Σάββατο, 24 Μαρτίου 2018

Ε. Χ. Γονατάς, "Η κρύπτη" (Τρία αφηγήματα)


 


Η ΟΥΛΗ


Η πληγή θρέφει, τα χείλια της σμίγουν αργά σαν αυλαία βυσσινιά και ύστερα από χρόνους στη θέση της μένει ένα σημάδι, μια ρόδινη ουλή, που σκύβει και τη φιλάει.
     Όλοι τ’ αγαπούν τα τραύματά τους. Τα κρύβουν με ωραία ατσαλάκωτα υφάσματα, ξέρουν όμως σε ποια μεριά του κορμιού τους άνθισαν, μαράθηκαν, έφαγαν δέρμα και κρέας δικό τους.
     Γι’ αυτό τ’ αγαπούν και, σε ώρες μοναξιάς που κανείς δεν τους βλέπει, σκύβουν και με λατρεία τα φιλούν τα βαθιά, σκοτεινά τραύματά τους.





Η ΒΡYΣΗ


Μια βρύση με σκουριασμένο λαιμό, χρόνια λησμονημένη πίσω απ’ τα σπάρτα, άρχισε να κελαϊδάει στην ησυχία. Τ’ αστέρια λιγωμένα ξεκόλλαγαν από τον ουρανό, έπεφταν στη γούρνα και ή γούρνα τα ’στελνε στο ποτάμι και το ποτάμι τα ταξίδευε στα περιβόλια με τα θυμωμένα λουλούδια, τις θρεμμένες κάμπιες, τα φουντωμένα καλάμια, στη ζέστη αγκαλιά της Γης.
     Ω ζέστη αγκαλιά της Γης, ω ζέστη αγκαλιά της Αγάπης! Θέλω το τραγούδι μου να το οδηγήσω, σαν γυμνασμένος λεμβούχος, εκεί που ο Ήλιος γυρνάει τη ρόδα του και τα λαμπερά γένεια του ανάβουν κόκκινες καντήλες στα κρύα τζάμια, φυτεύουν θανάσιμες πορτοκαλιές ντάλιες στα γυμνά ωραία γυναικεία κορμιά.
     Άλλα το χορτάρι σήμερα, πυκνό και παχύ, πράσινο βαθυπράσινο, σκοτεινό και σίγουρο στην εφήμερη αιωνιότητά του, σβήνει τη φωνή μου, πνίγει τα βήματα μου, γυρίζει μέσα μου το ζεστό μου τραγούδι.





Η ΤΙΓΡΙΣ


Η Νύχτα με το μουσούδι υγρό, περνάει ανάμεσα στα δέντρα και μέσα απ’ τα χωράφια με τα νερά και τα καλάμια.

     Στη σοφίτα του παλιού σπιτιού φέγγει ένα πορτοκαλένιο φως. Είναι μια άδεια κάμαρη με σπασμένα τζάμια.

     Τρεις ωραίες φωτιές ανάβουν πάνω στο φαρδύ κρεβάτι που αιωρείται μ’ αλυσίδες στη μέση της κάμαρης.

     Ένα εξασκημένο χέρι με μαύρο γάντι και δαχτυλίδι τις πιάνει απαλά και τις φυτεύει σε μιαν αραχνιασμένη γλάστρα.

     Μια μικρή τίγρις με μαύρες ραβδώσεις, που ήταν κρυμμένη πίσω απ’ το κουμάρι, βγαίνει απ’ τη μισάνοιχτη πόρτα· κοιτάζει για λίγο το φεγγάρι και με μουδιασμένες βηματισιές χάνεται μες στο ψηλό χορτάρι του κήπου. Στα πόδια της φοράει μεγάλους κίτρινους μενεξέδες.

     Θα ξανάρθει όμως αύριο το βράδυ. Όλη τη μέρα στο βαγόνι του τραίνου που θα την οδηγεί στο κλουβί της και ύστερα στον απέραντο παγωμένο στίβο, την ώρα της παράστασης, θα νοσταλγεί το χάδι του χεριού με το μαύρο γάντι.

     Θα ’ρθει ξανά αύριο το βράδυ, νοσταλγική και υπάκουη στη διαταγή του γαντοφορεμένου χεριού, ν’ ανάψει τις φωτιές απάνω στο φαρδύ κρεβάτι.





Από το βιβλίο «Η Κρύπτη», εκδ. Στιγμή, 2006.