Τετάρτη 14 Ιανουαρίου 2026

Κατερίνα Αγγελάκη - Ρουκ, "Ωραία έρημος η σάρκα"





Η ΠΕΔΙΑΔΑ


Σε τέλεια άπνοια έρωτα εγώ
σκεφτική η πεδιάδα απλωμένη στη βροχή.
Άχνιζαν τα γαλακτερά πρασινωπά νερά της
σα να μούγκριζαν οι λακκούβες της
πλημμυρισμένες ανεπίτρεπτα πάθη.
Ένας ορίζοντας όλα θαμπά καμπαναριά
ακουμπούσε στην κοιλιά της
μαζί κι ο κλειδωμένος ουρανός
τέλειος κάτοχος της δύσκολης
φιλοσοφίας της καταχνιάς:
η μετρημένη απεραντοσύνη της μουσκεμένης γης
περιέχει τη σιωπηλή συναίνεση των όντων
στο θάνατο.





Η ΑΛΛΗ ΠΗΝΕΛΟΠΗ


Μέσ’ απ’ τις ελιές έρχεται η Πηνελόπη
με τα μαλλάκια της όπως όπως μαζεμένα.
κι ένα φουστάνι απ’ τη Λαϊκή,
μπλε μαρέν με άσπρα λουλουδάκια.
Μας εξηγεί πως δεν ήταν από προσήλωση
στην ιδέα «Οδυσσέας»
που άφηνε τους μνηστήρες χρόνια
να περιμένουν στο προαύλιο
των μυστικών συνηθειών του κορμιού της.
Εκεί στο παλάτι του νησιού
με τους φτιαχτούς ορίζοντες
μιας γλυκερής αγάπης
και το πουλί απ’ το παράθυρο
να συλλαμβάνει μόνον αυτό, το άπειρο
είχε ζωγραφίσει εκείνη με τα χρώματα της φύσης
την προσωπογραφία του έρωτα.
Καθιστός, το ένα πόδι πάνω στ’ άλλο
βαστώντας μια κούπα καφέ
πρωινός, λίγο μουτρωμένος, λίγο χαμογελαστός
να βγαίνει ζεστός απ’ τα πούπουλα του ύπνου.
Η σκιά του στον τοίχο
σημάδι από έπιπλο που μόλις το σηκώσαν
αίμα από αρχαίο φόνο
μοναχική παράσταση του Καραγκιόζη
στο πανί, πίσω του πάντα ο πόνος.
Αχώριστοι ο έρωτας κι ο πόνος
όπως το κουβαδάκι κι ο μικρός στην αμμουδιά
το αχ! κι ένα κρύσταλλο που γλίστρησε απ’ τα χέρια
η πράσινη μύγα και το σκοτωμένο ζώο
το χώμα και το φτυάρι
το γυμνό σώμα και το σεντόνι τον Ιούλιο.

Κι η Πηνελόπη, που ακούει τώρα
την υποβλητική μουσική του φόβου
τα κρουστά της παραίτησης
το γλυκό άσμα μιας ήσυχης μέρας
χωρίς απότομες αλλαγές καιρού και τόνου
τις περίπλοκες συγχορδίες
μιας άπειρης ευγνωμοσύνης
για ό,τι δεν έγινε, δεν ειπώθηκε, δε λέγεται
νεύει όχι, όχι, όχι άλλο έρωτα
όχι άλλο μιλιές και ψιθυρίσματα
αγγίγματα και δαγκώματα
φωνούλες στα σκοτάδια
μυρωδιά από σάρκα που καίγεται στο φως.
Ο πόνος ήταν ο μνηστήρας ο πιο εκλεκτός
και του ’κλεισε την πόρτα.





ΟΙ ΕΡΑΣΤΕΣ ΜΑΣ ΗΤΑΝ ΚΑΚΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ…

                          Στη Λιάνα Σακελλίου-Schults


Οι εραστές μας ήταν κακοί ποιητές
το ξέραμε και τότε.
Όμως σάρωνε ο αέρας
του κάθε σερνικού τοπίου
τους στίχους «εκείνου»
και τους ξανάφερνε αλλαγμένους
λες και μια άγια θεά
τους είχε περιχύσει νόημα.
Πρόφεραν οι άντρες τις συνηχήσεις τους
κι ήταν σαν ένα ζωύφιο γραφικό
να πετούσε γύρω απ’ το λαιμό μας,
ενώ οι περιπτύξεις του φεγγαριού
έκαναν τις επιφανειακές στροφές
να μοιάζουν με βαθιά πράξη.

Και τα μαλλιά, ο σβέρκος,
διόρθωναν δυναμικά
την κοινοτοπία των επιθέτων
η ματιά είχε γιομίσει
τόση σημασία
που τι σημασία είχε
αν το ποίημα τελείωνε
πριν καλά καλά αρχίσει...
Α! κι ήταν ωραία η εποχή
που μας σκέπαζαν τα ποιήματα-σεντόνια
ενώ οι δί-στιχες καρδιές μας
είχαν πάρει για Όμηρο το κορμί
και για αναπνοή του έρωτα
το ποίημα.

                                         Σεπτέμβριος 1995





ΦΑΝΗΚΕ ΚΑΙ ΑΠΟ ΑΛΛΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ


Ποτέ μου δεν κατάλαβα την άνοιξη
−φάνηκε και από άλλα ποιήματα−
γι' αυτό κι όλες οι παρεξηγήσεις με τη σάρκα
την ελπίδα, την αυτογνωσία μέσα στο χρόνο.
Ποτέ μου δεν κατάφερα να ισορροπήσω
το ετήσιο θαύμα
με την αιώνια σιωπή·
την αλήθεια του ανανεούμενου άνθους
με τον έναν και μόνο θάνατο.
Μελέτησα πάλι σήμερα το καινούριο πράσινο
και πώς ο παγωμένος αέρας έκπληκτος
μπρος στις διαχύσεις της φύσης
κάνει ένα βήμα πίσω.
Το φως ακκίζεται σε μισοκρυμμένες κορφές
κι εγώ βρέθηκα πάλι
εκτός θέματος.
Το θέμα είναι ένα:
το προσωπικό σώμα
κι ο απρόσωπος χαμός του.





ΣΑΝ ΜΙΑ ΣΚΙΑ ΧΕΙΜΕΡΙΝΗ


Σιάζομαι στη σκιά μου·
καρφιτσώνω τα τσουλούφια του χρόνου
που ξεφεύγουν απ’ το σκούρο οβάλ μου
ενώ από πίσω ένα φως ανεξήγητo
με φωτίζει στη σεμνή αυτή τουαλέτα.
Έπειτα, ακίνητη για μια στιγμή
πριν πατήσω το πετάλι
και γυρίσουν οι δυο ρόδες
–μια για τη ζωή, μια για το θάνατο–
εναποθέτω την εμπιστοσύνη μου
στο δρομάκι του σπιτιού μου
όπου γενιές παιδιών ξεπετάγονται το δείλι
και σαν τον ανυποψίαστο σκαντζόχοιρο
διασχίζουνε το χρόνο·
όσο το πέρασμα του βελονωτού ζώου απέναντι
τόσο βαστάει κι η ζωή των παιδικών ανθρώπων.
Τα πρόσωπα τ’ αναγνωρίζω
γιατί ήξερα τη γιαγιά τους
και οι φωνές –της μικρής «όχι!»
της μάνας της «οχιά!»–
ηχούν σαν τότε… Πότε;
πριν απ’ το φόβο για ό,τι είναι νά ’ρθει
πριν απ’ τον τρόμο για ό,τι είναι ήδη εδώ
πριν απ’ αυτό το «εγώ», μια σκιά χωρίς καθρέφτη.





Από τη συλλογή «Ωραία έρημος η σάρκα», Καστανιώτης, 1995.
Πηγή: «Κατερίνα Αγγελάκη Ρούκ - Ποίηση [1963-2011]», Καστανιώτης 2014.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου