Δευτέρα, 5 Αυγούστου 2013

Ιγνάτης Χουβαρδάς, "Η Μύκονος του Άρη Κωνσταντινίδη"




Εκείνο που κυοφορεί σα φάντασμα στα αρχιτεκτονικά σχέδια του Άρη Κωνσταντινίδη είναι το πρόσωπο, η μορφή του, το βλέμμα του, το ψυχικό του περιεχόμενο. Ο αρχιτέκτονας είναι νοσταλγός της αγιογραφίας του προσώπου, όχι με τον τρόπο της εξιδανίκευσης αλλά της απτής, δυναμικής ύπαρξής του στην καθημερινότητα. Η στέγη γίνεται ένας χώρος κατάλληλος για την αναζωογόννηση ενός προσώπου αυθεντικού, γνήσιου, γεμάτου από αρώματα της ελληνικής φύσης, από ψαλμούς της εκκλησίας, από την ελληνική ψυχή του παρελθόντος που έρχεται να ενωθεί με το παρόν.
Αυτό το πάθος του Κωνσταντινίδη συνιστά μια πράξη συμβολική, μια συνθήκη ορφάνιας, δηλωτική του διχασμού ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν. Στο μικρό βιβλίο του "Δυο χωριά απ’ τη Μύκονο και μερικές πιο γενικές σκέψεις μαζί τους", ένα ένθερμο αρχιτεκτονικό μανιφέστο όπως το χαρακτήρισε ο Παναγιώτης Γεωργουδής στο τχ. 663 στη Βιβλιοθήκη της εφημερίδας Ελευθεροτυπία (9-7-2011), η Μύκονος προβάλλει παρθενική, αμόλυντη, μια ακατέργαστη κυκλαδική ομορφιά που από μόνη της υποδεικνύει το ιδεατό σχήμα του ελληνικού ορίζοντα. Η επιφανειακά άναρχη, κι όμως τόσο αρμονική, συστοιχία των υλικών, είναι μια έμφυτη απόδειξη της απαρχής του ονείρου, εκείνης της φράσης που ξεκλειδώνει το παραμύθι του έρωτα, εκείνου του συνδυασμού ετερόκλητων υλικών που ξετυλίγει τη μαγεία της μεσογειακής αιθρίας. Ένα τέτοιο τοπίο μοιάζει σαν κλειδάριθμος που ανοίγει το ολόγραμμα της αληθινής ομορφιάς. Αυτή η οπτική του Κωνσταντινίδη μοιάζει σήμερα ορφανεμένη, εγκατελειμμένη σε μια περίεργη λήθη, το τοπίο εξακολουθεί να υπάρχει σχεδόν ίδιο, αλλά τώρα νιώθεις πως ένα φάσμα το έχει τυλίξει, το έχει μουδιάσει, το έχει σχεδόν νεκρώσει. Η Μύκονος εδώ και τρεις δεκαετίες έχει μεταμορφωθεί σ’ ένα μουσείο εκθεμάτων της απίσχνανσης του νοήματος, του κορεσμού του δυτικού τρόπου ζωής και του επιθανάτιου ρόγχου ενός ψυχισμού που αγάπησε παθολογικά την κυριολεξία και ξέχασε τη μεταφορά. Έγινε το σκηνικό μιας πομπής αποφλοιωμένων προσώπων που δεν αχτινοβολούν, που φασματικά μέσα στην άκρατη ηδονή ακκίζονται με το σώμα του θανάτου. Η Μύκονος του Άρη Κωνσταντινίδη σήμερα είναι μια ναρκωμένη θεότητα. Τώρα βρισκόμαστε στο άλλο άκρο, το τοπίο μεταμορφώθηκε σε στούντιο, ένα ντεκόρ που αγκαλιάζει την καταθλιπτική ματαιοδοξία του πλούτου, η περίφημη νύχτα της μυκονιάτικης διασκέδασης δεν είναι παρά ένα ψυχορράγημα του μετρήσιμου χρόνου. Το νόημα έχει βουλιάξει στη ρηχότητα.
Ο Άρης Κωνσταντινίδης γράφει σε ένα άλλο βιβλίο του, στην ''αρχιτεκτονική της αρχιτεκτονικής":

"15.6.84
Η πηγή (–η αφετηρία) για κάποιες βασικές αλήθειες, στο χτίσιμο της αρχιτεκτονικής, βρίσκεται στο φυσικό τοπίο που μας περιβάλλει, στα χρώματα, στις πέτρες, στα βράχια, στα δέντρα και στους θάμνους, όσο και στη θάλασσα και στον ουρανό και στο φως του ήλιου. Και μετά (–πιο ύστερα) στα όσα είχανε χτίσει (–και στέκουνε ακόμα γύρω μας, μαζί με το τοπίο) οι αρχαίοι Έλληνες (–και ναοί, θέατρα, μέγαρα και σπίτια και όλες οι "κατασκευές" στην Κνωσσό και στη Φαιστό και στην Τίρυνθα και στις Μυκήνες),.. –κι ακόμα και στα λαϊκά, ή ανώνυμα, χτίσματα της πιο σύγχρονης ζωής (–όσο και στις προσφυγικές παράγκες),... –μέχρι και στους πιο απλούς μαντρότοιχους (–στα ανοιχτά τοπία), μέχρι και στα υπόστεγα στις διάφορες παραλίες, αλλά και στα ποιμνιοστάσια στους κάμπους και στα χωράφια,... –ό,τι φτιάχνουνε τα ανθρώπινα χέρια, για να έχει κάποια διάρκεια η ζωή και για να μη χάνεται η ομορφιά της...

Και όσο και τα πιο απλά και ταπεινά κατασκευάσματα (–υπόστεγα, παράγκες, μαντρότοιχοι) βγαίνουνε να είναι, στ’ αλήθεια, τα πιο μεγάλα έργα, η πιο αληθινή αρχιτεκτονική,... –ένα ποίημα, για να το αποστηθίζεις και να το σιγανοτραγουδάς, ακόμα και στον ύπνο σου, με τα όνειρα που θα βλέπεις."

Τέτοιες σκέψεις σαν τις παραπάνω μοιάζουν σαν ένα φωτεινό σημείο παύσης από όπου απομακρυνόμαστε, κι όμως όσο μακραίνουμε, εκείνο λάμπει πιο φωτεινό. Απτό παράδειγμα αυτής της αποστασιοποίησης από την παράδοση (την αληθινή μητέρα), είναι τα ξενοδοχεία Ξενία του Άρη Κωνσταντινίδη, διασπαρμένα σε διάφορες τοποθεσίες της ελληνικής επικράτειας: το σχήμα τους λουφάζει σχεδόν παρατημένο στις εσοχές της υπαίθρου, ένα αρχιτεκτονικό σπονδυλωτό οικοδόμημα, μακρόστενο, που υποβάλλει την αντίληψη ενός τρόπου ζωής υπερβολικά απλού και μετρημένου, σχεδόν ασκητικού. Τα δωμάτια μοιάζουν με μικρά κελιά όχι όμως φυλακής, ασκητικά κελιά αφαιρετικά που αξιοποιούν τις γωνίες του χώρου, για ν αφήσουν το πνεύμα ν’ αγκαλιάσει την ελληνική φύση και να καλπάσει στα ενδότερα του ελληνικού ψυχισμού. Ο Άρης Κωνσταντινίδης ως ξεπερασμένος είναι ένα λεπτό αμφιλεγόμενο ζήτημα, ένα σχήμα οξύμωρο κι ως τέτοιο θα είναι ένα ζωντανό ποίημα.