ΤΑ
ΞΥΛΑ
Στο υπόγειο φυλάω ψιλοκομμένο ένα δάσος·
συμμετρικά ψιλοκομμένο και με τάξη στοιβαγμένο ώς το ταβάνι. Μοσκοβολάει το
δάσος στο υπόγειο· μέθη σχεδόν με πιάνει. Τι κράμα, αλήθεια, αρωμάτων από
κυπαρίσσι, πεύκο, σκίνο, λαγομηλιά, δρυάρι, κουτσουπιά, συκιά και καρυδιά. Με
τι βαριά καρδιά το ρίχνω στη θερμάστρα, λίγο λίγο, αυτό το δάσος, αυτό το
συντριμμένο κάλλος, τα κακομαθημένα μέλη μου για να ζεστάνω· τέσσερα επηρμένα
κούτσουρα που δεν μοσκοβολήσανε ποτέ.
ΤΟ
ΣΕΝΤΟΥΚΙ
Δεν υπάρχει υπόγειο χωρίς σεντούκι και
σεντούκι χωρίς γράμματα, φωτογραφίες κι άλλα μικροπράγματα που έπιαναν τάχα
πολύ χώρο μες στο σπίτι και αποθηκεύτηκαν εκεί. Αυτό δεν είν’ αλήθεια· η
αλήθεια είναι πως στην ψυχή μας έπιαναν χώρο πολύ και η ψυχή μας δεν το άντεχε.
Όσο περνά, ωστόσο, ο καιρός και αδυνατίζει η μνήμη, κι η λησμονιά σαν λάδι
απλώνεται και μαλακώνει τις πληγές του παρελθόντος, τόσο και πιο συχνά η
νοσταλγία με ωθεί ν’ ανοίγω το σεντούκι και ν’ ανασύρω από εκεί κάποια απ’ αυτά
τα λείψανα που, όμως, δεν είναι λείψανα ακριβώς, γιατί, μόλις βρεθούν στο φως,
σαν ν’ ανασαίνουν πάλι, σαν να ζωντανεύουν, σαν ν’ ανοίγουνε παλιές πληγές, και
πανικόβλητος τα ξανακλείνω στο σεντούκι. Αυτό, ωστόσο, το παιχνίδι, παιχνίδι
ηδονής και οδύνης, ποτέ δεν σταματά, κι αδιάκοπα ανοιγοκλείνω το σεντούκι,
αδιάκοπα ανοιγοκλείνω τις πληγές μου.
Ο
ΜΠΑΜΠΟΥΛΑΣ
Κάποτε, κατοικούσε στο υπόγειο κι ο
Μπαμπούλας που παίρνει τα κακά παιδιά. Τώρα, δεν είμαι πια κακό παιδί, δεν
είμαι καν παιδί κι ούτε ο Μπαμπούλας μένει πια εκεί· έχει μετακομίσει από καιρό·
μέσα μου μετακόμισε. Έτσι, μπορώ, όποτε θέλω,
στο υπόγειο να πηγαίνω.
Σημείωση
Ανέβηκα
στο πιο ψηλό σημείο του σπιτιού μου, στην ταράτσα, για να ξεσκάσω λίγο από την
κλεισούρα του υπογείου, να δω τ’ αστέρια, αλλά ήταν τόσο μακρινά που ένιωσα ότι
βρισκόμουνα ξανά στο υπόγειο. Ναι, η ταράτσα μου ήταν το υπόγειο του ουρανού.
Από την ενότητα
«Στο υπόγειο»
ΧΤΥΠΑΕΙ ΤΟ ΤΗΛΕΦΩΝΟ, χτυπάει και
ξαναχτυπάει· δεν το σηκώνω, όχι, δεν πρόκειται να το σηκώσω· ποιος ξέρει τι
καινούργιες συμφορές θα μου αναγγείλει; Πέθανε αυτός, πέθαν᾽ εκείνος, ο τάδε
βηματίζει με βηματοδότη, ο δείνα δεν μπορεί το σπίτι του να βρει κι ο Ερυθρός
Σταυρός τον ψάχνει. Είναι η γενιά μου που αρχίζει να θολώνει και να σβήνει.
Έτσι που πάει το πράγμα, θα μάθω, σύντομα, και το δικό μου θάνατο από
τηλεφώνου.
Χτυπάει το τηλέφωνο, χτυπάει και
ξαναχτυπάει· δεν το σηκώνω, όχι· θα το βγάλω από την πρίζα, θα βγω από τον
κατάλογο του ΟΤΕ· δεν πρόκειται να παραμείνω εγώ συνδρομητής θανάτων.
ΕΧΕΤΕ ΔΕΙ ΠΟΤΕ ΑΙΧΜΑΛΩΤΟ ΑΕΤΟ σε κήπο
ζωολογικό; Δείχνει ακόμη πιο γελοίος κι από κότα. Παραπατά, τρεκλίζει,
κωλοκάθεται σαν μεθυσμένος, και τα τεράστια φτερά του σέρνονται στις λάσπες σαν
κουρελιασμένη ρεντινγκότα ξεπεσμένου ευγενούς. Το διαπεραστικό του βλέμμα που,
από ύψη δυσθεώρητα, εντόπιζε τη λεία του στη γη, σκοντάφτει τώρα, πρεσβυωπικό,
λίγα μονάχα εκατοστά από τα μάτια του, πάνω στο βρομισμένο χώμα. Και το ράμφος
του (α, το φοβερό εκείνο ράμφος!) δεν σπαράζει πια σπαρταριστά θηράματα,
τσιμπολογάει μόνο σάπιους κατιμάδες που του πετά με περιφρόνηση ο φύλακας, εν’
ανθρωπάκι που ποτέ δεν ονειρεύτηκε τα ύψη παρά μόνο ως εφιάλτη, που δεν μπορεί
ν’ ανέβει ούτε δυο σκαλιά χωρίς να ζαλιστεί.
ΟΠΟΙΟΣ ΧΑΡΑΖΕΙ Τ’ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥ στη φλούδα
ενός δέντρου, πράξη τελεί ερωτική ημιτελή. Αν θέλει να ολοκληρωθεί αυτή η
πράξη, πρέπει και στη δική του φλούδα να χαράξει το όνομα του δέντρου. Μονάχα
τότε θα θροΐσουν γλυκά τα φύλλα της καρδιάς του.
Από την ενότητα
«Τραγούδια της Γης»
ΑΔΗΛΕΣ ΟΙ ΒΟΥΛΕΣ ΚΑΙ ΚΡΥΦΙΕΣ ΤΗΣ ΣΚΟΤΕΙΝΗΣ
ΚΥΡΙΑΣ. Κάποτε, ξαφνικά, γίνεται φωτεινή, μεταμορφώνεται σε ανέμελο, τρελό
κορίτσι, πηδά στα γόνατά μου και ζητά, επίμονα, τραγούδια αγάπης. Της τραγουδώ,
κι αυτή, τάχα για χάρη μου, χορεύει τον χορό των επτά πέπλων. Πετάει το πρώτο
και το δεύτερο, πετάει το τρίτο και το τέταρτο, το πέμπτο και το έκτο, κι απάνω που ’μαι μεθυσμένος κι
έτοιμος την κεφαλή μου επί πίνακι να της
προσφέρω, πετάει και το έβδομο και είναι αδειανό.
Από την ενότητα
«Όταν με επισκέπτεται η σκοτεινή κυρία»
Από τη συλλογή «Στο υπόγειο», 2004.
Πηγή, η συγκεντρωτική έκδοση «Η φωνή της
σιωπής [Ποιήματα 1966-2010]», εκδ. Κίχλη, 2025.
Στην εικόνα: Pieter Quast Jansz, «Cellar Interior» (1636).
Πηγή για την εικόνα: Wikimedia Commons.
.jpg)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου