφτουνε στο πάτωμα
ρινίσματα, ξέφτια και ροκανίδια.
Σκύβω και τα μαζεύω.
Άλλα τα βάζω στο συρτάρι μου
και άλλα κάτω απ’ το μαξιλάρι
μαζί με τα αναθήματα και όλα τα τιμαλφή
που έχω φυλαγμένα.

Τα φωτεινά απογεύματα
μ’ ένα καλειδοσκόπιο ονοματίζουμε τα χρώματα
ξανά, μαζί, από την αρχή.
Αυτό, μάνα, είναι το κόκκινο, το πράσινο,
Αυτό της αγκαλιάς, αυτό του χωρισμού
Αυτό της ξενιτιάς.
Άστο, μάνα, αυτό, αυτό είναι της λήθης.

Θέλω
να είναι πάντα εκεί
η μάνα μου
ένα λεπτόφλουδο, μα υπέρχειλο
δροσιστικό λαγήνι.





Από τη συλλογή «Σκυλί δεμένο», εκδ. Μανδραγόρας, 2017.