Τετάρτη, 20 Σεπτεμβρίου 2017

Γιώργος Σεφέρης, "Τετράδιο γυμνασμάτων"




[ΔΟΣΜΕΝΑ]


ΠΑΝΤΟΥΜ


Τ’ αστέρια κρατούν έναν κόσμο δικό τους
στο πέλαγο σέρνουν φωτιές τα καράβια
ψυχή μου λυτρώσου απ’ τον κρίκο του σκότους
πικρή φλογισμένη που δέεσαι μ’ ευλάβεια.

Στο πέλαγο σέρνουν φωτιές τα καράβια
η νύχτα στενεύει και στέκει σαν ξένη
πικρή φλογισμένη που δέεσαι μ’ ευλάβεια
ψυχή μου γνωρίζεις ποιος νόμος σε δένει.

Η νύχτα στενεύει και στέκει σαν ξένη
στο μαύρο μετάξι τα φώτα έχουν σβήσει
ψυχή μου γνωρίζεις ποιος νόμος σε δένει
και τι θα σου μείνει και τι θα σ’ αφήσει.

Στο μαύρο μετάξι τα φώτα έχουν σβήσει
ακούγουνται μόνο του χρόνου τα σείστρα·
και τι θα σου μείνει και τι θα σ’ αφήσει
αν τύχει κι αστράψει η βουβή πολεμίστρα.

Ακούγουνται μόνο του χρόνου τα σείστρα
μετάλλινη στήλη στου πόνου την άκρη
αν τύχει κι αστράψει η βουβή πολεμίστρα
ούτε όνειρο θά ’βρεις να δώσει ένα δάκρυ.

Μετάλλινη στήλη στου πόνου την άκρη
ψηλώνει η στιγμή σα μετέωρο λεπίδι
ούτε όνειρο θά ’βρεις να δώσει ένα δάκρυ
στο πλήθος σου το άυλο που σφίγγει σα φίδι.

Ψηλώνει η στιγμή σα μετέωρο λεπίδι
σαν τι να προσμένει να πέσει η γαλήνη;
στο πλήθος σου το άυλο που σφίγγει σα φίδι
δεν είναι ουρανός μηδέ αγγέλου ευφροσύνη.

Σαν τι να προσμένει να πέσει η γαλήνη;
Σ’ ανθρώπους κλειστούς που μετρούν τον καημό τους
δεν είναι ουρανός μηδέ αγγέλου ευφροσύνη
τ’ αστέρια κρατούν έναν κόσμο δικό τους.





[Ο κ. ΣΤΡΑΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΙΝΟΣ
(ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΓΙΑ ΜΙΑ «ΕΒΔΟΜΑΔΑ»)]


ΤΡΙΤΗ

I went down to St James Infirmary
(BLUES)


Χάθηκα μέσα στην πολιτεία.
Τα περιβόλια τα σκεπάζει το νοσοκομείο του Δον
         Χουάν Ταβέρα.
Δρόμοι τυλίγοντας διαφημίσεις.
Κάθε άνθρωπος περπατά χωρίς να ξέρει
αν άρχισε ή αν τέλειωσε
αν πηγαίνει στη μητέρα του στην κόρη του ή στην
         ερωμένη του
αν θα δικάσει ή αν θα δικαστεί
αν θ’ αποδράσει, αν έχει διαφύγει·
δεν ξέρει.
Κάθε γωνιά κι ένα κατάστημα γραμμοφώνων
κάθε κατάστημα κι εκατό γραμμόφωνα
κάθε γραμμόφωνο κι εκατό δίσκοι
και σε κάθε δίσκο
ένας ζωντανός παίζει μ’ έναν πεθαμένο.
Πάρε τη χαλύβδινη βελόνα και ξεχώρισέ τους
αν μπορείς.

Μα ποιος ποιητής· θυμάσαι ποιος ποιητής
δοκίμασε τη χαλύβδινη βελόνα
στις ραφές τ’ ανθρώπινου κρανίου;
Θυμάσαι το τραγούδι του το βράδυ εκείνο;
Θυμάμαι που μας ζήτησε μιαν ασπιρίνη
τα μάτια του έπαιζαν μέσα σε μαύρους κρίκους
ήταν χλωμός και δυο βαθιές ρυτίδες
τυλίγανε το μέτωπό του. Μήπως όμως
ήσουν εσύ; μήπως εγώ; Ή μήπως ήταν
η αμίλητη Αντιγόνη με τους ώμους
τους λυγισμένους πάνω από το στήθος;
Την κράτησα κοντά μου δέκα νύχτες
έκλαιγε κάθε αυγή για το παιδί της.
Θυμάμαι γύρευα ένα φαρμακείο.
Όλα κλειστά. Για ποιον ήταν δεν ξέρω.

Χάθηκα μέσα στην πολιτεία
κανείς δε θα μετακινήσει το νοσοκομείο
γεμάτο ανάπηρα παιδιά που γνέφουν
σ’ εμένα ή σ’ άλλους που μ’ ακολουθάνε.
Οσμές φαρμάκων μέσα στον αγέρα
βαραίνουν ερωτεύουνται και σμίγουν
αχνούς από αυτοκίνητα που φεύγουν
στην εξοχή μ’ ολόξανθα ζευγάρια
προραφαηλιτικά λιγάκι εξατμισμένα.

Την άνοιξη του ’23 στο λουτρό της
πέθανε η Λίβια Ρίμινι, τ’ αστέρι·
τη βρήκανε μέσα στ’ αρώματα νεκρή
και το νερό δεν είχε ακόμη κρυώσει.
Ωστόσο χτες στον κινηματογράφο
με κοίταζε με τ’ άχρηστά της μάτια.





[ΣΧΕΔΙΑ ΓΙΑ ΕΝΑ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ]


ΕΠΙΦΑΝΙΑ, 1937


Τ’ ανθισμένο πέλαγο και τα βουνά στη χάση του φεγγαριού
η μεγάλη πέτρα κοντά στις αραποσυκιές και τ’ ασφοδίλια
το σταμνί που δεν ήθελε να στερέψει στο τέλος της μέρας
και το κλειστό κρεβάτι κοντά στα κυπαρίσσια και τα μαλ-
         λιά σου
χρυσά· τ’ άστρα του Κύκνου κι εκείνο τ’ άστρο ο Αλδεβαράν.

