Το φαρμακείο
Είμαι
ευτυχισμένος όταν ακούω μουσική και κατοικώ στο παλιό φαρμακείο, με τις
πορσελάνες, τα φάρμακα, το λίγο φως. Κάθομαι και ζυγίζω ποσότητες φαρμάκων και
λέξεων −εκτελώ πολλές φορές ανύπαρκτες συνταγές− όμως δουλεύω με συνέπεια και
υπομονή υποδειγματική. Ακίνητος κοιτάζω πίσω από το θαμπό τζάμι τους
περαστικούς. Περιμένω να ανοίξει η πόρτα, να ακουστεί το κουδουνάκι, να σηκώσω
με κόπο το ημίπληκτο πόδι μου, να το σύρω μέχρι την είσοδο και να χαμογελάσω
στον πελάτη. Όπως ανοίγει η πόρτα μπαίνουν μέσα άλλες εποχές – προηγούμενες και
επόμενες− και χάνω για λίγο την ισορροπία μου. Τη βρίσκω αμέσως. Αρχίζω να
παιδεύω πάλι τη ζυγαριά και το σώμα μου. Χρόνια διανυκτερεύω. Έχω να κοιμηθώ
χιλιάδες ώρες. Πίνω όλα τα φάρμακα (ποιήματα) που φτιάχνω και δε λέω να πεθάνω.
Μάλλον δυναμώνω. Φοράω το μαύρο παλτό, το μαύρο κεφάλι. Έξω χιονίζει, δεν
ακούει κανείς.
Ο ηλεκτρολόγος του ποιήματος
Βρέχει στο
τηλέφωνο και δε σ’ ακούω καλά. Βήχει ο καιρός στ’ αυτί μου. Σήμερα μιλούσες
γαλλικά. Δεν καταλάβαινα τίποτα. Είτε γαλλικά όμως, είτε ελληνικά, τα φρούτα
σάπισαν, η μουσική ξεράθηκε όπως την ξετύλιγες από το στόμα. Την άκρη της
μουσικής κρατούσες, την τριχιά. Προχώραγες, χανόσουνα στον κόσμο. Έκανες
κόμπους, έβαζες σημάδια −για να με θυμάσαι−. Έσπαγες το φεγγάρι-αυγό, έκανες
ομελέτα: «τα τηγανητά πειράζουν το στομάχι». Εδώ φάγαμε όλα τα σίδερα της ζωής
και για ένα φεγγάρι- ομελέτα θα βαρυστομαχιάσουμε; Ο άλλος εαυτός μου ο τυφλός
σκοντάφτει στο σιελ χρώμα, στο όνομα Άννα. Αυτά σκέφτομαι και δεν
αντιλαμβάνομαι τον κλέφτη με τα λαστιχένια παπούτσια, τον ηλεκτρολόγο που
μπαίνει στην ιστορία και γίνεται βραχυκύκλωμα. Καίγονται οι ασφάλειες. Ένα τσαφ
ακούστηκε, μύρισε κάτι καμένο, έπεσε το ατσάλι της νύχτας. Ψάχνω για κερί,
ψηλαφώ τους τοίχους να βρω ένα πρόσωπο –έστω ένα ομοίωμα– να μοιάζει με
άνθρωπο, να μιλήσουμε, να περάσει η νύχτα. Αν ποτέ περάσει αυτή η νύχτα με τα
μεγάλα λευκά ποντίκια.
Η ξηρασία των εποχών
Το
μελαχρινό σου πρόσωπο ακουμπάει στο χώμα. Ο ουρανός πολλές φορές είναι μέσα στη
γη, προσποιείται το σπόρο, τη ρίζα· από κει βγαίνουν παλιά τραγούδια και
αγκαλιές −ας λένε ό,τι θέλουν οι μουσικολόγοι−. Άσπρο του δωματίου, άσπρο του
ματιού. Σαν να μην είμαι εγώ, που τρίβω χρόνια την πλάτη μου στο φεγγάρι και ο
καρυοθραύστης της νύχτας σου τσακίζει τις εικόνες και τα μάτια. Πόσο θα
αντέξουν οι φλέβες τον πολιτισμό − τον τροχό; Φαντάσου να μην ήμουνα
εντοιχισμένος, με το φαρμάκι στο στόμα, αλλά ελεύθερος όπως τα ποιήματα του
Διονυσίου Σολωμού −ο ίδιος δεν το ήξερε και έλιωνε μες στα μαύρα ρούχα του−.
(Μετράω τα
δάχτυλά μου και τα βρίσκω παρά πέντε.)
Μιλάει ο δράκος στον Άγιο Γεώργιο
Όλες οι
αγιογραφίες δείχνουν ότι θα με σκοτώσεις. Είναι απόγευμα, τα λέπια μου λάμπουν.
Τρώω μόνο χορτάρι του φεγγαριού. Αίμα δεν είδα ποτέ. Ζεσταίνω τα αυγά της
πολιτείας, βλέπουν οι κάτοικοι μερικούς εφιάλτες. Αυτά είναι όλα που κάνω −τα
άλλα είναι ψέματα−. Όσο για την κοπέλα και τα νερά που έχω φυλακισμένα, δες και
μόνος σου: εδώ είναι κήπος με κοντές μηλιές και φράουλες που δε δοκίμασα.
Τώρα μόνοι και αντικριστά. Είναι Παρασκευή, οι πορσελάνες των προσώπων μας
νυχτώνουν απότομα. Βλέπω τη σκέψη σου αγκάθι στον ουρανό. Βλέπω ακόμα τη μαύρη
μπέρτα σου να ανοίγει και να με σκεπάζει, όπως σηκώνεις το χέρι με το κοντάρι.
Αν ήτανε διαφορετικά τα πράγματα, μπορεί να ήμουνα σκύλος στην αυλή σου. Στις
ζωγραφιές έχω φτερά με πράσινες μεμβράνες. Δεν πέταξα ποτέ. Σέρνομαι με
πρησμένη την κοιλιά στο χώμα μετατοπίζοντας τη θάλασσα προς το βουνό. Εκείνη τη
στιγμή έσπασε στο τζάμι της φωνής σου μπήγοντας το κοντάρι στα πλεμόνια μου,
φτάνοντας μέχρι την καρδιά. Πηχτό αίμα τινάχτηκε, έβαψε τα ασημένια παπούτσια
των αγγέλων που στέκονταν πίσω από σένα σε δυο σειρές και γέλαγαν. Έβγαλα το
τελευταίο σφύριγμα –σύρμα νίκελ του τρόμου−. Ωρίμασαν τα μήλα του κήπου και
έπεσαν στα πόδια σου. Σήκωσες τα μάτια στον ουρανό και έγινες άγιος. Τα νύχια
μου γαντζωμένα στο χώμα αναδίδουν μουσική και μύρο. Έκλεισα τα μάτια και είδα.
Πού τελειώνει το τσιγάρο
Όλα
αρχίζουν με ένα φυτό, που σε φτάνει μέχρι το γόνατο. Στην αρχή το περνάς για
μια ήσυχη μπαμπακιά, όπως χαϊδεύεται στα πόδια σου. Αμέσως όμως καταλαβαίνεις
την απάτη. Γιατί σκύβοντας να το δεις πιο καλά σε δαγκώνει και κιτρινίζουν τα
μαλλιά. Σ’ εκείνο το χρώμα ξεχάστηκες. Καίγεται αργά το θαυμαστικό στα δάχτυλα,
με την κόκκινη τελεία της καύτρας και τη στάχτη της μέρας να γεμίζει τα
νευρασθενικά σταχτοδοχεία. Το λευκό σιγαρόχαρτο ρυτιδώνει, χάνεται με τριγμούς,
όπως το τρώει η ύπουλη φωτιά. Έχει μείνει το μισό. Τα πουλιά και τα μικρά ζώα
του δάσους φεύγουν προς την τυπωμένη μάρκα, τη φίρμα του εργοστασίου, που
παράγει την απόλαυσή σου. Δεν τα σώζει τίποτα. Πέφτουν στο φράχτη του φίλτρου
όπου ψήνονται. Εσύ κάνεις ότι δεν καταλαβαίνεις τίποτα. Τραβάς μερικές
ρουφηξιές ακόμη και το σβήνεις. Κοιτάζεις την ώρα. Είναι εφτά παρά πέντε. Με
παίρνεις τηλέφωνο. Έχω ήδη ξεκινήσει για να σε βρω. Ανάβεις άλλο, ξαπλώνεις και
περιμένεις. Το ποίημα προβάλλεται αργά στο ταβάνι και ο καπνός παίζει το ρόλο
της μουσικής.
Από τη
συλλογή «Ανωνύμου μοναχού», Κέδρος 1985.
Πηγή:
«Γιάννης Κοντός, Τα ποιήματα (1970-2010)», Τόπος 2013.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου