Δευτέρα, 29 Ιανουαρίου 2018

Ιγνάτης Χουβαρδάς, "Εκείνη"




Εκείνη
(σημειώσεις)


Όλα θα γίνονται στο σκοτάδι −είπε. Κι αυτό γινόταν. Σε μια στιγμή αργότερα, ενώ έβρισκα θαλπωρή στο στήθος της, θυμήθηκε πως έπρεπε να στείλει μήνυμα σε έναν φίλο της, θα του έγραφε ότι θα αργήσει άλλη μισή ώρα. Ήμασταν σε μια ερημική παραλία. Έγραφε στο κινητό της το μήνυμα κι η συσκευή ήταν ένας φακός που τη φώτιζε, που έδειχνε την εξαίρετη εικόνα της, τα μικρά της στήθη ολόγυμνα, τις ρώγες που πριν από λίγο βύζαινα, το λευκό της πρόσωπο, τα χυτά ξανθά μαλλιά. Ήταν υπέροχη, μια ζωγραφιά της αναγέννησης. Έκρυψε το κινητό στην τσάντα της. Τώρα ανακάλυπτα στο σκοτάδι πως είχε μια κρεατοελιά στο ένα ισχίο...



===



Να πάω στον γιατρό και τι να πω; Ότι ο πόνος στους αδένες εκεί κάτω στα χαμηλά είναι από εκείνη, τον τρόπο που με δάγκωνε, την υπερβολή σε όλα της τα φιλιά και τα δαγκώματα; Δεν πρόκειται να του πω τίποτα. Ο γιατρός δε θα ξέρει τι συνέβη και θα με στέλνει για εξετάσεις. Ας περιμένω, ξέρω το λόγο, τον ένιωθα καλά όταν με δάγκωνε.



===



Μου έκανε ένα δώρο σήμερα και δεν το κατάλαβε. Συγκεκριμένα μου είπε: «πήγα το πρωί κι έκανα πεντικιούρ, γιατί σκεφτόμουν τη βραδινή μας συνάντηση».



===



Είναι κάποια βιώματα που όταν τα ζεις, δε συνειδητοποιείς το βάρος τους, τη σπανιότητά τους. Θα περάσει ο καιρός, θα γίνουν οι μέρες άγονα χωράφια, ένας άνεμος που φυσά σε άδεια τοπία… και τότε, κάνοντας έναν πικρό απολογισμό, νιώθεις πόσο αδίκησες εκείνες τις μέρες −σου πρόσφεραν καρπούς που τότε δεν εκτιμούσες στο βαθμό που έπρεπε. Ίσως απέναντι σε αυτήν την προσφορά επιδείκνυες μια αφελή και ανώριμη έπαρση.



===



Όσο ήμουν νέος, νόμιζα πως όταν έκλεβα ένα χάδι από μια γυναίκα, έπρεπε να απολογηθώ για τις καλές μου προθέσεις, να της πω ότι δεν την κοροϊδεύω, ότι το χάδι και το φιλί θα είναι λάφυρα αφοσίωσης και όχι προδοσίας. Τώρα, τα χάδια έγιναν πιο απροκάλυπτα και χωρίς προσχήματα. Εκείνη μου λέει ότι προσφέρω υπηρεσίες για τις οποίες μου χρωστά ευγνωμοσύνη. Προσθέτει ότι δεν είναι υποχρεωμένη να με αποζημιώσει με τη δική της αφοσίωση.



===



Το τρέμουλο κι ύστερα το άδειασμα που μου μουδιάζει τα μέλη κι η σκέψη αν τελικά αξίζει τόσος κόπος
γι’ αυτή τη μέθη…
Κάποιες φορές αξίζει −όπως τώρα−, άλλοτε πάλι δεν αξίζει... Και την ώρα που λυγίζω, εκείνη σκύβει μπροστά στα γόνατά μου, με σκορπίζει στο τίποτα, ένα σμήνος από φτερά και σκόνη, μια σάρκα που διαλύθηκε σε πλήθος μαραμένα νούφαρα, μέχρι να ξαναγίνει σάρκα.



===



Εκείνη είπε: «Πειράζει που άναβα πιο πολύ όταν άρχισες να με δέρνεις;»



===



Όπως εκείνη μιλά για το παρελθόν της, για εραστές που πέρασαν από τη ζωή της, κι ενώ δε ρωτώ, ολοένα προκύπτουν περισσότεροι, όσο επιμένει να μιλά γι’ αυτά, είναι σα να μιλά για τη δική μου άδεια ζωή, για βήματα που ανακυκλώνονταν και δεν έβρισκαν την  παραμικρή αγκαλιά... Πρέπει να περάσω το σκόπελο και να μη τη μισήσω.



===



Θα έχουν προηγηθεί μέρες αιθρίας, με τον ουρανό καταγάλανο,
τον ήλιο κίτρινο και καυτό,
τα χωράφια με το στόμα διψασμένο, τους ηλίανθους ξερούς, το χώμα στεγνό να αναδεικνύει τις πέτρες…
Και είναι σίγουρο, μα απόλυτα σίγουρο −δε θα το ομολογήσει ποτέ πως το κάνει σκόπιμα−
πως την ώρα που θα με προσκαλέσει, θα έχουν μαζευτεί βαριά σύννεφα, η καταιγίδα θα ξεκινά και όσο θα οδηγώ θα δυναμώνει η μαύρη αντάρα κι η πυκνή λυσσασμένη βροχή δε θα με αφήνει να βλέπω στο ένα μέτρο. Χαλάζι θα πέφτει τώρα και χείμαρροι νερού θα με προσπερνούν και θα με ακολουθούν μέχρι να φτάσω στο μυστήριο εξοχικό της. Εκείνη με περιμένει κι οριακά, λίγο πριν πλημμυρίσουν όλα και χαθούν ζωές, θα προλάβω να μπω στην πόρτα που μου ανοίγει διάπλατα. Το πρώτο φιλί, το δέρμα που είναι λευκό και γυμνό. «Μια άλλη πλημμύρα» μου λέει τώρα, «μια άλλη καταιγίδα» επιμένει, κι έπειτα «φοβάσαι καθόλου;» κι απάντηση δεν παίρνει κι αφήνεται σε βογγητά που δε μοιάζουν με τις βροντές ενώ οι αστραπές που προηγούνται, φωτίζουν τη γύμνια της...



===



Αυτό το δωμάτιο γεμάτο καθρέφτες, να δείχνουν τις ατέλειες στο σώμα το δικό της το δικό μου, να αναδεικνύουν τη φαιδρή πλευρά της συνουσίας, πόσο αστείος μοιάζω όπως γυμνός βολοδέρνω πάνω της, κι ύστερα μια καταχνιά, όπως είμαι ξαπλωμένος στο κρεβάτι δίπλα της, το θολό μου πρόσωπο με τα γκρίζα μαλλιά, το άδειο μου βλέμμα, το σώμα μου μια διεστραμμένη ηδονή, ένα κρυφτούλι με έγχρωμες εικόνες που με ψάχνουν και δεν θέλω να με ανακαλύψουν σε μια τόσο αδύναμη ώρα.



===



Όταν εκείνη θα αρχίσει να σου λέει καλά λόγια, πρώτα για την μπλούζα που φοράς σήμερα κι ύστερα για σένα, για το ζεστό σου χαμόγελο, για όσα της πρόσφερες, ακόμα και για τις ερωτικές σου επιδόσεις κι έπειτα θα αρχίσει να θυμάται τη γιορτή ή τα γενέθλιά σου και θα σου στέλνει χρόνια πολλά, όταν όλα αποκατασταθούν στο βαθμό που έπρεπε, ήδη είναι αλλού, βγαίνει με κάποιον άλλον.



===



«Βγες από το παραμύθι σου». Αυτό ήταν το μόνιμο ρεφρέν στις τελευταίες συναντήσεις μας…
−Έτυχε, μου είπε ένα μεσημέρι.
Σιωπή και συνεχίζει:
−Μια μέρα που πήγα μόνη μου στην αγορά, σ’ ένα κατάστημα, τον γνώρισα.
Κι οι λεπτομέρειες αποκαλυπτικές, ωμές, δύσκολες στη χώνεψη.
−Βρισκόταν στην ουρά στο ταμείο, δίπλα μου. Ζήτησα να μάθω την ώρα κι έτσι γνωριστήκαμε.
Κι έπειτα:
−Πήγαμε πρώτα για φαγητό και τη νύχτα κοιμήθηκα στο σπίτι του, όλη τη νύχτα, μια νύχτα μαζί του.
Ήταν μια γνώριμη σκηνή −σκεφτόμουν. Απλά άλλαξε ο παρτενέρ. Τόσο απλά, τόσο φυσικά, τόσο απέριττα.



===



«Ο χειμώνας μού αρέσει πιο πολύ, γιατί μπορείς να κρύβεσαι», είπε.
Ήταν μια φράση που τη βρήκα υπέροχη, βάλσαμο πραγματικό, ξαφνικά ένιωσα το χειμώνα που ερχόταν πιο ελαφρύ, καθόλου δυσβάσταχτο και μελαγχολικό.
Εκείνη απορούσε που βρήκα τόσο σημαντικό αυτό που είπε, γιατί δε συνειδητοποιούσε πόσο καλοκαιρινή ήταν η φύση μου, τόσο γεμάτη θέρος που ο χειμώνας πάντα λειτουργούσε σαν αντίστροφη μέτρηση για το καλοκαίρι. Τη ρώτησα σκόπιμα να μου εξηγήσει τι εννοούσε με το "μπορείς να κρύβεσαι".
«Εννοώ ότι δεν υπάρχει πλέον κόσμος στη φύση, όλοι είναι στα σπίτια τους, οπότε μπορείς να κάνεις ό,τι θέλεις, χωρίς να σε βλέπουν».
Κι η εξήγηση που έδωσε, έκανε ακόμα πιο έντονη την επήρεια που είχε η φράση της πάνω μου.
Ξαφνικά το κρύο, η βροχή, ο άνεμος, η παγωνιά −δε με επηρέαζαν τόσο πολύ, δεν ήταν πλέον εχθροί μου. Ο σκοτεινός ουρανός δε φώλιαζε στην ψυχή μου. Το βαρύ τοπίο δεν είχε καταθλιπτική επίδραση πάνω μου, ήταν καθαρά διακοσμητικό, σχεδόν φιλικό.

(Όμως εκείνη που με ενέπνεε τόσο πολύ, ήταν η ίδια που με βύθιζε στο ζόφο, στο μαύρο σκοτάδι. Την ίδια στιγμή που με γοήτευε, μου έβαζε μια θηλιά στο λαιμό).





Στην εικόνα: "La sieste" του Νίκου Δραγούμη.