Δευτέρα, 21 Μαΐου 2018

Βασίλης Νιτσιάκος, "Το τραίνο"




Το τρένο

Είχαν αλλάξει πορεία. Δεν πήγαινε άλλο. Είχαν μείνει μόνον οι δρόμοι. Κι αυτοί στρωμένοι άσφαλτο. Ούτε στα οχτώματα δε φύτρωνε χορτάρι. Σπαρμένα τα πάντα. Άνοιξη. Τους είχαν προειδοποιήσει. Τελευταία φορά. Δεν θα τους χαρίζονταν άλλο. Το ήξεραν. Την τελευταία φορά το είχαν πληρώσει ακριβά. Παντού τζερεμέδες. Κρυφοί ή φανεροί. Μπαξίσια ή πρόστιμα. Περίμεναν το σκοτάδι της νύχτας να χορτάσουν τα ζωντανά τους. Το ’χαν πάρει χαμπάρι. Δραγάτηδες παντού. Έμενε μόνον ο δρόμος. Κι αυτός άσφαλτος. Κι ήθελε κι άλλη προσοχή. Κίνηση. Η λάμψη των ομματιών των ζώων χανόταν μπρος τη δύναμη των προβολέων. Δεκάδες θύματα. Άνοιγαν οι επικοινωνίες. Και στένευαν τόσο γι’ αυτούς. Φράχτες κι απαγορευτικά παντού. Μαθαίνουν και τα ζώα να περπατούν σαν στρατιώτες. Σε τριάδες. Τα κουδούνια δεν έχουν περιθώρια να χτυπήσουν. Είναι κι αχρείαστα. Έπρεπε ν αλλάξουν πορεία. Όχι για καλύτερο. Για να περάσουν. Έπρεπε να βγουν στα Τέμπη. Να πάρουν το τρένο για τ’ Αμύνταιο. Διέσχιζαν τους αργυρούς ελαιώνες στα πόδια τ’ Ολύμπου. Παλιά εικόνα. Πήγαιναν αργά. Για να τυπωθεί καλά μέσα τους. Δεν ήξεραν για την επόμενη Άνοιξη. Όλα τ ανοίγματα που βλέπαν γύρω τους μεγάλωναν το δικό τους κλείσιμο. Ένα ασφυκτικό στρίμωγμα. Σαν αυτό που τους περίμενε στο τρένο. Στο τρένο που ξέραν μόνον οι άντρες. Και το περιγράφαν στις γυναίκες σαν ένα μεγάλο διαολόφιδο. Τρόμαξαν να βάλουν τα ζώα μέσα. Αγρίμια αξιολύπητα σ’ αυτά τα μαύρα μεγάλα κουτιά. Ώσπου να μάθουν. Ώσπου να ημερέψουν. Ώσπου να πεθάνουν λέγαν μέσα τους. Χιλιάδες ζωντανά με προσωπικότητα και όνομα. Τα φόρτωσαν σαν ζωντανό κρέας. Τους βγάλαν τα κουδούνια. Να μη μακελευτούν. Στα κριάρια κόψαν τα κέρατα. Σαστισμένοι άνθρωποι και ζωντανά. Στιβαγμένοι στα μαύρα κουτιά. Θαρρείς για το τελευταίο ταξίδι. Ξεκίνησαν. Είδαν το χάρο με τα μάτια τους. Απόλυτο σκοτάδι. Περιθώρια ούτε ν’ αναρωτηθούν. Δεν είχαν. Έπρεπε ν’ ανασαίνουν. Θα τους μέτραγαν. Θα τους μέτραγαν για να πληρώσουν. Ένας άντρας μοχθηρός με καπέλο και φακό στο χέρι. Κλώτσαγε τα ζώα με μανία. Ήξερε γι’ αυτή την πονηρή φάρα. Έψαχνε για κρυμμένους. Δεν τους πείραζε. Παρόλη την περηφάνεια τους. Είχαν μάθει. Απέναντι στην εξουσία ξεχνούσαν τα πάντα. Αρκεί να την ξεγελάσουν. Απέναντι σ’ αυτή γίνονταν και κουτοπόνηροι. Παράξενο. Η εξουσία γι’ αυτούς ήταν το καπέλο του εισπράκτορα και του χωροφύλακα. Κάθε καπέλο με κορόνα. Κι ήταν αντιφατική η στάση τους. Τη θαύμαζαν και την πολεμούσαν. Τη χάιδευαν και την έφτυναν. Την κολάκευαν και τη χλεύαζαν. Ένα παιχνίδι που δεν το όριζαν. Στην ασφυξία του βαγονιού κανείς δεν όριζε τίποτα. Ένα στρίμωγμα σαν κι αυτό που ένιωθαν έξω στην κοινωνία. Μόνο που εδώ ήταν σωματικό. Βιολογικό. Σήκωναν τα κεφάλια άνθρωποι και ζώα. Να πάρουν ανάσα. Κι ο άνθρωπος με το καπέλο επέμενε. Να κλωτσάει σώματα. Σώματα που κόντευαν να γίνουν πτώματα. Τους είχε πει ο βουλευτής κι ο γεωπόνος. Θα γλίτωναν απ’ την ταλαιπωρία. Τους το ’κανε ο πρώτος ρουσφέτι για τις ψήφους που του δώσαν. Θα νυχτώσουν στα Τέμπη και θα ξημερώσουν στο Αμύνταιο. Ποιος το φανταζόταν. Είναι μια νύχτα ατέλειωτη. Κι αυτοί ανήμποροι. Ακούν τη φοβερή μηχανή. Το μύλο αυτό του διαβόλου. Νιώθουν εντελώς ανίκανοι. Αυτοί οι παλικαράδες. Το δείχνει το βλέμμα τους. Δεν είναι φόβος. Ούτε τρόμος. Είναι η κατάλυση κάθε συναισθήματος. Ένα ξάφνιασμα που γεμίζει ηθική αμηχανία. Σαν τα θεριά που τα πιάνουν με ύπουλο τρόπο στα δόκανα. Δεν γνωρίζουν. Δεν γνωρίζουν περί τίνος πρόκειται. Κι έχουν ακούσει πολλά. Πολλά γι’ αυτές τις μηχανές που τα βάζουν με το Θεό. Αυτοί πάντοτε φοβόντουσαν το Διάβολο πιότερο απ’ το Θεό. Γιατί ’ναι ύπουλος. Ο φόβος αυτός τους είχε ασκήσει σε μιαν ανάλογη συμπεριφορά. Άμυνα στους διαβόλους που ξεφύτρωναν διαρκώς στο δρόμο τους. Στους διαβόλους που παρουσιάζονταν με χίλια δυο ονόματα. Και τους απειλούσαν. Αυτές οι απειλές γίναν τώρα μία. Και μοναδική. Η απειλή της υπόστασής τους. Αυτό το μαύρο θεριό είναι η προσωποποίησή της. Το πρόσωπό του το αποκτά ακριβώς ενσαρκώνοντάς την. Δεν είναι μια απλή μηχανή. Είναι αυτό που φοβόντουσαν. Πως κάποτε θα ερχόταν. Κι ασφυκτιούν πιο πολύ όσο σκέφτονται. Όσο μπορούν να σκεφτούν. Το μυαλό τους πλημμύρισε. Εφιαλτικές εικόνες. Εικόνες θαμπές. Από την έλλειψη παραστάσεων. Με τις δικές τους δύσκολα συντίθεται. Ένα τόσο εφιαλτικό σκηνικό. Κενά. Συνεχώς κενά. Κενά που κάνουν όμως το σκοτάδι λιγότερο πυκνό. Από ό,τι οι πανικόβλητες σκέψεις. Είχαν ακούσει για μια γαλαρία. Ένιωθαν να ’ναι συνεχώς μέσα της. Άρχισαν να μετράνε πτώματα. Ξέχασαν το Αμύνταιο. Το Αμύνταιο δεν υπήρχε. Ήταν απλώς μια πρόφαση. Μια πρόφαση για την εξόντωσή τους. Δεν γνώριζαν και τον τόπο πέρ’ απ’ τα Τέμπη. Δεν μπορούσαν να φανταστούν. Τα Τέμπη είχαν γίνει ο Αχέροντάς τους. Και πλήρωναν και περατίκι. Πολλαπλάσιο με τους θανάτους των ζώων. Ούτε στις προφητείες του Πατροκοσμά. Δεν μπορούσαν να βρουν εξήγηση. Είχε πει πολλά για μηχανές. Και σιδερένια πουλιά στον ουρανό. Όμως δεν ξέραν να ’χε μιλήσει γι’ αυτόν. Το φιδόμορφο χάρο. Και κρατούσε. Ο απαίσιος θόρυβος. Και κρατούσε το βασανιστήριο. Το Αμύνταιο δεν υπήρχε. Ήταν απλώς μια πρόφαση.





Από το βιβλίο «ω λε λε», εκδ. Οδυσσέας, 1993.

Φωτογραφία: Matthew Malkiewicz
(Πηγή: https://allflavors.net/o-michanikos-pou-fotografizi-palia-trena/)