Κράτησα τη ζωή μου κράτησα τη ζωή μου ταξιδεύοντας
ανάμεσα στα κίτρινα δέντρα κατά το πλάγιασμα της βροχής
σε σιωπηλές πλαγιές φορτωμένες με τα φύλλα της οξιάς,
καμιά φωτιά στην κορυφή τους· βραδιάζει.
Κράτησα τη ζωή μου· στ’ αριστερό σου χέρι μια γραμμή
μια χαρακιά στο γόνατό σου, τάχα να υπάρχουν
στην άμμο του περασμένου καλοκαιριού τάχα
να μένουν εκεί που φύσηξε ο βοριάς καθώς ακούω
γύρω στην παγωμένη λίμνη την ξένη φωνή.
Τα πρόσωπα που βλέπω δε ρωτούν μήτε η γυναίκα
περπατώντας σκυφτή βυζαίνοντας το παιδί της.
Ανεβαίνω τα βουνά· μελανιασμένες λαγκαδιές· ο χιονι-
         σμένος
κάμπος, ως πέρα ο χιονισμένος κάμπος, τίποτε δε ρωτούν
μήτε ο καιρός κλειστός σε βουβά ερμοκλήσια μήτε
τα χέρια που απλώνουνται για να γυρέψουν, κι οι
         δρόμοι.
Κράτησα τη ζωή μου ψιθυριστά μέσα στην απέραντη
         σιωπή
δεν ξέρω πια να μιλήσω μήτε να συλλογιστώ· ψίθυροι
σαν την ανάσα του κυπαρισσιού τη νύχτα εκείνη
σαν την ανθρώπινη φωνή της νυχτερινής θάλασσας στα
         χαλίκια
σαν την ανάμνηση της φωνής σου λέγοντας «ευτυχία».
Κλείνω τα μάτια γυρεύοντας το μυστικό συναπάντημα των
         νερών
κάτω απ’ τον πάγο το χαμογέλιο της θάλασσας τα κλει-
         στά πηγάδια
ψηλαφώντας με τις δικές μου φλέβες τις φλέβες εκείνες
         που μου ξεφεύγουν
εκεί που τελειώνουν τα νερολούλουδα κι αυτός ο άνθρωπος
που βηματίζει τυφλός πάνω στο χιόνι της σιωπής.
Κράτησα τη ζωή μου, μαζί του, γυρεύοντας το νερό που
         σ’ αγγίζει
στάλες βαριές πάνω στα πράσινα φύλλα, στο πρόσωπό σου
μέσα στον άδειο κήπο, στάλες στην ακίνητη δεξαμενή
βρίσκοντας έναν κύκνο νεκρό μέσα στα κάτασπρα φτε-
         ρά του,
δέντρα ζωντανά και τα μάτια σου προσηλωμένα.

Ο δρόμος αυτός δεν τελειώνει δεν έχει αλλαγή, όσο
         γυρεύεις
να θυμηθείς τα παιδικά σου χρόνια, εκείνους που έφυγαν
         εκείνους
που χάθηκαν μέσα στον ύπνο τους πελαγίσιους τάφους,
όσο ζητάς τα σώματα που αγάπησες να σκύψουν
κάτω από τα σκληρά κλωνάρια των πλατάνων εκεί
που στάθηκε μια αχτίδα του ήλιου γυμνωμένη
και σκίρτησε ένας σκύλος και φτεροκόπησε η καρδιά σου,
ο δρόμος δεν έχει αλλαγή· κράτησα τη ζωή μου.

                                                                                            Το χιόνι
και το νερό παγωμένο στα πατήματα των αλόγων.





Από τη συλλογή «Τετράδιο γυμνασμάτων» που περιλαμβάνεται στον συγκεντρωτικό τόμο «Γιώργος Σεφέρης - Ποιήματα», εκδ. Ίκαρος 20η έκδοση, 2000.

Κυριακή, 17 Σεπτεμβρίου 2017

Κυριακή Αν. Λυμπέρη, "Ορμητικοί οι φθόγγοι ως το χάνομαι"




ΔΗΘΕΝ ΔΙΚΗ ΜΟΥ


Α, γλώσσα άτιμη ιερόδουλη
−για να το πω κομψά−
πώς ξέρεις να μοιράζεσαι σε όλους
εδώ κι εκεί και σ’ όποιον να ’ναι
και τα «πολλών ανθρώπων λόγια σου»
μ’ ακολουθούν αδιάκοπα
απ’ την κουζίνα στο κρεββάτι!
Ατμίζεις, κυλιέσαι πρώτα μέσα στα κατσαρολικά
και φαγητά για το χατήρι σου θυσίασα
ύστερα στη βιβλιοθήκη για καφέ
και το βράδυ
δήθεν δική μου, δήθεν δωρεάν
να που με ταχταρίζουν στα σεντόνια
ορμητικοί οι φθόγγοι σου ως το χάνομαι.
Χτυπάνε μες στα δόντια μου
ταμπούρλο τα φωνήεντά σου
να μην τελειώνει η μουσική
καλέ τι ωραία που εξασκούμαι
στα ανείπωτα!
Όμως σαν οι πολλοί είναι κοντά μου
αλλά λείπει ο ένας
γλώσσα αυτό πώς ονομάζεται;
Και άραγε γιατί δεν βρίσκω λέξεις να το πω
τόσο σοφή −ως τώρα− που έγινα κλέβοντας;
Και πώς ακόμα επιμένει η μοναξιά
−άλλη τρόμου αγαπητικιά κι αυτή!−
πίστη στο μαξιλάρι μου να ορκίζεται;





ΜΑΘΑΙΝΕΙΣ ΝΥΧΤΑ


Από την τρύπα μιας βελόνας
εννοείς να περνάς τα εκατομμύρια των άστρων
χειρονομίες, βλέμματα, συνομιλίες
αναμνήσεις μιας αγάπης
που έφυγε χωρίς επιστροφή.
Δεν ωφελεί το χάδι στα μαλλιά τώρα
η απουσία σφραγίδα στο δέρμα
μαθαίνεις νύχτα, μοναξιά αποστηθίζεις
σε ξένα σώματα ξεφορτώνεις το κενό.
Σε όλους τους δρόμους μες στην πόλη
μια πληγωμένη λέαινα βρυχάται
−η καρδιά− και δε λέει να ξαποστάσει
γυμνή αναδύεται στις γωνίες η θλίψη
σε καπνιστήρια, φαρμακεία, παγκάκια·
το τελευταίο νόμισμα της ημέρας
στο ζητιάνο που ντρέπεται λιγότερο
να δείξει την αδυναμία του στους περαστικούς.
Τι βάσανο οι λέξεις που δεν ειπώθηκαν
το αλάτι που δεν έγινε δάκρυα
ότι κανένας δεν περιμένει στο σπίτι είναι ψέμα.
Ένα μπουκάλι, ένα μαχαίρι, ένα γράμμα
με όλα αυτά μπορείς να ταξιδέψεις
να αποχαιρετίσεις μπορείς, διαλέγεις μόνο πώς
και το άλλο πρωί σκοτάδι θα είναι πάλι
σαν να μην πρόκειται να ξημερώσει ποτέ.





ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΣΤΟΝ ΟΥΡΑΝΟ


Κουράστηκα να είμαι τόσο δική σου·
να κουνάς το δάχτυλο και να έρχομαι
οποιαδήποτε ώρα
σε οποιοδήποτε σημείο του κόσμου
με καράβια, τραίνα και γράμματα
κουράστηκα να έρχομαι.
Έτσι κι αλλιώς δεν πρόκειται να κατοικήσω
στο σπίτι αυτό που αιωρείται στον ουρανό
και ξεφεύγουν οι μουσικές από τα παράθυρα
και τρίζουν ολοένα μαγεμένα τα πατώματα
να μυρίζουμε το πρωί τον καφέ που αχνίζει
να πετούν τα δάχτυλά μας φωτιές
οι λέξεις να υπακούουν.
Κουράστηκα να είμαι τόσο δική σου·
κι ωστόσο τόσο ανάμεσα, τόσο μεταξύ
ποτέ ολόκληρη εκεί
κι όμως παντού αλλού μισή.
Ναι, δε θέλω πια να είμαι τόσο δική σου·
μα είδες; Πάλι νυχτώνει
και μόνο μες στο ποίημα
μπορούμε να κλάψουμε μαζί.





Από τη συλλογή «Ορμητικοί οι φθόγγοι ως το χάνομαι», Οι εκδόσεις των φίλων, 2017

Πέμπτη, 14 Σεπτεμβρίου 2017

Βαγγέλης Αλεξόπουλος, "Η Πλατεία των Ταύρων"




Από την Εισαγωγή


Υποτροπή


                                   Η μόνη καθαρή, πια.

Έμεινα καθαρός εννέα χρόνια,
σταγόνα ποίηση
χωρίς γραφή
ούτε ανάγνωση
ξαφνικά την άνοιξη
υποτροπίασα,
στην αρχή χανόταν
το είδωλό μου από τον καθρέφτη,
όταν άρχισα να συζητώ με τις γάτες
–τα τέρατα παραμονεύουν στο πατάρι–
όλοι ανησύχησαν,
ο γιατρός είπε θα περάσει
φταίνε τα όνειρα
και η Sarah Kane
που με κοιτάζει.





Από το Κεφάλαιο Ι - Οι Πικαδόρες (Los Picadores)


Αναχωρητές


Τυχεροί όσοι
τους παίρνει ο διάβολος
και τους σηκώνει
οι υπόλοιποι
θα καταλήξουμε
μέσα
στο χώμα.





Σε αμβλεία γωνία


Τώρα τελευταία
ένας άνεμος
φονιάς
τριγυρνά στα σοκάκια
της ψυχής μου.

Χορδές που σκλήρυναν και σκούριασαν
σαράντα έξι χρόνια,
κουρδίσματα και πρόβες.

Το αίμα ποτέ δεν ξεχνά
τα απολεσθέντα χρόνια,

μνήμη σφουγγάρι
πάντα μεσάνυχτα, δεξιόστροφα

σε υγρά καφενεία με θολά παράθυρα
αποθέσαμε το μέλλον σε δυνάμεις ανώτερες
και απομείναμε να περιμένουμε σε κάποιο λιμάνι
ξεφορτώνοντας container,
βιβλία και θρύψαλα

καθώς ο Irwin Allen Ginsberg
μας κοιτά από ψηλά και ουρλιάζει.





Από το Kεφάλαιο II - Οι Mπαντερίγιες (Los Banderillas)


Μάτια με φωτογραφία


Το ξέστρωτο κρεβάτι
ακόμα μύριζε έρωτα
και οι ανάσες υδροκυάνιο

ο άντρας στον καθρέφτη ξυρίζεται
τα λέπια του στάζουν στο ξύλινο πάτωμα

η γυναίκα ντυμένη το σακάκι του και την ήβη της
ξεδιπλώνει με το βλέμμα
σπάγγους αιμάτινους,

τα πετεινά του ουρανού
γαυγίζουν
σε συχνότητες υπέρηχες

ο Σαχτούρης με ευλάβεια τα αφουγκράζεται
και τα μαγνητοφωνεί.





Από το Kεφάλαιο III - Η Μουλέτα (La Muleta)


Το εκκρεμές


Στην μεγάλη πλατεία της πόλης
ένα μαχαίρι αιωρείται
από τον ουρανό.
Όταν το χτυπούν οι αχτίνες του ήλιου
γίνεται πράσινο.
Τα βράδια όμως
βάφεται κόκκινο
καθώς αποσύρεται
μ’ έναν ανεπαίσθητο παφλασμό
από την καρδιά
των ματωμένων μας ονείρων.





Από τον Επίλογο


Μυρωδιές


Το νυχτολούλουδο
μυρίζει θάνατο
υποψία παράδεισου
η γαρδένια
όμως, εγώ θα προτιμήσω
τη θλίψη
του βασιλικού.





Από τη συλλογή «Η Πλατεία των Ταύρων», εκδ. Οδός Πανός, Αθήνα 2017.

Δευτέρα, 11 Σεπτεμβρίου 2017

Παύλος Παρασκευαΐδης, "Β΄ ΠΠ"




Β΄ ΠΠ

                                                              του Παύλου Παρασκευαΐδη


Ενίοτε ξεβράζει η ιστορία
ορισμένα γράμματα πίστης κι αφοσίωσης
σαν εκείνο της Χέλγκας στον Φριτς που βάφτηκε κόκκινο
στην πολιορκία του Λένινγκραντ
ή το άλλο της Φρόσως προς τον Γιάννη που κομματιάστηκε
στο Ύψωμα 731
αλλά κι εκείνο της Σβετλάνας στον αγαπημένο της Μαξίμ
το τρύπησε μια σφαίρα απευθείας στην καρδιά

Ανολοκλήρωτα πάθη
σφαδάζουν στο χώμα
και κάτι οικογενειακές φωτογραφίες
που δεν τραβήχτηκαν ποτέ
καθώς πρόωρα κόπηκε
το εύθραυστο νήμα του έρωτα







Παρασκευή, 8 Σεπτεμβρίου 2017

Θοδωρής Σαρηγκιόλης, "Το δέρμα του χρόνου"




ΔΙΚΟΠΗ ΛΑΛΙΑ

                                            στον Μάρκο Μέσκο


Η πατρίδα μου γλώσσα δεν έχει·
λουλούδια άχρωμα, δέντρα άοσμα,
πέτρες που μουλιάζουν στον καιρό,
στην υγρασία των αιώνων.

Μια δίκοπη λαλιά,
ένας γενναιόδωρος αντικατοπτρισμός
την πόρτα θ’ άνοιγε στο φως της ιστορίας.
Η άνοιξη, ανυπόμονη,
θα ’βαζε στην τράπεζα των συναλλαγών
και των υποτιμήσεων
την ανιδιοτελή της ανθοφορία,
το βλέμμα περιμένοντας
και το χέρι που θα διέτρεχε τον κυματισμό
του ενθουσιασμού.

Η γλώσσα μου πατρίδα δεν έχει·
με κουπιά λιμνάζει σπασμένα,
με τα όνειρα δεμένα πλαγιάζει.





Ο ΜΑΝΤΣΕΣΤΕΡ ΚΑΙ Ο ΣΕΦΕΡΗΣ

                                            στον Βασίλη Παπά


Για το Μάντσεστερ, έλεγες, των Βαλκανίων
καθώς ο άνθρακας λευκός
τις τουρμπίνες κινεί των κλωστοϋφαντουργείων:
από το αερόστατο γοητευτικό πανόραμα
της βιομηχανικής επανάστασης.

Ο Σεφέρης, με το τραίνο περνώντας,
δεν έσπασε το δίχτυ του ορίζοντα
ενός τόπου κλειστού όλο βουνά,
μόνο στο χάρτη χάραζε διακεκομμένες
τις διπλωματικές γραμμές του:
αποσιωπητικά για του ημερολογίου τα φύλλα.





ΔΙΠΛΟΓΡΑΦΙΑ

                                            στον Μιχάλη Γκανά


Ο χώρος μύριζε τσιγάρο χτεσινό
τασάκι ξέχειλο, μισές κουβέντες,
ποτήρι μισό, τραπέζι γεμάτο
με τ’ αποφάγια των εξομολογήσεων.

Νύχτωνε αυγή μ’ ένα φεγγάρι
ανυπόμονο για περιπολία.

Ζητούσε τον καφέ πρωί, το βράδυ το φαρμάκι,
κι ερχότανε ανάσκελα η μέρα ιδρωμένη
να αθροίσει στο κατάστιχο κατάρες σαν ευχές.

Χρόνια και χρόνια θήτεψε
στων γεγονότων τη διπλογραφία,
στων συμψηφισμών την απεικόνιση,
μα η ζωή του μια σκιά
γλιστρά ανάμεσα στις στήλες των πράξεων.





ΤΑ ΔΡΟΜΟΛΟΓΙΑ


Τις άρρωστες νύχτες
με τον ορό της ελπίδας στο χέρι
τα δρομολόγια προσθαφαιρείς
των υπεραστικών ονείρων.

Κι εγώ να σου κρατάω το ρυθμό
και να σταλάζω μέσα σου
την προοπτική του απείρου.





Η ΝΥΧΤΑ ΣΑΝ ΜΕΛΑΝΙ


Ζεστός αέρας γλυκαίνει τις πληγές.
Η νύχτα σαν μελάνι τη μέρα καταργεί
και τ’ όνειρο − καθρέφτης και ηχώ −
ελέγχει τις καταχωρίσεις:
Αθροίζει, αφαιρεί, πολλαπλασιάζει, διαιρεί
τα κέρδη, τις ζημίες,
των επενδύσεων τα φαντάσματα.
Με το ξημέρωμα η τάξη
διασαλεύεται και ανισορροπεί,
ζητά την ηδονή στην τρικυμία.





Από τη συλλογή «Το δέρμα του χρόνου», εκδ. Γαβριηλίδης, 2012.

Τρίτη, 5 Σεπτεμβρίου 2017

Κέλλυ Πάλλα, "Γιούκα η ηδονοβλεψίας"




6. Όταν εσύ κάνεις άλλα σχέδια


Το σπίτι γεμάτο βαλίτσες, σακούλες νάιλον, πουγκιά με κοσμήματα, τσαντάκια με καλλυντικά και δυο χαρτόκουτα, όσα παίρνει μαζί της όποια ξεκινάει νέα ζωή. Χτύπησε το τηλέφωνο, και χοροπηδώντας ανάμεσα στις ανοιγμένες σακ-βουαγιάζ έφτασε ευφρόσυνη στο τηλέφωνο – τίποτε δεν μπορούσε να της χαλάσει τη διάθεση. Όμως πάντα κάτι έρχεται απροσκάλεστο, όταν εσύ κάνεις άλλα σχέδια, κι η Ζωή ποτέ δεν περίμενε ότι θα άκουγε από τη φωνή της Ήβης τέτοια κουβέντα.
– Από πού το έμαθες; Μόνο αυτό άρθρωσε.
– Απ’ την Άννα.
– Έχει καιρό;
Της είπε.
– Ξέρεις πού είναι τώρα;
Ήξερε.
– Καλά, κλείσε.
Στάθηκε μπροστά στην ντουλάπα της. Έβαλε το χέρι ανάμεσα στα μαύρα, σάρκα χλωμή καταμεσής σε πένθιμα κατάρτια πλοίου. Διάλεξε ένα μακρύ, στενό φουστάνι. Μάζεψε τα μαλλιά με τα χέρια – τα μάτια δεν μπορούσε. Έτρεχαν κόκκινα. Σκούπιζε μάτια και μάγουλα. Ξανά και ξανά. Τα μάτια να κυλούν, και τα χέρια να πολεμούν να τα στεγνώσουν. Γιατί τα τελευταία χρόνια μαθαίνοντας μέσω τρίτων τα νέα του Νικήτα συμφιλιωνόταν αργά-αργά με το ναυαγισμένο τους πάθος. Πότε-πότε αναθεωρούσε εκ του ασφαλούς, χωρίς να ρισκάρει καινούριες προσεγγίσεις και φρέσκες πληγές. Τους τελευταίους μήνες δρόσιζε αραιά και πού τη μνήμη της η οποία, τόσο ανθρώπινα, είχε αγκυροβολήσει πια μόνο στα θετικά της προβληματικής τους συνύπαρξης, δίνοντάς της μάλιστα ένα φόντο ευτυχίας, κι ας μην της αναλογούσε.
Έβαλε τα ρούχα του πένθους και βγήκε παγωμένη και τρεμάμενη στον χειμωνιάτικο αέρα με ένα εικοσάρικο στην παλάμη. Χώθηκε σ’ ένα μαγαζί στη διπλανή της πόρτα, χρόνια το προσπερνούσε σαν να μην την αφορούσαν όσα υπήρχαν μέσα. Μέχρι σήμερα ποτέ δεν είχε μιλήσει στην ξανθιά που κάπνιζε το τσιγάρο της δίπλα στο τζάμι, ποτέ δεν της είχε κουνήσει έστω το κεφάλι για Καλημέρα. «Άνθη-Φυτά» έγραφε απ’ έξω, και η ξανθιά εκείνη τη στιγμή με τα δάχτυλα γεμάτα χώματα ξαφνιάστηκε που την είδε εκεί, μέσα από το κατώφλι της.
Απ’ όλο το μαγαζί διάλεξε μόνο πρασινάδες. Δάφνες, φτέρες, κλαδιά ελιάς. Στο τέλος, γιατί στην αρχή δίστασε λίγο, τράβηξε δυο κλαράκια γυψοφίλης, στολίδι για ταφικό υμέναιο. «Γι’ αυτά φτάνουν;» ρώτησε δείχνοντας το εικοσάρικο. Η κοπέλα κοίταξε το συρτάρι της ταμειακής για ρέστα. «Αφήστε», φώναξε με το ένα πόδι ήδη έξω από την πόρτα και χάθηκε.
Ξεκίνησε με δρασκελιές γενναίες. Θα τον έβρισκε. Στον δρόμο όμως τίποτα. Ούτε είδε ούτε συνάντησε άνθρωπο. Στο μυαλό της η μαρμάρινη πλάκα που θα συναντούσε με το πολυσύλλαβο ονοματεπώνυμό του. Θα την εντόπιζε από ένστικτο, προσανατολισμένη από εκείνη την εσωτερική πυξίδα που πάντα της φανέρωνε ποιο δρόμο είχε πάρει ο εκείνος, τι άκουσε, τι είπε, τη θλίψη, τη χαρά του, πότε υπέφερε, πότε γελούσε.

Μάταια τριγυρνούσε με το εκκεντρικό μπουκέτο της στο χέρι πίσω από τον πέτρινο αυλόγυρο με τη σιδερένια πύλη. Κάποια στιγμή η γυψοφίλη άρχισε να μαδάει και να κολλάει στο μαύρο πανωφόρι της, αλλά αυτή με τα μάτια πυρακτωμένα δεν το πρόσεξε. Κάθισε σ’ ένα παγκάκι με αφιερωματικούς στίχους βιδωμένους στην πλάτη, αλλόκοτο μαξιλαράκι μνήμης: «Του αγαπημένου μας πατέρα, τα παιδιά του» κι από κάτω ένα επίθετο και τρία ονόματα. Η σκιά της στο χώμα έπεφτε δίπλα από τη σκιά γέρικου κυπαρισσιού, υπήρχαν πολλά τέτοια δένδρα στα γύρω χώματα, όπως είθισται σε όλα τα μήκη και πλάτη όπου φιλοξενούνται νεκροί.
Τότε ήρθε και την επισκέφτηκε η πρώτη τους συνάντηση, τα αμήχανα χέρια τους, χρόνια πριν, πάνω σε μαρμάρινο τραπέζι, να κονταροχτυπιούνται με τα βλέμματα, να ζυγιάζονται αμοιβαία, αλλά να μη σμίγουνε – ο έρωτας δεν είναι έρωτας, αν δεν συνοδεύεται από φόβο. Ανάσανε βαριά η Ζωή, και μια ελαφριά ανατριχίλα διαπέρασε την πλάτη της, σαν να ήταν εκείνος ακόμη σιμά της.
Κοίταξε γύρω σκιαγμένη, αλλά δεν περίμενε. Σηκώθηκε και τράβηξε κατά την εκκλησία. Δεξιά από το θυρόφυλλο ένα στεφάνι με μοβ κορδέλες – ο νους της δεν πήγε αμέσως στο γιατί. Στάθηκε με σέβας στον νάρθηκα. Έκανε έναν μεγάλο σταυρό, ακουμπώντας τα τρία δάχτυλα στο μέτωπο κοιτώντας τον τρούλο, στον αφαλό σκύβοντας λίγο, στον δεξί και στον αριστερό ώμο κι έβαλε το πόδι μέσα. Ό,τι θα ακολουθούσε το έταξε στη μνήμη του – όλες οι κηδείες, γνωστών-αγνώστων, φίλων ή εχθρών, είναι για τον ίδιο νεκρό, συλλογίστηκε και διάλεξε μια γωνιά μοναχική και αθέατη.
Αυτό είναι ο θάνατος; ρωτήθηκε από μία φωνή που δεν ακούστηκε. Ένας μοχθηρός θερμοπομπός που βρυχάται σε ναό βουβό, και η βροχή που πέφτει σε χοντρές, πυκνές σταγόνες – έξω είχε αρχίσει ξαφνική καταιγίδα κι η γη, όταν καταπίνει θνητούς, διψάει. Βββββββ, αναμονή ασταμάτητη.
Ακούγεται ποδοβολητό. Φλύαροι άγνωστοι, χωρίς αιδώ, χωρίς ντροπή, τρυπώνουν στον ναό, λες μόνο για να γλιτώσουν από τη θεομηνία. Αναστατώνουν την επικείμενη ιεροπραξία κοιτώντας εξεταστικά τον χώρο, πότε-πότε και το κινητό τους. Τους στέλνει ματιές περιφρόνησης.
Από τους τοίχους οι αγιογραφίες ρίχνουν ιεροπρεπείς σκιές, και οι πολυέλαιοι τρίζουν ελαφρώς, τους κοιτάει και λέει πως την απειλούν με το βάρος τους. Συνθέσεις λουλουδιών με φαντασία περιττή, βαλμένες σε θέσεις περίοπτες. Το χαλί μοβ, με τέσσερις δικέφαλους αετούς στις γωνίες. Φλόγες πάλλονται και κεριά λιγωμένα αχνίζουν μουρμουρίζοντας ένα ανεπαίσθητο τςςς...
Ξαφνικά άντρες σβέλτοι, φρεσκοξυρισμένοι και ντυμένοι σαν γαμπροί, ελέγχουν κάποιες λεπτομέρειες, που μοιάζουν μάταιες: οι ανθοστήλες ζωσμένες με μεταξωτές κορδέλες να πέφτουν χαρίεσσες στο πάτωμα, κι η εικόνα της Ανάστασης στηριγμένη σ’ ένα τρίποδο άλλαξε πολλές φορές θέση μέχρι να στηθεί, λες από χέρι γεωμέτρη, ακριβώς στο κέντρο.
Κι εκεί, μέσα στην κουφόβραση και στον βραχνό ήχο του θερμοπομπού, καταφθάνει το γυαλιστερό ξύλινο κουτί, παιχνίδισμα μαραγκού επιδέξιου ο σταυρός, δουλεμένος ένθετος να εξέχει μόλις λίγα εκατοστά απ’ το καπάκι, για να θυμίζει πως όχι, τούτο εδώ δεν είναι έπιπλο, αλλά το στερνό κατάλυμα ενός θνητού. Από πίσω συνοδεύουν με κόκκινα μάτια πέντ’-έξι μαυροντυμένοι, σκυμμένοι πάνω στα μαντίλια τους – αυτοί είναι όλοι κι όλοι όσοι κάτι αισθάνονται, οι υπόλοιποι απλώς ακολουθούν στεγνοί και ανέκφραστοι, γιατί υποχρεούνται. Η εκκλησία γεμίζει βλέμματα σαστισμένα, μετακινούνται από πρόσωπο σε πρόσωπο κι αφήνουν να τρέξει πλάι στα ρουθούνια κι από κει στο στόμα εκείνο που καταθέτουν όλοι μπροστά στον θάνατο, μείγμα φόβου, δακρύων κι ανερώτησης. Κάνουν δυο-τρία βήματα συρτά, λοξά, σαν σκιαγμένου κάβουρα, μέχρι να σβήσουν όλα πάνω στο χαλί κι αρχίσει ο ψάλτης κάτι Αλληλούια.
Σε κλειστό κουτί όλα όσα γεύτηκες. Κλειστό κουτί όλα όσα είδες. Το σώμα, οι επιθυμίες, οι ανάγκες του, αναλγησίες κι αρπαγές της νιότης. Θυμήθηκε παρόμοιες τελετές, κι οι τρίχες στο έξω της παλάμης της σαλέψαν: μιαν άλλη φορά τα μάτια του σκηνώματος βασιλεμένα, απρεπώς ψιμυθιωμένα και αξιοπεριέργως σφραγισμένα όπως και τα χείλη, χάρη σ’ ένα μικρό θαύμα της κοσμετολογίας ανάμεσα στην πάνω και στην κάτω γνάθο κι ανάμεσα στα τσίνορα, να τα κρατάει αχώριστα.
Και τώρα πάλι το ίδιο έλαβε χώρα, όταν ξαφνικά το φέρετρο κουνήθηκε από το άγαρμπο σκούντημα μικρού κοριτσιού, που αδικαιολογήτως βρέθηκε μέσα στην ομήγυρη. Όλοι φώναξαν «Μηηη…» κοιτώντας αυστηρά προς τη μεριά του παιδιού, η Ζωή όμως ήταν σίγουρη πως κάτω από το μαύρο γυαλιστερό καπάκι τα ατάραχα τα χείλη δεν διχάστηκαν, ούτε τα βλέφαρα. Φύσηξε την ίδια στιγμή κρύος αέρας από τον νάρθηκα μέχρι τα εξαπτέρυγα παρασέρνοντας μια μπάλα ξερά φύλλα, που ήρθε και κούρνιασε κάτω από τον νεκρό, δίπλα σ’ ένα χαμηλό μανουάλι με κεριά, προσάναμμα πρόσφορο – από τη μια σύμπτωση στην επόμενη. Οιωνός, σκέφτηκαν άπαντες κι ανατρίχιασαν με το συμβάν πιάνοντας κρυφά  το χέρι του διπλανού τους να κρατηθούν, να γλιτώσουν. Από τι;
Ο ιερέας ψέλνει τα δέοντα. Πολύ νέος, υπολόγισε, άραγε ξέρει; Κουρεμένο το γένι και μια σταγόνα κόκκινο κρασί πάνω στο πετραχήλι του. Κι αυτή, που τον ακούει, το πράττει για να κρατηθεί από τα λόγια, τις σεβαστικές αντιθέσεις των λέξεων, «Ο θάνατός σου Κύριε, αθανασίας γέγονε πρόξενος», εκείνη την ετοιμοπαράδοτη από τι παλιότερες γενιές άποψη για τον πεθαμό, που τέτοιες ώρες όμως σου δίνει απάντηση και δεν σ’ αφήνει να λυγίσεις, μα σε κρατάει να σταθείς. Μια τελειωμένη ύπαρξη κείται μπροστά της (αν βέβαια με το μαύρο κουτί ν’ ακουμπάει οσονούπω στο χώμα θα μπει στο Είναι μια τελεία). Ύπαρξη με μάτια, με μύτη, με μνήμη, με λαλιά. Όλα ληγμένα τώρα, σε λίγο βρώμα σκωλήκων και δυσωδία.
Έφτασε η ώρα για το στερνό φιλί, όμως τα πόδια της πάλι πίσω, μακάβριο, σκέφτηκε, το συνήθειο της νεκρολατρίας, γιατί το μαύρο κουτί άνοιξε και είδε έναν άγνωστο χλωμό, με τα χέρια δεμένα. Εκεί, όταν έσκυψε κι έστρεψε το κεφάλι να μη δει το πρόσωπο, τα νύχια, τα μαλλιά, το βλέμμα της τρύπωσε άθελα στο κενό που άφηνε το πουκάμισο, γιατί δεν εφάρμοζε πάνω στο δέρμα κι έχασκε ένα δάχτυλο από τον καρπό του αποδημήσαντος. Εκεί είδε (γιατί κατά βάθος ήθελε να δει – μολονότι, αν τη ρωτούσαν, θα έλεγε το αντίθετο) τους πόρους ποτισμένους με μαυροδάφνη, ζωγραφισμένοι οι καρποί του (ό,τι φαινόταν) σαν με σφουγγάρι, από κινήσεις κυκλικές και πισωπάτησε λίγο, αλλά εκείνη, αντίθετα από άλλους, δεν είχε κανέναν δίπλα να πιαστεί.
Σύντομα τελειώσαν οι ψαλμοί, κι ήρθαν οι φρεσκοξυρισμένοι και σήκωσαν το μαύρο κουτί. Από κει και πέρα για τη Ζωή ο θερμοπομπός σίγησε, αλλά φυσικά ήταν μόνο υποκειμενική της γνώμη. Συγγνώμες σιγοψιθύρισαν οι τέσσερις άνδρες, που δεν τις εννοούσαν, γιατί είχαν τον νου τους σε ό,τι θα ακολουθούσε: πομπή μέχρι το μνήμα, η βροχή είχε σιγήσει, αλλά η σκαμμένη γη, αυτό το σκοτεινό άλευρο, είχε γίνει πια λάσπη, έτοιμη να ζυμωθεί με τα χέρια των οικείων και των αλλότριων, μια χούφτα χώμα ο καθένας τους. Τα υπόλοιπα, αρμοδιότητα ενός ειδικού, που περίμενε δίπλα στο χαντάκι ντυμένος με γαλότσες και γάντια της βαριάς δουλειάς. Φτυαριές με κόλλυβο και λίγα γαρίφαλα πάνω-πάνω πριν στρίψουν το βλέμμα και κρυφτούν στο υπαρξιακό τους σπήλαιο όλοι, οι μεγάλοι, οι μικροί, οι μεσήλικοι κυρίως, που κοιτούν και από δω και από κει, γιατί αυτοί στέκονται αμήχανοι στη μέση από ένα ποτάμι.
Σκυφτοί περπάτησαν μέχρι την παρακείμενη βρύση, να πλυθούν και να σχεδιάζουν πώς να γίνει να γλιτώσουν οι ίδιοι απ’ το χαντάκι και τις λάσπες, δηλαδή για πόσο ακόμη, Κύριος μόνον οίδε, αλλά ο καθείς να εύχεται για λόγου του και να φτύνει στον κόρφο του. Κι όμως, μόλις κρυφτεί στο σπίτι του, σίγουρα θα κοιτάξει σε όποιο πρόχειρο κάτοπτρο βρει, σε καθρέφτη, σε τζάμι, σε νερό στεκούμενο και θα ψάξει για τους οιωνούς της σάρκας που θα φανερώσουν πως «Εντάξει, αργεί ακόμη για μένα το κακό, είναι για κάποιους άλλους».
Ακολούθησε η Ζωή τους λοιπούς μαυροντυμένους που μπήκαν σε αίθουσα με πολλά καθίσματα γύρω από μακριά τραπέζια. Κανένας δεν τη ρώτησε ποια ήταν και πώς γνώριζε τον τεθνεώτα – ευτυχώς, γιατί απάντηση δεν είχε.
Της έφεραν καφέ, μετά κονιάκ, μια γουλιά στην αρχή, αφιλόξενο το στόμα στα πέντε αστέρια, μα γρήγορα θερμάνθηκε, κύλησαν γρήγορα οι επόμενες, άρχισαν να ακινητοποιούνται οι σκέψεις, να φρενάρει ο λογισμός, τα χέρια να κινούνται πιο νωθρά, οι λέξεις παρομοίως, λίγο τεμπέλικες. Και ξανά μια γουλιά, να σκέφτεται τώρα πιο αργά Άσ’ τα πίσω, δεν σε αφορούν, εσύ μόνο δουλειά, λεφτά, αγκαλιές – η καρδιά της μέσα σε λίγες ώρες είχε σκληρύνει, να σκέφτεται τώρα μόνο το τομάρι της – ζωή είναι αυτό που κόβει στη μέση έναν προγραμματισμό – ενώ ο νεκρός έχει ήδη φύγει μακριά, μαζί τα κολλημένα βλέφαρα, ακόμη και οι δύο διαδοχικοί οιωνοί, η αθέλητη αταξία της μικρής και τα ξερά φύλλα κάτω απ’ το φέρετρο δίπλα στη σπίθα των κεριών.

Σηκώθηκε να φύγει με ένα κουλουράκι στο στόμα και με το ονοματεπώνυμο του Νικήτα καρφωμένο εκ νέου στο μυαλό της. Έκανε μια βόλτα ανάμεσα στα μαρμάρινα κιβούρια, γιατί ψυχανεμίστηκε πως εκείνη η πυξίδα, που χρόνια την πληροφορούσε για τα πεπραγμένα του, δεν της έδειχνε εύνοια πια. Είχε ιδρώσει, και το στεφάνι στα μαλλιά της έδειχνε την ηλικία της που κανονικά, όταν ήταν φρεσκολουσμένη, ξεγελούσε πολλούς. Κοίταξε λασπωμένα τα παπούτσια της, μια μελαμψή φλεβίτσα στον αστράγαλο την πονούσε ώρα τώρα και έσερνε ελαφρώς το αριστερό της βήμα.
Σ’ ένα αφρόντιστο σκάμμα, λες και αθλητής του άλματος θα προσγειωνόταν ακριβώς δίπλα της, είδε ένα μαρμάρινο κουτί ακουμπισμένο στο χώμα. Η τέταρτη επιφάνεια του κουτιού έμοιαζε με τζάμι, δεν έβλεπε και καλά, ραγισμένο μάλλον, γιατί ήταν λερωμένο από έναν γενναίο λεκέ λαδιού. Η φωτογραφία όμως μέσα μιλούσε, ίδια με παλιό τραγούδι αγαπημένο, που συλλαβίζει αναμνήσεις, λέξεις, μυρωδιές, όπως γίνεται με κάτι που δεν ξέρεις εσύ, αλλά αντίθετα ξέρει αυτό πολλά από σένα. Άνεμος σηκώθηκε και κούνησε τη φωτογραφία, φτερούγισε σαν ωδικό πτηνό και είπε τραγουδιστά το όνομά του: Νάτος.
Αυτό το φρεσκοσκαμμένο παρτέρι είναι ο τάφος του… Έσκυψε, με δυσκολία αλλά έσκυψε, έσυρε με τα νύχια το λαδωμένο τζάμι κι έπιασε τη φωτογραφία. Ήταν εκείνη που είχε τραβήξει η ίδια, δύο εβδομάδες πριν πουν το περίφημο «Άσ’ το, δεν πάει άλλο, ας τελειώνουμε». Είχε κρατήσει μία όμοια κάπου στο σπίτι, θα γυρνούσε πίσω και θα έψαχνε, τόσα κουτιά, φάκελοι, αυτή δεν πετούσε τίποτα, θα πετούσε ποτέ φωτογραφία του; Αναγνώρισε τη φλέβα εκείνη στον λαιμό, την κάθετη ρυτίδα ανάμεσα στα μάτια του, και τα δικά της πυρακτώθηκαν ξανά, όπως πιο πριν στο σπίτι. Δεν υπάρχει πια, είναι παρελθόν. Κι όμως αν… από κάπου βλέπει; Έστριψε απότομα την πλάτη της, καθώς κάνουν στα θρίλερ. Τα κοιμητήρια μέρα μεσημέρι άδεια, μόνο λευκοί σταυροί και αγριοπερίστερα να ξαποσταίνουν στα μεταλλικά καντήλια, αλλά οι ήχοι, τα τριξίματα, οι αναπνοές ήταν σιμά της, κι η τελευταία πομπή μαυροντυμένων απομακρυνόταν σαν δράκος που σέρνεται με θόρυβο σηκώνοντας σκόνη πάνω στα χαλίκια. Έψαξε για ένα δοχείο να βάλει τα λουλούδια της –λουλούδια θα πεις την πρασινάδα;– αλλά ήξερε το γούστο του, πάντα επιζητούσε τα αλλιώτικα. Βρήκε δίπλα στη βρύση ένα πλαστικό μπουκάλι με κομμένο τον λαιμό, ανθοστήλη αυτοσχέδια, και το στερέωσε ανάμεσα στα σκοτεινά χώματα μπροστά από τη φωτογραφία του.
Κι ευθύς θυμήθηκε μια φορά που, παιδί, ξύπνησε από ύπνο βαθύ και δεν είχε το χέρι της μάνας της να την παρηγορεί. Τότε μελετώντας άλαλη και φοβισμένη το πυκνό σκοτάδι ερμήνεψε μέσα της τι πάει να πει φως και τι ημέρα. Σύγκρινε ετούτη τη στιγμή με την άλλη, όταν τη βρήκε η πρώτη μαχαιριά γύρω απ’ τα σφυρά, αυτή λίγο-πολύ δεν την εγκατέλειψε ποτέ, και μονομιάς εννόησε τότε τι θα πει υγεία. Έτσι και τώρα, μπροστά στον τάφο του νεκρού Νικήτα ένιωσε τι εστί ζωή, όχι η ζωή της, αλλά ζωή γενικά, γιατί ένα κομμάτι της ήταν κι ο νεκρός Νικήτας, αιώνιος πια στο μυαλό και στην ανάμνησή της, Κι αναλογίστηκε πως αν δεν είχε πεθάνει και απλώς είχε αρρωστήσει και μετά πάλι είχε γίνει καλά, όταν το μάθαινε, θα πονούσε για χατίρι του πολύ, θα πονούσε το ίδιο όπως πονάει τώρα, γιατί δεν θα ήξερε, δεν θα είχε να συγκρίνει τον πόνο του θανάτου τον αμετάκλητο με τον μετακλητό. Το αμετάκλητο τα λιώνει όλα εντός σου, σε κάνει στο τέλος να υποκλιθείς. Και από την άλλη είπε Ελευθερώθηκα επιτέλους, γιατί δεν είχε πια να περιμένει να τον δει, να αναλογίζεται τις διαδρομές του μες στην πόλη και τις ώρες που υπολόγιζε πως διέσχιζε τον δρόμο από το σπίτι μέχρι το γραφείο του. Δεν είχε πια την ελπίδα (ή τον φόβο) να σκοντάψει στα βήματά του, χρόνια τώρα είχε συνηθίσει να συνυπάρχει στην ίδια πολιτεία μ’ αυτό το ενδεχόμενο, το οποίο ποτέ δεν λάμβανε χώρα, αλλά αιωρούνταν σαν δυνατότητα, ελάχιστη παρηγοριά για την αγάπη που του είχε κάποτε – κατά βάθος δεν διέφερε από την Ήβη, κι ας μην το παραδεχόταν.
Στάθηκε προσοχή με τα χέρια σταυρωμένα πάνω στην κοιλιά της, όπως κάνουν σε επίσημες τελετές. Να του μιλούσε ή να τον ρωτούσε; Αλλού ο νους της τώρα…
Δεκάδες μήνες πριν από τον χωρισμό τους είχε σκύψει στο στήθος της εκείνος και με σιγανή φωνή, για να μην είναι σίγουρη αν το είπε ή αν μονάχη της το φαντάστηκε (μόνο τώρα συμπέραινε η Ζωή πως όλα γίνηκαν για να μη φοβηθεί ο ίδιος ακούγοντας τα λόγια του), και της είχε ομολογήσει: Σε δύο χρόνια από σήμερα θα σ’ αγαπώ τόσο που δεν θα βλέπω αν σου λείπει μύτη, αυτί ή δόντι… Βαρύς τότε ανάμεσά τους ο αέρας ξαφνικά, πηχτός. Γιατί μόλις γνωρίστηκαν τα μάτια τους ήταν ακινητοποιημένα και καυτά στο μαρμάρινο τραπέζι όπου έπιναν το πρώτο τους κρασί, μετά ψυχρά και νευρικά πάνω στο ίδιο μάρμαρο και δεν τους κατέβαινε γουλιά κρασί. Πυκνές τελείες θα τύπωνε κάποιος, 0αν ήθελε να κάνει ετούτη τη στιγμή γραπτό.
Σε δυο χρόνια από την ημέρα της δήλωσής του, χωρισμένοι πια με τον Νικήτα, περπατώντας ξέγνοιαστη ανάμεσα στο πλήθος –πάντα ουρανοκατέβατη έρχεται η ανάμνηση– είδε ζευγάρι ηλικιωμένων πιασμένο αγκαζέ, κι η γυναίκα να κοιτά τον σύντροφό της με λατρεία. Εκείνος με έναν τεράστιο σκούρο λεκέ στο μισό πρόσωπο, από το μάτι μέχρι το πηγούνι, αλλά εκείνη να τον κοιτά με το βλέμμα που είχαν κάποτε υποσχεθεί στην ίδια: αφοσίωση, έρωτας, λαγνεία. Τους προσπέρασε τότε με καρδιοχτύπι  ζήλειας. Γιατί σε μένα όχι;
Θα ήθελε, αναλογιζόταν τώρα ανάμεσα στις τάφρους των νεκρών, να είχε ένα τέτοιο σημάδι με αντάλλαγμα ένα τέτοιο βλέμμα; Έκανε μια κίνηση να φύγει – είχε τελειώσει πια τις υποχρεώσεις της και ήταν έτοιμη να πάρει μαζί της τούτη την απορία, βάσανο και υπαρξιακό κενό στο σπίτι, αλλά το αριστερό της πόδι, που μελαμψό με τις φλεβίτσες να πληθαίνουν γύρω από τα σφυρά, την μαχαίρωσε για ακόμη μια φορά κι έλαβε την απάντηση: Τελικά δεν μου χρωστάς, Νικήτα. Είμαι εγώ αυτή που στέκεται πάνω απ’ το μνήμα, όχι το αντίθετο. Κι απομακρύνθηκε ήσυχη και περήφανη, χορεύτρια που λικνίζει το μαύρο της πανωφόρι μόνο απ’ τ’ αριστερά ανάμεσα στα λευκά μάρμαρα. Οι βαλίτσες και οι κούτες στο σπίτι την περίμεναν ανοιχτές, και το εισιτήριο για Λέσβο ήταν για την επαύριο.





Από το μυθιστόρημα «Γιούκα η ηδονοβλεψίας», εκδ. Νησίδες, 2017.