έριξες το χρυσό σου δαχτυλίδι μες στη
θάλασσα
στην αμμουδιά με το νεκρό κρανίο
κι όλα τα βουλιαγμένα καράβια βγήκαν
στον αφρό
κι ο καπετάνιος ζωντανός
κι οι ναύκληροι να χαμογελάνε
ο πατέρας μου και η μητέρα μου
κουνάνε τα μαντίλια τους και χαιρετάνε
τα διαβάσουν
έχουν ξεχάσει να διαβάζουν
λένε το κάπα άλφα και το δέλτα έψιλον
στον τόπο αυτό του κόκκινου γελαστού
κρανίου με ξεγέλασες
γι’ αυτό κι εγώ σε γέλασα
και με πιστέψατε
δεν το καταλαβαίνει ότι κλαίει
με ταΐζει χώμα
έγινα καθώς φαίνεται
πουλί ιστορικό
η Ιστορία (βλέπετε) δεν κάνει διάκριση
νεκρός ή
ζωντανός.
καταραμένη μέρα
που μ’ ένα χτύπημα
ο θεοκόπος
μ’ έσπασε στα δυο.
πού χάθηκαν
ακόμα γυρίζουν στρατιώτες από μάχες
που κέρδισαν
σα δίσκος πικ-άπ
και τους βάζουν φωτιά
πέφτουν τρίζοντας ο ένας μετά από τον άλλο
φεγγάρια τρυπούν ξαφνικά κι από μέσα...
(φεγγάρια − είπα − όχι κουφάρια)
...κι από μέσα βγαίνουν κεφάλια
α, να το κεφάλι σου, αγάπη μου
πόσα χρόνια είχα να το ιδώ
α, να το φεγγάρι σου, αγάπη μου
πόσα χρόνια είχα να του πιάσω το χέρι
δεν έχουν πέντε, εκατό
χιλιάδες χέρια
χάθηκε ή αγάπη μου
με τούς στρατιώτες κουρασμένους
τους ήλιους
τα φεγγάρια
πώς να παίξει ένα δίσκο
σπασμένο
σπασμένο
λίγοι άνθρωποι
που δεν είναι κόλαση
η ζωή τους
η Fraülein Ramser
και πάντοτε του ήλιου οι απομείναντες
οι ερωτευμένοι με ήλιο ή με φεγγάρι
βρες τους, Ποιητή!
κατάγραψέ τους προσεχτικά
γιατί όσο παν και λιγοστεύουν
Ο άλλος σιγά σιγά δεν πάταγε πια το χώμα, σιγά σιγά
είχε σηκωθεί κάπου μισό μέτρο πάνω από τη γη.
– Όμως – είπε ο πρώτος:
Εγώ μπορώ κι έτσι που ανεβαίνεις να σ’ το
καρφώσω το μαχαίρι.
Και τότε με μια λάμψη ο άλλος και μ’ ένα
σφύριγμα εκκωφαντικό σα σφαίρα πυροβόλου
χάθηκε, εξαφανίστηκε μέσα στο διάστημα.
το άχρηστο πια χέρι του.
Περπατώ ταραγμένος
τ’ απάνω κάτω
τ’ απάνω κάτω
να ουρλιάζουν
ιδέες-αυτοκίνητα
αυτοκίνητα-ιδέες
μιλούνε, γελάνε
για μένα
λένε ψευτιές
για μένα, για μένα!
μη μιλάτε
για τις νεκρές αγάπες μου
θα σας βγάλουν τα μάτια!
Πηγή: «Μίλτος Σαχτούρης, Ποιήματα (1945-1998)», εκδ. Κέδρος, 2014.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου