Δευτέρα 26 Ιανουαρίου 2026

Κώστας Θ. Ριζάκης, "μονόδρομος"




μονόδρομος

                                στον Θανάση Γ. Μίχο


δεν λάθος θα ισχυριστώ ας μέ βολεύει
επ’ αρκετώ (μην ακουμπά στο πλήρως)
πως εν αγνοία μεν συνέβη είτε πως θα
διεδραματίσθη νύκτα νύκτα βαθιά δεν
στο πισσώδες μαύρον της κάποιο εγγύς
μέγα κακόν μπορούσα να εντοπίσω – όχι

λοιπόν τέτοιος εδώθ’ ισχυρισμός ήξερα και παράξερα
ώστε ουδόλως τό εκ των υστέρων δη μουντζόκλαμα ευ-

σταθεί μ’ ανέκαθεν όσοι ποιητές ρίσκαραν τη σκανδάλη


                                                         Κώστας Θ. Ριζάκης



Πρώτη δημοσίευση



Ο ποιητής Κώστας Θ. Ριζάκης (Λαμία, 1960) εξέδωσε δεκαοκτώ συλλογές, τη μία συγκεντρωτική (των εξ πρώτων ‒ γ΄ επαν. Κουκκίδα 2020). Διηύθυνε ή και συνδιηύθυνε επτά έως τώρα (σε εννέα εν συνόλω περ.) λογ. περιοδικά. Επίσης, επιμελήθηκε περί τα 220 βιβλία (ιδία ποιητικά), αρκετά αφιερώματα σε έντυπα άλλων, καθώς και τιμητικούς τόμους σε μορφές (Κ.Ε. Τσιρόπουλο, Γ. Πέγκλη, Μ. Μέσκο, Ο. Αλεξάκη, Σ. Σαράκη, Ζ. Σαμαρά, Β.Π. Καραγιάννη, Δ. Αγγελή, Γ.Χ. Θεοχάρη, Κ.Α. Κρεμμύδα, Σ.Σ. Σταμπόγλη ‒ τα τελευταία 2 υπό έκδοσιν) τής λογοτεχνίας μας. Ενασχολείται δε και συνεχίζει, με τη σύγχρονη γυναικεία γραφή (Ζ. Δαράκη, Λ. Παππά, Μ. Καραγιάννη, Κ. Κούσουλα, Χ. Κουτσουμπέλη, Έ. Λάγκε, Έ. Κορνέτη, Ν. Κεσμέτη, Κ. Ρουκ, Μ. Κουγιουμτζή, Α. Μπακονίκα, Ά. Γρίβα, Δ. Δημητριάδου, Ν. Χαλκιαδάκη, Δ. Μήττα, Η. Νικοπούλου, Λ. Καλλέργη). Πρόσεξε πολύ όσους νεώτερους άξιους. Τελευταία του συλλογή η, γυμνός επί τα μάτια, ΑΩ Εκδόσεις 2025. Έχουν γραφεί και εκδοθεί πολυάριθμα μελετήματα για το ποιητικό του έργο.



Στην εικόνα: Van der Neer, «Moonlit Landscape with Bridge».
Πηγή για την εικόνα: Wikimedia Commons.


Παρασκευή 23 Ιανουαρίου 2026

Ζωγραφιά Οτζάκη, "φέγγος καπνών"






ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΖΩΗ


στράγγισε το βουνό
λευκά τα νέα υλικά

στο δάσος καθαρόαιμος Γολιάθ

−στεγνές πατημασιές
αιολική ουρά−

οι νύμφες παραδόθηκαν

ποιος τάχα δύναται
σφεντόνα να τινάξει
         κατά πάνω του





ΝΑΥΑΓΙΟ


το άλμα της Ευρυάλης ονειρεύτηκαν
−μα κούφιο το σκαρί τρώει τ’ όνειρο−

κι απέμειναν
δίκοπες οι ουρές ψαριών
αρμυρές οπλές στον βυθό
μέλη ψυχές ασίγαστες
πέρα ώς πέρα

ίσως κάποτε
νέγρος λυγμός λιανίσει
σαρκία αφεντικά
κρανία αλλήθωρα
την αγορά ολόκληρη

στα κύματα εις μνήμην


Από την ενότητα:
«Δεύτερος σταθμός: Στην αγορά του κόσμου»





ΣΩΜΑ ΜΙΑΣ ΧΡΗΣΗΣ (Λίλιθ)


είμαι η Λίλιθ
χωμάτινη λαχταριστή
γεννώ όρκους ανίερους
και συ και ο άλλος ο επόμενος
       ανάμεσα στη γέννα μου
η τρυφερή μανία σας είμαι
το πλεονεκτικός σας όνειρο
σώμα μιας χρήσης
η Λίλιθ
Μαριάμ παρθένα
ουλή στα σπάχνα
       του Άγιου Παντελεήμονα*

και
απόψε στο πιάτο
−γενέθλια νύχτα−

το μαχαίρι μονάχα μην πάει βαθιά


________________
* Περιοχή της Αττικής, όπου δολοφονήθηκε τρανσέξουαλ Κουβανή καλλιτέχνιδα το καλοκαίρι του 2023.


Από την ενότητα:
«Τέταρτος σταθμός: Στο αλωμένο σύνορο»





Η ΑΝΤΙΓΟΝΗ αλλιώς


μην κλαις Ισμήνη
ο μύθος γύρισε

θα τερματίσουμε μαζί −

χωμάτινες
σε σώματα αιώνων

δε ροβολάω αδερφή

θα στέκομαι ατσάλινη
σαν τρυφερή σκιά

σε πόλη άδεια
με σακατεμένους Κρέοντες

δώσε το χέρι

ποιος ψεύτης ήρωας ή θάνατος
χωρά σε δυο ανάμεσα


Από την ενότητα:
«Τέρμα»





Από τη συλλογή «φέγγος καπνών», εκδ. Κουκκίδα 2025.
Έργο εξωφύλλου: Κωνσταντίνα Μπιζέ.





Η Ζωγραφιά Οτζάκη σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή (Α.Π.Θ.) και στη συνέχεια ολοκλήρωσε μεταπτυχιακές σπουδές στον τομέα «Σπουδές στην Εκπαίδευση». Εργάζεται ως εκπαιδευτικός μέσης εκπαίδευσης στη Θεσσαλονίκη. Έχει συμμετάσχει σε συλλογικά έργα. Η ποιητική συλλογή φέγγος καπνών είναι η δεύτερη προσωπική της. Ποιήματά της φιλοξενούνται σε λογοτεχνικά περιοδικά και ιστοσελίδες. Συγγράφει κείμενα βιβλιοκριτικής, τα οποία δημοσιεύονται στον έντυπο και ηλεκτρονικό τύπο.

Τρίτη 20 Ιανουαρίου 2026

Γ. Λ. Οικονόμου, "Η σιωπή της κερκίδας"





ΕΦΥΓΕΣ ΝΩΡΙΣ


Έφυγες νωρίς
μπορούσες ακόμα
να περάσεις την κλωστή στη βελόνα
να κάνεις τα ψώνια της μέρας
το σπίτι να συγυρίσεις

ταξίδια να ονειρεύεσαι ώρες ατέλειωτες
για τους φίλους να μαγειρεύεις
να λαχταράς καφέ και τσιγάρο

στα μάτια να με κοιτάς
να μου λες πως μόνο
εμένα αγαπάς

Έφυγες νωρίς
όπως τα μικρά παιδιά
σε πήρε ο ύπνος
πριν τελειώσει το παραμύθι





ΠΟΙΗΤΕΣ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ


Βαφόπουλος, Καρέλλη, Πεντζίκης,
Θέμελης, Βαρβιτσιώτης, Στογιαννίδης,
Αναγνωστάκης, Θασίτης, Κύρου,
Χριστιανόπουλος, Ασλάνογλου, Ιωάννου

Δώστε μια γωνιά σας παρακαλώ
και στον Ανέστη Ευαγγέλου
κεράστε ένα βύσσινο γλυκό
τον Μάριο Μαρίνο Χαραλάμπους
για κείνο το υπέροχο

«χρόνια στα λασπόνερα
πνίγηκαν οι φωνές των ποιητών
ξενιτεύτηκαν από άγνοια και σκληρότητα
Ασσύριοι της Θεσσαλονίκης…»

Κι όλους όσους δεν γνώρισα
ακόμα πόσους πριν πόσους μετά
πείτε τους καλημέρα

μη σας ξεγελά μια υπογραφή
ένα γνωστό ή άγνωστο όνομα
θέλει πολλούς για να γραφτεί το ποίημα





ΤΙΠΟΤΕ ΠΑΡΑΠΑΝΩ


Ένα καλάμι τρύπιο
που μέσα του ο Θεός μου
σφυρίζει άλλοτε χαρούμενα
κι άλλοτε λυπημένα
τραγούδια

Τίποτα παραπάνω





ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗ ΥΠΟΘΕΣΗ


Ένα ντιβάνι
παλιά κουβέρτα στρατιωτική
κι εσύ κρυμμένος μέσα
με τη ντροπή σου
για τα χρόνια της ανεργίας

Ύστερα ήρθε η σειρά της μάνας
να πέσει στο ντιβάνι
με χίλιους δυο κρυφούς καημούς

Τελευταίος εγώ
με τα μάτια καρφωμένα στο ταβάνι
να ψάχνω το λάθος μας





ΕΔΩ ΜΕΓΑΛΩΣΑ


Μικρό το μαγαζί
ένας πάγκος όλο κι όλο
ζυγαριά και μια καρέκλα

Για τη μάνα που
απ’ όταν έχασε το φως
ν’ ακούει κουβέντες
τής έφτανε

Μικρό το μαγαζί
εδώ μεγάλωσα άλλοτε
σαν μια κλωστούλα για το κέντημα
άλλοτε σύρμα για το κοτέτσι.





Από τη συλλογή «Η σιωπή της κερκίδας», εκδ. Τύρφη, 2021.




Ο Γιώργος Λ. Οικονόμου γεννήθηκε το 1960 και ζούσε στη Θεσσαλονίκη, όπου και εργαζόταν στο Δημόσιο. Ποιήματά του έχουν δημοσιευθεί σε ιδιωτικές κυρίως εκδόσεις και κατά καιρούς σε λογοτεχνικά περιοδικά. Έφυγε από τη ζωή στις 20/1/2024.
Η εργογραφία του περιλαμβάνει:
«Prova Generale» (Ιδιωτική έκδοση, 1984)
«Κόντρα» (Ιδιωτική έκδοση, 1988)
«Γιος δασκάλας» (Ιδιωτική έκδοση, 1988)
«Prima Vista» (Ιδιωτική έκδοση, 1989)
«Στρωμνίτσης 6» (University Studio Press, 1991)
«Flash Back» (επιλογή) (Οκτασέλιδο του Μπιλιέτου, αρ. 66, 2010)
«Ένα με τη σκόνη» (Τύρφη, 2017)
«Για το Άλφα της στέρησης» (εκδ. κύμα, 2019)
«15 νέα ποιήματα» (Οκτασέλιδο του Μπιλιέτου, αρ. 103, 2020)
«14 Μικρές ιστορίες» (Ιδιωτική έκδοση, 2020)
«Καρδίτσα-Χανιά-Θεσσαλονίκη» (Συλλογική έκδοση) (Γράφημα, 2020)
«40 Ποιήματα σαν λαϊκά τραγούδια» (Ιδιωτική έκδοση, 2021)
«Η σιωπή της κερκίδας» (Τύρφη, 2021).

Σάββατο 17 Ιανουαρίου 2026

Γιάννης Κοντός, "Ανωνύμου μοναχού"




Το φαρμακείο


Είμαι ευτυχισμένος όταν ακούω μουσική και κατοικώ στο παλιό φαρμακείο, με τις πορσελάνες, τα φάρμακα, το λίγο φως. Κάθομαι και ζυγίζω ποσότητες φαρμάκων και λέξεων −εκτελώ πολλές φορές ανύπαρκτες συνταγές− όμως δουλεύω με συνέπεια και υπομονή υποδειγματική. Ακίνητος κοιτάζω πίσω από το θαμπό τζάμι τους περαστικούς. Περιμένω να ανοίξει η πόρτα, να ακουστεί το κουδουνάκι, να σηκώσω με κόπο το ημίπληκτο πόδι μου, να το σύρω μέχρι την είσοδο και να χαμογελάσω στον πελάτη. Όπως ανοίγει η πόρτα μπαίνουν μέσα άλλες εποχές – προηγούμενες και επόμενες− και χάνω για λίγο την ισορροπία μου. Τη βρίσκω αμέσως. Αρχίζω να παιδεύω πάλι τη ζυγαριά και το σώμα μου. Χρόνια διανυκτερεύω. Έχω να κοιμηθώ χιλιάδες ώρες. Πίνω όλα τα φάρμακα (ποιήματα) που φτιάχνω και δε λέω να πεθάνω. Μάλλον δυναμώνω. Φοράω το μαύρο παλτό, το μαύρο κεφάλι. Έξω χιονίζει, δεν ακούει κανείς.





Ο ηλεκτρολόγος του ποιήματος


Βρέχει στο τηλέφωνο και δε σ’ ακούω καλά. Βήχει ο καιρός στ’ αυτί μου. Σήμερα μιλούσες γαλλικά. Δεν καταλάβαινα τίποτα. Είτε γαλλικά όμως, είτε ελληνικά, τα φρούτα σάπισαν, η μουσική ξεράθηκε όπως την ξετύλιγες από το στόμα. Την άκρη της μουσικής κρατούσες, την τριχιά. Προχώραγες, χανόσουνα στον κόσμο. Έκανες κόμπους, έβαζες σημάδια −για να με θυμάσαι−. Έσπαγες το φεγγάρι-αυγό, έκανες ομελέτα: «τα τηγανητά πειράζουν το στομάχι». Εδώ φάγαμε όλα τα σίδερα της ζωής και για ένα φεγγάρι- ομελέτα θα βαρυστομαχιάσουμε; Ο άλλος εαυτός μου ο τυφλός σκοντάφτει στο σιελ χρώμα, στο όνομα Άννα. Αυτά σκέφτομαι και δεν αντιλαμβάνομαι τον κλέφτη με τα λαστιχένια παπούτσια, τον ηλεκτρολόγο που μπαίνει στην ιστορία και γίνεται βραχυκύκλωμα. Καίγονται οι ασφάλειες. Ένα τσαφ ακούστηκε, μύρισε κάτι καμένο, έπεσε το ατσάλι της νύχτας. Ψάχνω για κερί, ψηλαφώ τους τοίχους να βρω ένα πρόσωπο –έστω ένα ομοίωμα– να μοιάζει με άνθρωπο, να μιλήσουμε, να περάσει η νύχτα. Αν ποτέ περάσει αυτή η νύχτα με τα μεγάλα λευκά ποντίκια.





Η ξηρασία των εποχών


Το μελαχρινό σου πρόσωπο ακουμπάει στο χώμα. Ο ουρανός πολλές φορές είναι μέσα στη γη, προσποιείται το σπόρο, τη ρίζα· από κει βγαίνουν παλιά τραγούδια και αγκαλιές −ας λένε ό,τι θέλουν οι μουσικολόγοι−. Άσπρο του δωματίου, άσπρο του ματιού. Σαν να μην είμαι εγώ, που τρίβω χρόνια την πλάτη μου στο φεγγάρι και ο καρυοθραύστης της νύχτας σου τσακίζει τις εικόνες και τα μάτια. Πόσο θα αντέξουν οι φλέβες τον πολιτισμό − τον τροχό; Φαντάσου να μην ήμουνα εντοιχισμένος, με το φαρμάκι στο στόμα, αλλά ελεύθερος όπως τα ποιήματα του Διονυσίου Σολωμού −ο ίδιος δεν το ήξερε και έλιωνε μες στα μαύρα ρούχα του−.

(Μετράω τα δάχτυλά μου και τα βρίσκω παρά πέντε.)





Μιλάει ο δράκος στον Άγιο Γεώργιο


Όλες οι αγιογραφίες δείχνουν ότι θα με σκοτώσεις. Είναι απόγευμα, τα λέπια μου λάμπουν. Τρώω μόνο χορτάρι του φεγγαριού. Αίμα δεν είδα ποτέ. Ζεσταίνω τα αυγά της πολιτείας, βλέπουν οι κάτοικοι μερικούς εφιάλτες. Αυτά είναι όλα που κάνω −τα άλλα είναι ψέματα−. Όσο για την κοπέλα και τα νερά που έχω φυλακισμένα, δες και μόνος σου: εδώ είναι κήπος με κοντές μηλιές και φράουλες που δε δοκίμασα. Τώρα μόνοι και αντικριστά. Είναι Παρασκευή, οι πορσελάνες των προσώπων μας νυχτώνουν απότομα. Βλέπω τη σκέψη σου αγκάθι στον ουρανό. Βλέπω ακόμα τη μαύρη μπέρτα σου να ανοίγει και να με σκεπάζει, όπως σηκώνεις το χέρι με το κοντάρι. Αν ήτανε διαφορετικά τα πράγματα, μπορεί να ήμουνα σκύλος στην αυλή σου. Στις ζωγραφιές έχω φτερά με πράσινες μεμβράνες. Δεν πέταξα ποτέ. Σέρνομαι με πρησμένη την κοιλιά στο χώμα μετατοπίζοντας τη θάλασσα προς το βουνό. Εκείνη τη στιγμή έσπασε στο τζάμι της φωνής σου μπήγοντας το κοντάρι στα πλεμόνια μου, φτάνοντας μέχρι την καρδιά. Πηχτό αίμα τινάχτηκε, έβαψε τα ασημένια παπούτσια των αγγέλων που στέκονταν πίσω από σένα σε δυο σειρές και γέλαγαν. Έβγαλα το τελευταίο σφύριγμα –σύρμα νίκελ του τρόμου−. Ωρίμασαν τα μήλα του κήπου και έπεσαν στα πόδια σου. Σήκωσες τα μάτια στον ουρανό και έγινες άγιος. Τα νύχια μου γαντζωμένα στο χώμα αναδίδουν μουσική και μύρο. Έκλεισα τα μάτια και είδα.





Πού τελειώνει το τσιγάρο


Όλα αρχίζουν με ένα φυτό, που σε φτάνει μέχρι το γόνατο. Στην αρχή το περνάς για μια ήσυχη μπαμπακιά, όπως χαϊδεύεται στα πόδια σου. Αμέσως όμως καταλαβαίνεις την απάτη. Γιατί σκύβοντας να το δεις πιο καλά σε δαγκώνει και κιτρινίζουν τα μαλλιά. Σ’ εκείνο το χρώμα ξεχάστηκες. Καίγεται αργά το θαυμαστικό στα δάχτυλα, με την κόκκινη τελεία της καύτρας και τη στάχτη της μέρας να γεμίζει τα νευρασθενικά σταχτοδοχεία. Το λευκό σιγαρόχαρτο ρυτιδώνει, χάνεται με τριγμούς, όπως το τρώει η ύπουλη φωτιά. Έχει μείνει το μισό. Τα πουλιά και τα μικρά ζώα του δάσους φεύγουν προς την τυπωμένη μάρκα, τη φίρμα του εργοστασίου, που παράγει την απόλαυσή σου. Δεν τα σώζει τίποτα. Πέφτουν στο φράχτη του φίλτρου όπου ψήνονται. Εσύ κάνεις ότι δεν καταλαβαίνεις τίποτα. Τραβάς μερικές ρουφηξιές ακόμη και το σβήνεις. Κοιτάζεις την ώρα. Είναι εφτά παρά πέντε. Με παίρνεις τηλέφωνο. Έχω ήδη ξεκινήσει για να σε βρω. Ανάβεις άλλο, ξαπλώνεις και περιμένεις. Το ποίημα προβάλλεται αργά στο ταβάνι και ο καπνός παίζει το ρόλο της μουσικής.





Από τη συλλογή «Ανωνύμου μοναχού», Κέδρος 1985.
Πηγή: «Γιάννης Κοντός, Τα ποιήματα (1970-2010)», Τόπος 2013.

Τετάρτη 14 Ιανουαρίου 2026

Κατερίνα Αγγελάκη - Ρουκ, "Ωραία έρημος η σάρκα"





Η ΠΕΔΙΑΔΑ


Σε τέλεια άπνοια έρωτα εγώ
σκεφτική η πεδιάδα απλωμένη στη βροχή.
Άχνιζαν τα γαλακτερά πρασινωπά νερά της
σαν να μούγκριζαν οι λακκούβες της
πλημμυρισμένες ανεπίτρεπτα πάθη.
Ένας ορίζοντας όλο θαμπά καμπαναριά
ακουμπούσε στην κοιλιά της
μαζί κι ο κλειδωμένος ουρανός
τέλειος κάτοχος της δύσκολης
φιλοσοφίας της καταχνιάς:
η μετρημένη απεραντοσύνη της μουσκεμένης γης
περιέχει τη σιωπηλή συναίνεση των όντων
στο θάνατο.





Η ΑΛΛΗ ΠΗΝΕΛΟΠΗ


Μέσ’ απ’ τις ελιές έρχεται η Πηνελόπη
με τα μαλλάκια της όπως όπως μαζεμένα.
κι ένα φουστάνι απ’ τη Λαϊκή,
μπλε μαρέν με άσπρα λουλουδάκια.
Μας εξηγεί πως δεν ήταν από προσήλωση
στην ιδέα «Οδυσσέας»
που άφηνε τους μνηστήρες χρόνια
να περιμένουν στο προαύλιο
των μυστικών συνηθειών του κορμιού της.
Εκεί στο παλάτι του νησιού
με τους φτιαχτούς ορίζοντες
μιας γλυκερής αγάπης
και το πουλί απ’ το παράθυρο
να συλλαμβάνει μόνον αυτό, το άπειρο
είχε ζωγραφίσει εκείνη με τα χρώματα της φύσης
την προσωπογραφία του έρωτα.
Καθιστός, το ένα πόδι πάνω στ’ άλλο
βαστώντας μια κούπα καφέ
πρωινός, λίγο μουτρωμένος, λίγο χαμογελαστός
να βγαίνει ζεστός απ’ τα πούπουλα του ύπνου.
Η σκιά του στον τοίχο
σημάδι από έπιπλο που μόλις το σηκώσαν
αίμα από αρχαίο φόνο
μοναχική παράσταση του Καραγκιόζη
στο πανί, πίσω του πάντα ο πόνος.
Αχώριστοι ο έρωτας κι ο πόνος
όπως το κουβαδάκι κι ο μικρός στην αμμουδιά
το αχ! κι ένα κρύσταλλο που γλίστρησε απ’ τα χέρια
η πράσινη μύγα και το σκοτωμένο ζώο
το χώμα και το φτυάρι
το γυμνό σώμα και το σεντόνι τον Ιούλιο.

Κι η Πηνελόπη, που ακούει τώρα
την υποβλητική μουσική του φόβου
τα κρουστά της παραίτησης
το γλυκό άσμα μιας ήσυχης μέρας
χωρίς απότομες αλλαγές καιρού και τόνου
τις περίπλοκες συγχορδίες
μιας άπειρης ευγνωμοσύνης
για ό,τι δεν έγινε, δεν ειπώθηκε, δε λέγεται
νεύει όχι, όχι, όχι άλλο έρωτα
όχι άλλο μιλιές και ψιθυρίσματα
αγγίγματα και δαγκώματα
φωνούλες στα σκοτάδια
μυρωδιά από σάρκα που καίγεται στο φως.
Ο πόνος ήταν ο μνηστήρας ο πιο εκλεκτός
και του ’κλεισε την πόρτα.





ΟΙ ΕΡΑΣΤΕΣ ΜΑΣ ΗΤΑΝ ΚΑΚΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ…

                          Στη Λιάνα Σακελλίου-Schults


Οι εραστές μας ήταν κακοί ποιητές
το ξέραμε και τότε.
Όμως σάρωνε ο αέρας
του κάθε σερνικού τοπίου
τους στίχους «εκείνου»
και τους ξανάφερνε αλλαγμένους
λες και μια άγια θεά
τους είχε περιχύσει νόημα.
Πρόφεραν οι άντρες τις συνηχήσεις τους
κι ήταν σαν ένα ζωύφιο γραφικό
να πετούσε γύρω απ’ το λαιμό μας,
ενώ οι περιπτύξεις του φεγγαριού
έκαναν τις επιφανειακές στροφές
να μοιάζουν με βαθιά πράξη.

Και τα μαλλιά, ο σβέρκος,
διόρθωναν δυναμικά
την κοινοτοπία των επιθέτων
η ματιά είχε γιομίσει
τόση σημασία
που τι σημασία είχε
αν το ποίημα τελείωνε
πριν καλά καλά αρχίσει...
Α! κι ήταν ωραία η εποχή
που μας σκέπαζαν τα ποιήματα-σεντόνια
ενώ οι δί-στιχες καρδιές μας
είχαν πάρει για Όμηρο το κορμί
και για αναπνοή του έρωτα
το ποίημα.

                                         Σεπτέμβριος 1995





ΦΑΝΗΚΕ ΚΑΙ ΑΠΟ ΑΛΛΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ


Ποτέ μου δεν κατάλαβα την άνοιξη
−φάνηκε και από άλλα ποιήματα−
γι' αυτό κι όλες οι παρεξηγήσεις με τη σάρκα
την ελπίδα, την αυτογνωσία μέσα στο χρόνο.
Ποτέ μου δεν κατάφερα να ισορροπήσω
το ετήσιο θαύμα
με την αιώνια σιωπή·
την αλήθεια του ανανεούμενου άνθους
με τον έναν και μόνο θάνατο.
Μελέτησα πάλι σήμερα το καινούριο πράσινο
και πώς ο παγωμένος αέρας έκπληκτος
μπρος στις διαχύσεις της φύσης
κάνει ένα βήμα πίσω.
Το φως ακκίζεται σε μισοκρυμμένες κορφές
κι εγώ βρέθηκα πάλι
εκτός θέματος.
Το θέμα είναι ένα:
το προσωπικό σώμα
κι ο απρόσωπος χαμός του.





ΣΑΝ ΜΙΑ ΣΚΙΑ ΧΕΙΜΕΡΙΝΗ


Σιάζομαι στη σκιά μου·
καρφιτσώνω τα τσουλούφια του χρόνου
που ξεφεύγουν απ’ το σκούρο οβάλ μου
ενώ από πίσω ένα φως ανεξήγητo
με φωτίζει στη σεμνή αυτή τουαλέτα.
Έπειτα, ακίνητη για μια στιγμή
πριν πατήσω το πετάλι
και γυρίσουν οι δυο ρόδες
–μια για τη ζωή, μια για το θάνατο–
εναποθέτω την εμπιστοσύνη μου
στο δρομάκι του σπιτιού μου
όπου γενιές παιδιών ξεπετάγονται το δείλι
και σαν τον ανυποψίαστο σκαντζόχοιρο
διασχίζουνε το χρόνο·
όσο το πέρασμα του βελονωτού ζώου απέναντι
τόσο βαστάει κι η ζωή των παιδικών ανθρώπων.
Τα πρόσωπα τ’ αναγνωρίζω
γιατί ήξερα τη γιαγιά τους
και οι φωνές –της μικρής «όχι!»
της μάνας της «οχιά!»–
ηχούν σαν τότε… Πότε;
πριν απ’ το φόβο για ό,τι είναι νά ’ρθει
πριν απ’ τον τρόμο για ό,τι είναι ήδη εδώ
πριν απ’ αυτό το «εγώ», μια σκιά χωρίς καθρέφτη.





Από τη συλλογή «Ωραία έρημος η σάρκα», Καστανιώτης, 1995.
Πηγή: «Κατερίνα Αγγελάκη Ρούκ - Ποίηση [1963-2011]», Καστανιώτης 2014.

Κυριακή 11 Ιανουαρίου 2026

Ιωάννης Σεβαστιανός Ρώσσης, "Επιλήσμονες" & "Ο καιρός των ρόδων πέρασε"





ΕΠΙΛΗΣΜΟΝΕΣ


Ανοιχτός λογαριασμός η Ομορφιά.

Δεν είμαστε ποιητές
επειδή γράφουμε ποιήματα
παρά γιατί σαν άγγελοι
μας όρισεν ο Ουρανός ένα διακόνημα:
να κατέβουμε στη γη,
να φανερώσουμε την Ομορφιά στους ανθρώπους.

Μα εμείς
σφετεριστήκαμε την Ομορφιά.
Σ’ έναν καθρέφτη
τη δική μας αντικρύσαμε μορφή.

Αυτή φανερώσαμε.
Το είδωλό μας προσκυνήσαμε.

Μένει
να σπάσουμε τον καθρέφτη,
να θυμηθούμε το παλιό εκείνο
ανεκτέλεστο
                       διακόνημα.

Τότε
         −μόνον τότε−
θα’ ναι οι στίχοι μας παιδιά της Ομορφιάς.
Κι εμείς
     −επί τέλους−
πατέρες άξιοι
                         των παιδιών αυτών.

Η ποίηση εκκρεμεί.
Οφειλή που δεν πληρώθηκεν ακόμη.


                                                 21.1.2012





Ο ΚΑΙΡΟΣ ΤΩΝ ΡΟΔΩΝ ΠΕΡΑΣΕ

    (αποσπάσματα από ένα ημερολόγιο)


Κοιτάζω ψηλά την αράχνη καθώς
υφαίνει τον ιστό της
− Πηνελόπη της ερήμωσης.
Στα δίχτυα της μικρές ζωούλες
                     ξεψυχούν.

Εδώ
δεν κατοικεί πια ο Έρωτας,
κι ο οίκτος ταπεινώνει.
Τί χτίζεις κάθε μέρα με το ψέμα;
Το σπίτι λίγο λίγο βουλιάζει.
Κλαίει στα θεμέλια ο κόκκορας.
Ό,τι απομένει
                οίκτος και κούραση.

Τρως δουλεύεις κοιμάσαι.
Στο κομοδίνο τα χάπια για τη θλίψη.
Γάμοι βαφτίσια κηδείες.
Κι έν’ αεράκι πού και πού
να παίρνει τα σαρίδια της ψυχής σου.

Έντιμος νεκρός ή τίμια θύελλα;

Νιώθω θηρίο
παραμονεύοντας το θήραμα.
Η φυλακή,
                    ο σιωπηλός δεσμοφύλακας,
κελλιά
που ανοίγουν, κελλιά
                              που κλείνουν.
Κι ο άγγελος αναταράζει το νερό.
                                       Θα προφτάσω;

Αν η Ευτυχία
είναι μια όμορφη δολοφόνος
θ’ ακολουθήσεις την Ευτυχία;
θα τολμήσεις να σκοτώσεις;

--------------------------------------------

Ξανθό μου ξωτικό
τρύπωσε στο ρέπιο σπιτικό,
          βόηθα με να δραπετεύσω,
να διαβώ το συρματόπλεγμα...

--------------------------------------------

Τί όνειρο το χθεσινό!

Θύμιζε κοιμητήριο η Ανάγκη.
Φύλλα στροβιλίζονταν στον άνεμο,
μες στην αλέα όπου
μάρμαρα υψώνονταν
                       και πάνω τους σταυροί.

Ήμουν γυμνός.
           Γύρεψα ένα ρούχο να φορέσω
                                 μα δεν βρήκα.
Μέσα στις τρέμουσες του δάσους φυλλωσιές
ψίθυροι πως ο Άγιος ήταν εγγύς.
                                                     Γύρισα να ιδώ
και είχες φύγει, Καλή μου.
                                           Πού πήγαν όλοι;


Το ξύπνημα με γέμισε χαρά
                  σκορπίζοντας τη θλίψη του ονείρου.

--------------------------------------------

Σε σκέφτομαι στο φως των κεριών
ανάμεσα σε τόσους φύλακες και πλάσματα
                                          του δισταγμού.

Έσβησε η φωτιά στο παραγώνι.
Έξω αστράφτει.

Ψηλά το μαύρο σύννεφο
έκοψε στα δύο το κίτρο της σελήνης.
                                                             Κρυώνω
μέσα σε τούτο το Κελλί.

Δεν θα σμίξουμε
κι όμως τρέχω να σε συναντήσω, Καλή μου.

--------------------------------------------

Έτσι
μες στον συρμό της νύχτας
                     μονάχος ταξιδεύοντας
τώρα που είσαι μακριά
κι η βροχή θραύει τα κρύσταλλα
δεν αφήνω
−ούτε στιγμή− τη μουσική να πλαγιάσει
μήτε τον ύπνο να λυγίσει τα βλέφαρα
                 μην κοιμηθώ       και μείνεις μόνη,
                                             Καλή μου.

--------------------------------------------

Κι ωστόσο
δεν περιμένω τριαντάφυλλα.
 
Ο καιρός των ρόδων πέρασε.
                                 Δεν πρόλαβα.

Τα σάρωσε το Φως
αυτό που ξεγυμνώνει τους νεκρούς
απ’ τα φτιασίδια τους.

Κανένα θήραμα στα νύχια του,
κανένα χτυποκάρδι.
Διπλώνεις λυπημένος τα φτερά σου.

Μειδιάς
καθώς κοιτάς τη σήραγγα
(την υπόγεια διαφυγή σου)
αυτή που από παιδί φαντάζεσαι πως σκάβεις.


                                  Νοέμβριος-Δεκέμβριος 2013

                        Ιωάννης Σεβαστιανός Ρώσσης




Πρώτη δημοσίευση

Στην εικόνα: Nikolai Yaroshenko, «The Prisoner» (1878).
Πηγή για την εικόνα: Wikimedia Commons.





Ο Ιωάννης Σεβαστιανός Ρώσσης γεννήθηκε στον Πειραιά το 1954. Σπούδασε στην Πάντειο Πολιτικές Επιστήμες. Εργάστηκε ως διοικητικός υπάλληλος σε ασφαλιστική εταιρία ώς την συνταξιοδότησή του. Έχει εκδώσει επτά ποιητικές συλλογές. Τελευταία του ποιητική συλλογή Η χώρα που δεν τιμωρεί (εκδόσεις "κουκούτσι" 2019). Ποιήματά του έχουν δημοσιευθεί σε διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά μεταξύ των οποίων, ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ, ΤΟ ΚΟΙΝΟΝ, ΠΛΑΝΟΔΙΟΝ, ΠΟΙΗΣΗ, ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ καθώς και στην εφημερίδα ΑΥΓΗ. Ποίημά του θα συμπεριληφθεί στο ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ ΒΑΛΚΑΝΙΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ που ετοιμάζουν οι εκδόσεις Μαΐστρος ενώ στο ηλεκτρονικό περιοδικό "Πολύμνια, ARS POETICA" θα αναρτηθούν ποιήματά του μεταφρασμένα και στα ισπανικά.

Τετάρτη 7 Ιανουαρίου 2026

Περιοδικό Σταφυλή, 8ο τεύχος, Δεκέμβριος 2025




ΣΤΑΦΥΛΗ
ΜΕΘΗ ΣΤΟΝ ΛΟΓΟ ΤΗ ΣΚΗΝΗ ΤΙΣ ΤΕΧΝΕΣ

ΤΕΥΧΟΣ 8
Δεκέμβριος 2025


ΕΚΔΟΣΗ:
Εκδόσεις Κουκκίδα

ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ:
Διώνη Δημητριάδου
Κώστας Θ. Ριζάκης

ΣΥΜΒΟΥΛΟΙ ΕΚΔΟΣΗΣ:
Γιώργος Γώτης
Δημήτρης Κόκορης
Ισιδώρα Μάλαμα
Δήμητρα Μήττα
Συμεών Γρ. Σταμπουλού

ΥΠΕΥΘΥΝΟΙ ΥΛΗΣ:
Γιώργος Δελιόπουλος
Ευσταθία Δήμου

ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ: Μαρίζα Γαλάνη, Αναστασία Γκίτση, Έφη Ζερβού
Βέρα Κονιδάρη, Ειρήνη Μαργαρίτη, Λίλια Τσούβα

ΕΙΚΑΣΤΙΚΗ ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: Φωτεινή Χαμιδιελή

ΚΟΣΜΗΜΑΤΑ 8ου ΤΕΥΧΟΥΣ: Στέφανος Δασκαλάκης

ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ – ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΙΚΗ ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: Εύη Κώτσου



«Περί ήθους σήμερα ο λόγος. Το ερώτημα αν η Τέχνη έχει τη δύναμη να διαμορφώσει ήθος −χωρίς κατ’ ανάγκη να σνδέσουμε το ήθος με το έθος, κατά την αριστοτελική ρήση− είναι στην ουσία το ερώτημα αν η αισθητική συνδέεται με την ηθική, ή ακόμα αν δυνητικά ταυτίζονται οι δύο έννοιες· «στο έσχατο βάθος, η αισθητική και η ηθική συμπίπτουν», κατά τον Βιττγκεστάιν, που ερευνά το απώτατο σημείο στο οποίο η αίσθηση του ωραίου ανακαλεί μέσα της το ήθος ως γενεσιουργό αφετηρία της, κι αυτό με τη σειρά του, φυσικά, ενισχύει, ανυψώνει και καταξιώνει την αισθητική πρόσληψη των πραγμάτων, με άλλα λόγια, δυο έννοιες διαλεκτικά συνδεδεμένες και αλληλοτροφοδοτούμενες. […]»
Διώνη Δημητριάδου (απόσπασμα από το «Σταφυλής Απόσταγμα»)



Π Ε Ρ Ι Ε Χ Ο Μ Ε ΝΑ


ΣΤΑΦΥΛΗΣ ΑΠΟΣΤΑΓΜΑ

Η ΚΥΡΙΩΣ ΜΕΘΗ

ΣΕΛΙΔΕΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΜΑΡΙΟ ΧΑΚΚΑ
(Επιμέλεια: Κώστας Θ. Ριζάκης)

ΔΙΩΝΗ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ: Ο ήρωας και το νόημα της «τοιχογραφίας», Με αφορμή ένα διήγημα του Μάριου Χάκκα
ΣΩΤΗΡΗΣ ΣΑΡΑΚΗΣ: Αγιωργίτικο
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΧΑΤΖΗΜΩΥΣΙΑΔΗΣ: Το κοινόβιο της γραφής
ΙΩΑΝΝΑ ΕΥΘΥΜΙΑΔΟΥ: Η αναζήτηση της ουτοπίας, Μια κριτική «ανάγνωση» στον θεατρικό Μάριο Χάκκα
ΓΙΩΡΓΟΣ Χ. ΘΕΟΧΑΡΗΣ: Ο Μάριος Χάκκας ζει στην καρδιά μου
ΒΑΛΙΑ ΓΚΕΝΤΣΟΥ: Ποίηση «τραυματοδεμένη», Σκέψεις για το ποιητικό έργο του Μάριου Χάκκα Όμορφο καλοκαίρι [1965]

ΔΟΚΙΜΙΟ
ΜΑΡΙΑ ΔΑΛΑΜΗΤΡΟΥ: Χέρμαν Μέλβιλ, Ο Μόμπι Ντικ και το κυνήγι της μεγάλης εθνικής ταυτότητας
ΕΥΣΤΑΘΙΑ ΔΗΜΟΥ: Ζωή και φιλολογία, Οι δύο όψεις της μορφής του Συνταγματάρχη Λιάπκιν
ΙΣΙΔΩΡΑ ΜΑΛΑΜΑ: Ένα μυθιστόρημα για την τραγική ευλογία της προόδου, Για τον Σκελετόβραχο της Εύας Βλάμη
ΕΥΣΤΑΘΙΑ ΔΗΜΟΥ: Η Αργώ του Γιώργου Θεοτοκά και οι «Αργοναύτες» του Γιώργου Σεφέρη
ΜΑΡΙΖΑ ΓΑΛΑΝΗ: Αναμονή χωρίς προσδοκία, Καντάν του Γιούκιο Μίσιμα

ΠΟΙΗΣΗ
ΓΙΩΡΓΟΣ ΔΕΛΙΟΠΟΥΛΟΣ: Οκτώ μικρές αποδράσεις
ΝΕΦΕΛΗ ΓΚΑΤΣΟΥ: «Παντιέρα ρόσα»
ΕΛΕΝΗ Δ. ΝΑΝΟΠΟΥΛΟΥ: Τρία ποιήματα
ΒΙΚΤΩΡΙΑ ΚΑΠΛΑΝΗ: «Φωτογραφίες»
ΣΤΕΛΛΑ ΔΟΥΜΟΥ: Δύο ποιήματα
ΕΙΡΗΝΗ ΙΩΑΝΝΙΔΟΥ: Δύο πεζοποιήματα
ΕΛΕΝΗ ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ: Δύο ποιήματα
ΘΑΝΑΣΗΣ Γ. ΜΙΧΟΣ: Λάθος τόπος λάθος εποχή
ΚΩΣΤΑΣ Θ. ΡΙΖΑΚΗΣ: κίνημα τω(ν) γραφών

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ
ΝΑΤΑΣΑ ΚΕΣΜΕΤΗ: Τζέιν Κένιον, Ποιήματα ακηδίας και φροντίδας
ΕΦΗ ΖΕΡΒΟΥ: Μαριάντζελα Γκουαλτιέρι, Ποιήματα
ΝΑΤΑΣΑ ΚΕΣΜΕΤΗ: Ρόμπερτ Φροστ, «Κάποτε δίπλα στον Ειρηνικό»
ΘΑΛΕΙΑ ΠΑΥΛΟΥ: Ουίλιαμ Μπάτλερ Γέιτς, Στίχοι στο τζάμι
ΝΕΦΕΛΗ ΓΚΑΤΣΟΥ: Στεφάν Μαλλαρμέ, «Δώρο του ποιήματος»
ΝΑΤΑΣΑ ΖΑΧΑΡΟΠΟΥΛΟΥ: Κέιτ Σοπέν, «Ένα ζευγάρι μεταξωτές κάλτσες»
ΠΑΥΛΟΣ Δ. ΠΕΖΑΡΟΣ: Λώρενς Ντάρελ, Επτά ποιήματα

ΠΕΖΟ
ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΥ: Δύο διηγήματα

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ
Με τον Παντελή Μπουκάλα συνομιλεί η Χριστίνα Καραντώνη

ΣΤΟ ΠΑΤΗΤΗΡΙ
ΔΙΩΝΗ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ: Αγγίζοντας τα όρια, Με τον τρόπο του Όσιαν Βουόνγκ

ΓΙΑ ΤΑ ΚΟΣΜΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΤΕΥΧΟΥΣ
ΦΩΤΕΙΝΗ ΧΑΜΙΔΙΕΛΗ: Ο ζωγράφος Στέφανος Δασκαλάκης και οι φιγούρες του − Μια σιωπηλή επικοινωνία



Εκδόσεις Κουκκίδα
Θεμιστοκλέους 37, 106 77 Αθήνα
Τηλέφωνο: 210 3802644
e-mail: koukkida.edit@yahoo.gr
Εναλλακτικό Βιβλιοπωλείο, Θεμιστοκλέους 37
106 83 Αθήνα
Τηλ: 210 3802644

Κυριακή 4 Ιανουαρίου 2026

Μαρίκα Συμεωνίδου, "2026"




2026


Έρχονται στιγμές, φωνές, εικόνες, τραγούδια, γέλια, χοροί
Αναμνήσεις τις λένε
Εγώ τις λέω στίχους
Γενέθλια, γιορτές, απώλειες
Μία παρέα σε ένα κέντρο στην Αθήνα
το πρωί μόλις βγαίνουν να πέφτει χιόνι
κι η παρέα να λέει "καλή χρονιά" με μία χιονόμπαλα
Ένα ζεϊμπέκικο η ζωή
Και δώρα οι αναμνήσεις
Όπως οι ευχές σας που μετατρέπονται κάθε χρόνο σε αναμνήσεις!



Μαρίκα Συμεωνίδου



Πρώτη δημοσίευση



Η Μαρίκα Συμεωνίδου γεννήθηκε στον Πειραιά, είναι πτυχιούχος του Παιδαγωγικού Τμήματος του Πανεπιστημίου Πατρών. Έχει δύο μεταπτυχιακούς τίτλους στην Ψυχολογία από το Πανεπιστήμιο του Σάρεϊ και την Εξέλιξη του παιδιού από το Πανεπιστήμιο του Λονδίνου. Εργάζεται στην Πρωτοβάθμια εκπαίδευση. Έχει γράψει τις ποιητικές συλλογές Με τα μάτια των άλλων (Γαβριηλίδης 2010), Πλάνη 18 (Μανδραγόρας 2014), Παράξενη εξήγηση 22 (Γαβριηλίδης 2018), Ξέρεις πού οδηγεί (ΑΩ Εκδόσεις 2020) και Βεντέμα (ΑΩ Εκδόσεις, 2024). Έχει γράψει επίσης τη συλλογή διηγημάτων Ζωή (Γαβριηλίδης 2014). Ποιήματά της έχουν δημοσιευθεί σε λογοτεχνικά περιοδικά όπως «Ποιητική», «Φρέαρ», «Παρέμβαση» και μεταφράσεις της, όπως και ποιήματά της, στο «Unfollow» και στο «Οροπέδιο».

Πέμπτη 1 Ιανουαρίου 2026

Θερμές ευχές για το 2026






Τα μέλη και η συντακτική ομάδα

του ΠΟΙΗΤΙΚΟΥ ΠΥΡΗΝΑ

σας εύχονται ολόψυχα


Χ Ρ Ο Ν Ι Α  Π Ο Λ Λ Α

και

Ευτυχισμένο  το  2026 !