Παρασκευή, 30 Ιουνίου 2017

Δημήτρης Γ. Παπαστεργίου, "Έλαβον"





ΙΑΣΙΣ
(ΒΕΡΟΙΑ 51 μ.Χ.)


Στο κράσπεδο σαν μια βρισιά στέκω των αμαξάδων
Πέφτουν απόνερα θολά δημοφιλούς πορνείου
Επάνω μου, στην Αγορά, ο οίκτος των γερόντων
Το βλέμμα το ειρωνικό νέων του Γυμνασίου
Και τ’ άγγιγμα το παγερό των τοίχων του σπιτιού μου

Σου φέρνω δυο ειδώλια απ’ τον Μηνά φτιαγμένα
Κτερίσματα του τάφου μου έξω απ’ τη βόρεια πύλη
Μια προσφορά από σένανε να ’χω στον άλλον κόσμο

Κάποιος Εβραίος ομιλεί λίγο έξω απ’ τα τείχη
Δεν πρέπει να ’ναι φωνασκός μα δάσκαλος αιρέσεως
Που, αν πιστέψεις, θα σβηστεί και η στερνή ευχή μου:

“Ας ήμουν Άδωνης νεκρός για λίγο οίκτο μόνο
Δάκρυα λουλούδια οι θρήνοι σου να πέφτουν στο κορμί μου”

Τώρα που είμαι ζωντανός δεν έχω μια ματιά σου





ΜΗΧΑΝΗ ΚΟΠΗΣ ΠΟΙΗΜΑΤΩΝ


Τη μηχανή κοπής ποιημάτων
Στο υπόγειο να την έχετε
Σαν πολύγραφο της Κατοχής

Ανάγκη να μην έχετε
Όταν ο θεός φυσάει
Και ο διάβολος σκορπάει





ΑΠΟΔΡΑΣΗ


Με κίτρινες φυλλάδες διπλωμένες για το κρύο
στα ρούχα μου και κόκκινες γραμμές,
με γκρίζες ζώνες στην ψυχή μου
μια νύχτα σαν τον Εμπειρίκο θ’ αποδράσω·
αχάραγα
διαβαίνοντας από τα κούφια οράματα των ξένων
των πολλών,
όπως σκουλήκι που από κούφιο κόκαλο διαβαίνει.

Το λάβαρο ανεμίζοντας της ηδονής εξαίσια,
γαλάζια, πράσινα, ερυθρά φλάμπουρα
θα αντιχαιρετίσω
ζωηρά, καθώς να είναι ο οίστρος του θανάτου.

Πρέπει σκληρά
να εξασκηθώ να ελκύω το Ωραίο.





ΠΡΟΣΕΥΧΗ (ΣΤΗ ΜΟΥΣΑ)

                                                  Άγριος ο Θεός, άγιος
                                                  Ορυκτός
                                                  Άγιος ο Θάνατος
                                                  Ελέησον ημάς


Από το βλέμμα σου να εκπορεύονται όλα
Μέσα στη δίνη του να ζω και ν’ αναπνέω
Θέλω να αισθανθώ τις άγιες ηδονές σου
Να τις αγγίξω, να τις δω, να τις ακούσω

Ουράνια δεσμά τα “Σ’ αγαπώ” στη σκόνη
Χνώτα στο τζάμι από έρωτα θεάς
Φώσφορος αστεριών οι δαχτυλιές στους τοίχους
Κι από κραγιόν μισά φεγγάρια στα σεντόνια

Έλα και κάνε με οργισμένη εφηβεία
Κοτσύφι ανέμελο στο χιόνι του θανάτου
Θέλω και πάλι να σε νιώσω απ’ την αρχή

Απ’ το χαμόγελό σου να εκπορεύονται όλα
Την αγιοσύνη σκότωσε της άγριας μοναξιάς μου
Ν’ αγιάσει ο άνθρωπος ξανά στη νέα του Εδέμ

                            Δι’ ευχών των αγρίων Πατέρων ημών...





ΣΥΝΔΙΚΑΛΙΣΤΙΚΟ


Να πώς περνούν τα χρόνια:
Βαστάζος του ενός
Εμψυχωτής του άλλου
Ενισχυτής κάποιου τρίτου...

Οικοδόμος ξένων μύθων
χωρίς ένσημα και δώρα

Στο τέλος
μόνος
λίγος
ελαφρύς





Από τη συλλογή «Έλαβον», εκδ. Σαιξπηρικόν, 2017.

Τετάρτη, 28 Ιουνίου 2017

Ιγνάτης Χουβαρδάς, "Αγώνες ξιφομαχίας με ένα αγοροκόριτσο"




Τι θέλεις από μένα;


Ήταν πολλά αυτά που δεν καταλάβαινε ο Μιχάλης στη Βέρα και πολλά τα παράπονα για τον τρόπο που του φερόταν. Πολλές φορές δεν τον ειδοποιούσε κι επέλεγε άλλη συντροφιά για καφέ τα μεσημέρια. Ακόμα χειρότερη ήταν η αίσθηση τα βράδια, που εξαφανιζόταν, δεν έστελνε κανένα μήνυμα, επέλεγε άλλες παρέες και δεν τον ενημέρωνε καθόλου.
Ένα μεσημέρι ο Μιχάλης την πίεσε σε αυτό το θέμα, η Βέρα άκουγε τα παράπονά του και κάποια στιγμή τον ρώτησε: “τι θέλεις από εμένα;”
Μέχρι εκείνη τη στιγμή ο Μιχάλης ένιωθε στη συζήτηση κυρίαρχος του παιχνιδιού, πως όλο το δίκιο είναι με το μέρος του. Αλλά στην ερώτηση της Βέρας, πιάστηκε απροετοίμαστος, αιφνιδιάστηκε, δεν ήξερε τι να απαντήσει. Ψέλλισε κάποια μισόλογα αλλά στην ουσία απάντηση δεν έδωσε. Ήταν ξεκάθαρο πως με μια απλή ερώτηση τεσσάρων λέξεων, ο Μιχάλης βρέθηκε σε θέση άμυνας, να προσπαθεί να δικαιολογηθεί απέναντι σε μια άλλη πραγματικότητα, τελείως διαφορετική από εκείνη την οποία διαχειριζόταν μέχρι τώρα.
Λογικά η απάντηση του Μιχάλη θα έπρεπε να είναι: “Θέλω να είμαστε μαζί”. Όμως αν την έλεγε, τότε αμέσως θα ερχόταν το σχόλιο της Βέρας “πώς να είμαστε μαζί, αφού ζεις με τη μητέρα σου”. Τέτοια παρόμοια συζήτηση είχε γίνει κι άλλες φορές στο παρελθόν κι η έκβαση ήταν ανάλογη. Η Βέρα θα έλεγε “μπορείς να είσαι μόνο μαζί μου, να τακτοποιήσεις τα πράγματα στο σπίτι σου και να είσαι ελεύθερος, μπορείς;” Και τότε ο Μιχάλης κάτι θα συλλάβιζε, θα έλεγε πως είναι ελεύθερος κι η Βέρα θα επέμενε αλλάζοντας τα αρχικά της λόγια “και πώς να γίνουμε ζευγάρι, πώς να πείσω τον αδελφό μου και τους γονείς μου όταν έχουμε τέτοια διαφορά στα χρόνια;” Κι ίσως να συμπλήρωνε κάτι που το είπε και στο παρελθόν “δεν είσαι μια περίπτωση που έχει μέλλον, είσαι μια λάθος επιλογή”.
Όλα κολλούσαν λοιπόν κυρίως στη διαφορά ηλικίας που απέτρεπε τη Βέρα να δει τον Μιχάλη στα πλαίσια ενός σοβαρού δεσμού. Μια λεπτομέρεια που με την παραμικρή της υπενθύμιση άλλαζε το τοπίο στην επικοινωνία τους, ένα στοιχείο που κατάφερνε από μόνο του να σβήνει όλα τα ατοπήματα της Βέρας και να παρουσιάζει τον Μιχάλη υπόλογο για όλες τις αστοχίες, τα λάθη, τις κακοτοπιές. Οποιαδήποτε επίθεση του Μιχάλη, οποιοδήποτε παράπονο έσβηνε και χανόταν όπως τα μικρά κυματάκια που σκάζουν στη στεριά.
Ήταν μια ερώτηση που τον ακολουθούσε και στο σπίτι, μια ερώτηση αφοπλιστική. Κι ο ίδιος ο Μιχάλης αναρωτιόταν τι πραγματικά θέλει από τη Βέρα. Τι θα μπορούσε να θέλει. Τι είναι αυτό για το οποίο θα μπορούσε να την κατηγορήσει. Θέλει τόλμη για να ανοίξει ο Μιχάλης τον κατάλογο με τα “θέλω” του. Για λέγε Μιχάλη, τι θέλεις;
− Θέλω να βγαίνεις με τι παρέες σου, να διασκεδάζεις, να είσαι απόλυτα ελεύθερη αλλά να μου εγγυηθείς ότι μόνο εγώ θα είμαι ο ερωτικός σου σύντροφος.
− Θέλω να με ενημερώνεις για τις εξόδους σου, απλά να με ενημερώνεις.
− Θέλω να μου στέλνεις μια γλυκιά “καληνύχτα”. Θέλω γενικά να με τυλίγεις με αισθήματα, να νιώθω την ψυχή σου, να ακούω την καρδιά σου, να νιώθω ότι με αγαπάς.
− Θέλω όταν έχω κάποιο πρόβλημα, να έχω την άνεση να σου το εκμυστηρεύομαι, να έχω τη ζεστασιά της αγκαλιάς σου, να έχω τη βοήθειά σου.
− Θέλω έστω και στο ελάχιστο, τα κομμάτια της ψυχής μου να είναι σπόροι που φυτρώνουν μέσα σου, να νιώθω ότι ένα κομμάτι του εαυτού μου έγινε δικό σου.
− Θέλω να περπατώ μαζί σου, να συζητώ μαζί σου, να σε βλέπω, να σου προσφέρω αυτά που λαχταρώ.
− Θέλω, τρομάζω για αυτό που θέλω, θέλω να γίνω εσύ κι εσύ να γίνεις εγώ, να αλλάξουμε ταυτότητες, να γίνουμε μια ύπαρξη. Σε θέλω…
Κι ο κατάλογος θα είχε συνέχεια, είναι ένας κατάλογος που κάθε μέρα θα εμπλουτίζεται. Όμως όλα αυτά τα “θέλω”, κοινότυπα αλλά ουσιαστικά και αληθινά, δεν τον κάλυπταν, έμοιαζαν πολύ θεωρητικά, πολύ αόριστα, ίσως το πιο αληθινό “θέλω” ήταν ο ίδιος ο φόβος που ένιωθε ο Μιχάλης για τον εαυτό του, γιατί ο Μιχάλης δεν μπορούσε να ορίσει τα όρια αυτού του “θέλω”. Τι θα μπορούσε να θέλει ο Μιχάλης;
− Θέλω να σε κάνω δική μου, να σε υποδουλώσω, να μην αναπνέεις για άλλον άνθρωπο πέρα από εμένα. Θέλω να ζεις και να αναπνέεις για μένα, μόνο για μένα. Θέλω κατά βάθος να σε γεμίσω με το “είναι” μου, να είσαι ΕΓΩ, μόνο ΕΓΩ, όλη σου η ύπαρξη να είναι το δικό μου εγώ. Θέλω να σε αφανίσω για να μην υπάρχεις εσύ αλλά εγώ, να σε εξουδετερώσω, να μην κάνεις ό,τι θέλεις εσύ γιατί απλά αυτό που θέλεις είμαι εγώ, θέλω να είμαι ολόκληρος μέσα σου, να είμαι αποκλειστικά και μόνο εγώ ο άνθρωπός σου.
“Τι θέλεις από εμένα;”, ρώτησε η Βέρα κι ο Μιχάλης τρόμαξε με τον ίδιο του τον εαυτό, με τα “θέλω” του, με την ψευδαίσθηση που δημιουργεί το σεξ ότι ο άλλος είναι δικός σου. Ίσως έπρεπε να μην κάνει σεξ με τη Βέρα, να μην κάνει καθόλου σεξ, από τη στιγμή που έκανε ήθελε να ξανακάνει, το μυαλό του ήταν συνέχεια να βρει τρόπο να ξανακάνει σεξ με τη Βέρα κι όσο έκανε, τόσο πιο πολύ τη συνήθιζε τη Βέρα, την ήθελε, ήθελε να μαθαίνει τα πάντα γι’ αυτήν, τον ενδιέφερε η παραμικρή λεπτομέρεια πάνω της, το κάθε της λεπτό, το κάθε της δευτερόλεπτο, η κάθε ανταύγεια στη σκέψη της, το κάθε τρεμούλιασμα στο βλέμμα της. Τον ενδιέφεραν τα πάντα πάνω της. Είχε γίνει η σκιά της, στην κυριολεξία. Είχε γίνει ο Μιχάλης το ίδιο της το βήμα, τα δρομολόγια που έκανε, οι δουλειές της, οι παρέες της. Όταν ήταν μακριά της, τότε ήταν ακόμα πιο κοντά της, είχε καταφέρει ο Μιχάλης να διαβάζει τη σκέψη της, να παρεισφρέει στην περιπλοκότητα του ψυχισμού της, στη ρευστότητα της ίδιας της γυναικείας της φύσης. Ήταν συνέχεια σε εγρήγορση ο Μιχάλης, συνέχεια σε ένταση, συνέχεια να τη σκέφτεται, “τι κάνει;”, “πού είναι;”, “γιατί του μίλησε έτσι;”, “τι θα μπορούσε να μηχανεύεται τώρα;”, “είναι αλήθεια αυτό που λέει τώρα ή ψέμα για να ξεφύγει;” Και τα ερωτήματα να επιμηκύνονται, να ανανεώνονται, όλοι οι δρόμοι να έχουν το άρωμά της, το βάρος της, την αναπνοή της. Όχι δεν έπρεπε να κάνει με τη Βέρα σεξ, όχι δεν έπρεπε ούτε το πρώτο φιλί να δώσει μαζί της, δεν έπρεπε να αφεθεί, δεν έπρεπε να γίνει η αρχή. Τώρα δεν ξέρει τι θέλει, ή μάλλον αυτό που θέλει είναι τόσο υπερβολικό που τον τρομάζει, που τον ταράζει συθέμελα, που δεν μπορεί να το ελέγξει.
Ίσως οι πιο γαλήνιες μέρες και οι πιο γαλήνιες νύχτες ήταν εκείνα τα σπάνια διαστήματα που η Βέρα έλειπε από την πόλη, είχε πάει κάποιο ταξίδι κι απουσίαζε. Τότε ο Μιχάλης ένιωθε να ξαλαφρώνει, να απολαμβάνει τη χαλαρότητα των ωρών, των ημερών. Να κυκλοφορεί στην πόλη και το βλέμμα του να είναι ήρεμο, διερευνητικό, με καλλιτεχνικές ανησυχίες, με την επιθυμία να δοθεί στις λεπτομέρειες στον περίγυρό του, με τη βεβαιότητα ότι ο κόσμος γύρω του υπάρχει και δεν είναι ο κόσμος αυτός μόνο η Βέρα.
Δεν μπορούσε ο Μιχάλης να προσδιορίσει τι ακριβώς ήθελε από τη Βέρα, ήταν μια ερώτηση τόσο απλή, με απαντήσεις το ίδιο απλές −κι όμως αυτή η ερώτηση τον προβλημάτισε πάρα πολύ, γιατί αυτή η ερώτηση άνοιγε ένα πηγάδι, τη βαθιά χοάνη της ψυχής του, όπου κρύβονταν επιθυμίες και αλήθειες που ένιωθε ανέτοιμος να αναμετρηθεί μαζί τους και να τις αντέξει.
Κάποια στιγμή, όπως ήταν στο σπίτι του ο Μιχάλης, βρήκε τρόπο για να απαλλαγεί από τις επίμονες ενοχλήσεις αυτού του ερωτήματος. Θυμήθηκε το απόγευμα που πέθανε ο πατέρας του, το τηλεφώνημα της αδελφής του, εκείνο το περίεργο άδειασμα μέσα του. Ήταν απόγευμα Δεκεμβρίου, αργά τη νύχτα ξεκινούσε με το αυτοκίνητο για τη Θεσσαλονίκη. Θυμάται τα δέντρα, τα βουνά, τα φώτα των χωριών, τα φώτα της Κομοτηνής, της Ξάνθης, της Καβάλας, της Ασπροβάλτας, τις λίμνες που ακίνητες τον κοιτούσαν με αυτό το πελώριο ανεξιχνίαστο ύφος που πάντα ήταν θλιμμένο και τώρα απλά βουβό, θυμάται που πάρκαρε έξω από το πατρικό του σπίτι, τον πατέρα δεν τον είδε, τον είχαν στο ψυγείο του νοσοκομείου, θυμάται τις ώρες μέχρι να ξημερώσει, τη μητέρα του αμίλητη, βυθισμένη σε ένα απέραντο σκοτάδι γεμάτο απαρηγόρητα δάκρυα. Θυμάται την αδελφή του να του μιλάει για ιστορίες από την παιδική τους γειτονιά στην Κοζάνη, κάποια στιγμή να τους πιάνει νευρικό γέλιο και να χαζογελάνε, ύστερα να λύνεται η αδελφή του σε ένα μακρόσυρτο κλάμα, ο ίδιος ήταν ψύχραιμος, σχεδόν έμοιαζε αναίσθητος, παγερός και απόμακρος, κάτι σκίρτησε μέσα του από ένα στεφάνι στην εξώπορτα της πολυκατοικίας από τους παλιούς συναδέλφους του πατέρα του, ύστερα τον αντίκρισε στο παρεκκλήσι του νεκροταφείου, σκέφτηκε μέσα του πως το μέτωπό του είναι τελείως κρύο, σχεδόν παγωμένο, τον ενόχλησαν τα βαμβάκια που είχαν βάλει στη μύτη του, ακολούθησε την πομπή, τον είδε που τον έβαζαν στο λάκκο, οι πρώτες φτυαριές, η αργή και σκυφτή αποχώρηση του λίγου κόσμου που ήρθε, ήταν κι η Δέσποινα η πρώην γυναίκα του δίπλα του, είχε έρθει στο ξόδι πάνω, του είχε πιάσει το χέρι, κι ύστερα στην αίθουσα όπου μαζεύονται οι παριστάμενοι για το κονιάκ, το χειμωνιάτικο σκοτάδι να έχει πέσει βαρύ και τότε η αδελφή του, η Κατερίνα, του λέει “ξέχασα το μπουφάν” και πήγε να το φέρει, να περπατά ανάμεσα στους τάφους, με το θαμπό φεγγοβόλημα από τα καντηλάκια των νεκρών, τις φωτογραφίες τους, “δεν μπορώ να καταλάβω γιατί η φωτογραφία πρέπει να δείχνει τον αποθανόντα στα γεράματα”, είναι βέβαια και οι νεαρές ηλικίες, μια σιωπή απειλητική και αγριευτική, “να ψάχνω το δικό μας τάφο, εκεί που έθαψαν τον πατέρα μου, με τη μυρωδιά του φρέσκου χώματος”, “φοβάμαι πατέρα”, “εσύ που μου πρόσφερες τόσα πολλά, εσύ που μου έπιανες το χεράκι μέχρι τώρα, εσύ πατέρα”, “πόσο φοβάμαι”, άρπαξε ο Μιχάλης το μπουφάν, κοίταξε τον φρεσκοσκαμμένο τάφο του πατέρα, με νωπή την υγρή μυρωδιά του χώματος, και με βήμα βιαστικό πήρε το δρόμο της επιστροφής, φοβόταν ότι δε θα βρει το δρόμο, θα χαθεί, θα μείνει μόνος ολομόναχος ανάμεσα στους τάφους, με την αγέρωχη και ψυχρή παρουσία από τα κυπαρίσσια, ναι τότε, “θα ήθελα να μου φωνάξεις, να με πλησιάσεις, να μου πιάσεις το χέρι, να μου δείξεις το δρόμο, προς το φως, το βουητό των ανθρώπων, την πορεία προς τα έξω”.





Απόσπασμα από το μυθιστόρημα «Αγώνες ξιφομαχίας με ένα αγοροκόριτσο», εκδ. Οδός Πανός, 2017.

Δευτέρα, 26 Ιουνίου 2017

Έφη Καλογεροπούλου, "Χάρτης ναυαγίων"





ΑΝΑΛΗΨΗ


Έγινε νησί απελπίστηκε
σωρός από σκοτάδι
ξεδίπλωσε τον εαυτό του έξω απ’ την πόρτα
τώρα μπορεί να τον δει ολόκληρο τον εαυτό του
φεύγει ψάχνει επιστρέφει
κρατά φακό φωτίζει το τρύπιο του καπέλο
βρίσκει το ρολόι, ρολόι τσέπης γίνεται χρόνος
πατά στη ζυγαριά μετρά θερμοκρασία
τον βρίσκει κι από χιόνι πιο ελαφρύ παράξενο
η θάλασσα γύρω του έχει δίχτυα ο βυθός
σφουγγάρια κι η νύχτα κόκκινους αγγέλους
μια σωματική ανάμνηση που λιώνει τον κυκλώνει
δελφίνια ψάρια στα βαθιά κι ένα άλογο λευκό
καλπάζει χρόνια
από πού ήρθε; Πού πηγαίνει;

Στον επόμενο τόνο η νύχτα πίνει οινόπνευμα
μασάει νικοτίνη
ντύνεται πουλί πετά
κλείνει τα μάτια
είναι παντού
βρέχει φωτιά
κι αστέρια





ΔΟΚΙΜΑΣΙΑ


Για να συναντηθούμε
πρέπει να διακινδυνεύσουμε
την απόσταση του άλλου
μια απόσταση φωνών
ντυμένοι μυθιστόρημα
ξεχασμένοι από τρυφερότητα
παραδομένοι στην απόγνωση
έρποντας ή ακόμη και στα τέσσερα
δοσμένοι σ’ ένα ανομολόγητο παιχνίδι
πένθους
αφής
σφαγής








ΣΦΑΛΜΑ ΤΥΧΑΙΑΣ ΔΙΑΔΡΟΜΗΣ


Είμαστε η χαμένη δυνατότητα
οι λέξεις που δε γίναμε
τα παιδιά που πέφτουν απ’ τα όνειρά μας
ξημερώματα
οι δρόμοι τα αδιέξοδα και οι ατέλειωτες
χειρονομίες τους
οι άδειες θέσεις δίπλα στου τρένου
το παράθυρο

Είμαστε το λίγο
του χρόνου το ελάχιστο

Το ολομόναχο του κόσμου
είμαστε
η σκόνη του σκοτωμένου χρόνου





ΘΑΛΑΣΣΑ


Γιατί είναι η αγάπη μια θάλασσα ολόκληρη
βλέμμα πριν το βλέμμα
γη δίχως εξουσία
πόρτα ανοιχτή
σιωπή ξεκλείδωτη

Γιατί είναι η αγάπη
το ολόκληρο
το ανερμήνευτο
το καθαρό το αίμα της θυσίας
ο βυθός του Καλού
η γνώση της απώλειας
το πηγάδι που αναβλύζει
το τέλος του θανάτου








ΓΗΤΕΥΤΕΣ


Κι αφού σ’ αγαπώ οφείλω να είμαι κάτι περισσότερο
από σπασμένος καθρέφτης
ναι από απελπισία γίνονται τα θαύματα
και πίστη
γι’ αυτό κρεμασμένοι στη δική μας κόλαση
υπέροχα πλανημένοι
θα μεταμορφώσουμε το βαθύ της νύχτας φως
σε άσπρο λευκό χιόνι ελαφρύ
γητευτές πουλιών διάφανοι
θα ονειρευτούμε πως ονειρευόμαστε ακόμη
γιατί το θαύμα έχει μια μοίρα μυστική
και το συνήθειο να μυρίζει πάντοτε
θάλασσα ανάσταση κι αγάπη





Ο ΚΗΠΟΣ ΤΩΝ ΑΝΑΜΝΗΣΕΩΝ


Νύχτωσε
σκοτείνιασε αλλά στο βάθος
φέγγει πάντα ο κήπος όπου περπατώντας
ξεφυλλίζεις το ανεξήγητο

Πόσα
βλέμματα ρόδων ψηφίδες ζωής
κόπηκαν βίαια κι έπεσαν στη χλόη
φύλλων θροΐσματα κελαηδισμοί πουλιών
ανάλαφρα φτερουγίσματα ονείρων
δραπέτευσαν από εφιάλτη παιδικό
άστρων μικρές κραυγές σημάδεψαν
για πάντα το κενό

Κι ακόμη
δρομάκια λιγότερο επικίνδυνα
από κείνα που δε ζήσαμε ποτέ





Από τη συλλογή «Χάρτης ναυαγίων / Chart of shipwrecks», εκδ. Μετρονόμος,
σειρά Ποιείν, 2017.
Δίγλωσση έκδοση. Απόδοση των ποιημάτων στα αγγλικά: Γιάννης Γκούμας. 

Παρασκευή, 23 Ιουνίου 2017

Κατερίνα Καριζώνη, "Σκοτεινός χρόνος"





ΥΠΟΤΙΜΗΣΗ


Ήταν κάποτε ένας φτωχός σαλδαμάριος*
                                    στην Κωνσταντινούπολη
που έκλεισε το μαγαζί του ένα βράδυ
μηνί Μαρτίω ινδικτιώνος του 1351 μ.Χ.
ημέρα που έγινε μια διαστροφή του κέρματος
πέσαν απότομα τα χάλκινα κι ανέβηκε ο χρυσός
κι έχασαν την αξία τους οι λιγοστές εισπράξεις του.

Πώς γύρισε άραγε στο σπίτι του
τι είπε στη γυναίκα του
και πώς εξήγησε στα ανύποπτα παιδιά του
τι σημαίνει να μη σε λογαριάζει ο καιρός
να τριγυρίζεις με άδεια χέρια μες στα εμπορεία
− κι ας γράφουν κάποτε οι ιστορικοί του μέλλοντος
περί των νομισματικών υποτιμήσεων
στο ύστερο Βυζάντιο
και άλλα μεγαλόσχημα.

Μάλλον δεν είπε τίποτα ο σαλδαμάριος
μόνο ανέβηκε σ’ ένα ξύλινο σκαμνί
πήρε λίγο κρασί αραιωμένο απ’ το φανάρι
ένα μικρό κρεμμύδι κι ένα πιατάκι γάρο αλμυρό
έριξε μια ματιά στον Βόσπορο
και κάθισε να φάει.



________
* Σαλδαμάριος: μπακάλης





Ο ΠΑΣΒΑΝΤΗΣ


Πάντα με τρόμαζε
η ιστορία του πασβάντη
εκείνου του μυστήριου νυχτοφύλακα.
Περνούσε μια στις δώδεκα και μια στις τρεις
έξω από τα κλειστά παντζούρια της Κομοτηνής
χτυπώντας ρυθμικά την ξύλινη μαγκούρα του.
Περνάει ο πασβάντης, έλεγε τραγουδιστά
ύστερα φυσούσε ένας ξαφνικός αέρας
και τον έπαιρνε σφυρίζοντας.

Λέγαν πως δεν κοιμότανε ποτέ
πως δεν φορούσε παπούτσια
αλλά σιδερένιες οπλές
κι ένα παλιό αμπέχονο
                       από κάποιον σκοτωμένο.

Καμιά φορά, όταν το φεγγάρι γέμιζε
                                         μεταμορφωνόταν
σ’ έναν πελώριο αγριόχοιρο
κι άρπαζε τα κορίτσια.

Εκείνα τα χρόνια στην Κομοτηνή
δεν είχε ηλεκτρικό
παρά μονάχα λάμπες πετρελαίου καπνισμένες
και μνήμες που ήταν ακόμα νωπές, σαν πληγές.





ΜΝΗΜΗ


Πέρασαν τόσοι Φεβρουάριοι από τότε
ούτε καν μπορώ να θυμηθώ τη μορφή σου.
Χτες βράδυ ωστόσο πρέπει να ήσουν εσύ
γύριζες στους δενδρώνες της μνήμης
κρατώντας έναν ξεθυμασμένο φακό
ψάχνοντας για ένα κλειδί
                               χαμένο στα χόρτα.

Δεν θα ξανασυναντηθούμε, μου φώναξες
γιατί δεν υπάρχει χρόνος στο σύμπαν
ούτε πριν, ή μετά
ούτε αν, ούτε εφόσον
παρά μονάχα μια μικρή γέφυρα
που τρέμει στο βάθος του νου
                                       λεπτή σαν μεμβράνη
που φοβάμαι να την περάσω
παρά μονάχα ένα χάρτινο καραβάκι
που πλέει εδώ και χρόνια στα δάκρυα.

Πέρασαν τόσοι Φεβρουάριοι από τότε
στους δενδρώνες της μνήμης
αλλάζουν παράξενα οι εποχές
οι καρποί τους γλυκύφεγγοι
μοιάζουν με φεγγάρια
μέσα τους κοιμάται γαλήνια
μια όμορφη γυναίκα
που κατάπιε μια νύχτα
                            τρεις χιλιάδες παυσίλυπα.





Από τη συλλογή, «Σκοτεινός χρόνος», εκδ. Καστανιώτη, 2017.

Κυριακή, 18 Ιουνίου 2017

Σωτήρης Παστάκας, "Αλτσχάιμερ αρχόμενο"




ΕΝΑΣ ΦΙΛΟΣ


α΄

Είμαι κακός και το γνωρίζετε όλοι σας.
Σταματήστε να με ζωγραφίζετε,
να χύνετε τις μπογιές και τα χρώματα,
ξεπλύνετε τα πινέλα και σκίστε
το τελάρο. Πετάξτε από πάνω μου
αυτόν το λευκό μανδύα του ποιητή.
Σταματήστε επιτέλους να με φωτογραφίζετε
και να ζητάτε συνεντεύξεις.

Ένας κακός ευτυχισμένος άνθρωπος είμαι.



στ΄

Βγήκα από τον τάφο μου τον Δεκέμβριο
του δώδεκα Δευτέρα δεκαεφτά,
πεινούσα και δεν χόρταινα, δεν μπορούσε
να με νικήσει το όνομα, ο λόγος,
ο κόσμος. Κανένας δεν μου έδωσε το κλειδί
ούτε έμαθε ποτέ κανείς προς τα πού πήγα
ποια κατεύθυνση πήρα σε ποια καταλύματα
της μιας βραδιάς κοίμησα το κορμί μου. Κανένας

δεν ζητάει να μάθει τι όνειρα βλέπει ένας νεκρός.





ΜΙΑ ΠΟΛΗ


α΄

Μια πόλη φιλική
με ποτάμι και γέφυρες,
λεύκες πλατιές,
πυκνές ομίχλες,
μεγάλα καφενεία
μικρά τσιπουράδικα,
οτέλ με αυτοκρατορικά κρεβάτια
για τα παράνομα ζευγάρια,
δρόμους, δρόμους να τρέχουν
οι διαδηλωτές και οι κουκουλοφόροι.
Φωνάζουν αλλά δεν τους ακούω,
δεν τους ακούτε,
δεν τους ακούνε στις Βρυξέλλες.
Περνάνε οι διαδηλωτές
με τα ταμπούρλα,
τις σημαίες
βουβό πλάνο του Αγγελόπουλου,
σε μια κωφάλαλη πόλη.





ΕΝΑΣ ΑΝΔΡΑΣ


β΄

Δεν έσφαλα αρκετά. Έπρεπε να επιμείνω
λίγο περισσότερο, να επιδείξω μεγαλύτερη
επιμέλεια, εργατικότητα. Να επεξεργαστώ
το έμφυτο ταλέντο μου στην παρανομία,
τα κτυπήματα κάτω από τη μέση. Να εκ-
μεταλευτώ το χαμογελαστό μου πρόσωπο,
να τους εξολοθρεύσω όλους κι όχι να λα-
βω αυτή τη μεταλαβιά της συγχώρεσης μετά.

Όχι, δεν αμάρτησα αρκετά, το παραδέχομαι.



ζ΄

Τελευταία είμαι χαρούμενος λένε. Λένε
για μένα πως αυτό εκείνο και το άλλο.
Ακούω μέσα μου φωνές πως το τάδε έτος
και ξεσπούν γέλια. Ζητωκραυγές. Έκανα
πολλά και ξέχασα περισσότερα. Κάποιες γυναίκες
με φωνάζουν Σταμάτη αλλά δεν γυρίζω
να τις κοιτάξω. Ψευδείς αναμνήσεις
μού φτιάχνουν το κέφι. Θα ξυπνήσω

με ένα καλό προαίσθημα τη μέρα που θα πεθάνω





Από τη συλλογή «Αλτσχάιμερ αρχόμενο», εκδ. Μελάνι, 2017.

Πέμπτη, 15 Ιουνίου 2017

Αντώνης Φωστιέρης, "Το θα και το να του θανάτου"





ΤΟ  ΘΑ  ΚΑΙ  ΤΟ  ΝΑ  TOΥ  ΘΑΝΑΤΟΥ


Έτσι λοιπόν χωρέσανε στα μάτια σου τόσες κοινές
        ασήμαντες εικόνες
Ποιος θα ’χει χρόνο κάποτε να βυθιστεί στη λίμνη μιας
        ανάμνησης
Η αιωνιότητα κρατάει τόσο λίγο
Όμως, δε γίνεται, θα υπάρχει κάπου μια μικρή δικαιοσύνη
        να εξηγεί
Με ποιες προθέσεις φεύγει ένας άνθρωπος
Με πόσα θα και πόσα να που ψιθυρίζει ο θάνατος
Σβήνει ασυλλόγιστα ολόκληρη ζωή
Αφού, το ξέρεις, ένα μόλις δευτερόλεπτο αρκεί
        ν’ αλλάξουν τώρα δυο φτερά τη ρότα τους
Και, μην ακούς, τα δευτερόλεπτα πληρώνονται ακριβά
Γι’ αυτό κι ο άνθρωπος εκείνος φεύγει απένταρος
Με τον πνιγμένο ρόγχο ενός κυνηγημένου
Λεπτά χρειάστηκε λεπτά
Χιλιάδες δευτερόλεπτα
Για ν’ αγοράσει τί; ασήμαντες εικόνες
Μα πώς μπορεί να ξεχρεώσει τώρα πού να δανειστεί
Πόσες εικόνες να πουλήσει απ' την ανάμνηση
Μια δυναστεία εικόνες παλιωμένες
Γεννοβολάνε τα λεπτά κι ο τόκος βγαίνει αβάσταχτος −

                  Κανείς λοιπόν δεν έχει να πληρώσει;





ΣΤΗΝ  ΑΡΓΥΡΗ  ΣΕΛΗΝΗ


Σελήνη να ’ναι αλήθεια ότ’ είσαι από ασήμι;
Κι όλοι αυτοί που στο βελούδο της προθήκης στέκονται
Αρθρώνοντας ψιθύρους αισθημάτων
Άραγε
Σε ρίχνουνε στο τάσι του ματιού ζυγίζοντας
Βάρη κι αξίες;
Δε βρίσκω άλλη εξήγηση. Πώς μαγνητίζεις
Τον πόθο της απόκτησης και αλλοπαρμένοι
Ανοίγουν τις κουρτίνες βιαστικά ή απ’ το μπαλκόνι
Ορμάνε να σε δουν. Ουράνια δόκανα
Στην έχουνε στημένη. Κι έχουν στείλει δυο αρκούδες να
        οσμίζονται
Τα βήματά σου. Πρόσεξε
Το βέλος του Τοξότη, φυλάξου απ’ το φαρμάκι του Σκορπιού.
Σελήνη, θα ‘ναι αλήθεια ότ’ είσαι από ασήμι. Δέξου το
Πως μόνο εκείνο που μπορεί να πουληθεί έχει τιμή και είναι
Απ’ όλους σεβαστό. Απ’ όλους μας τιμώνται οι πουλημένοι.
        Διάβολε
Δέκα χιλιάδες στίχοι έχουν γραφτεί για σένανε
Κι ούτε για δείγμα ένας που να πει
Τα στοιχειώδη. Ούτ' ένας αργυραμοιβός που να τολμήσει
Ξεκάθαρα μια προσφορά.
Το απρόσιτο μένει συχνά στο ράφι.
Κι ας το ορέγονται.
Κάνε λοιπόν εσύ το πρώτο βήμα
Τώρα που ολόκληρη σε βλέπω κι αυγωμένη
Γιατί απ’ αύριο θ' αρχίσεις να φυραίνεις
Κι έπειτα
Ποιος θα βρεθεί τα ωραία λεφτά του να πετάξει
Για το ασήμι σου
Το σώμα σου
Το εφήμερο
Το ελλιποβαρές.





ΚΑΤΟΙΚΙΔΙΟ  ΔΑΣΟΣ


Στο δροσερό σαλόνι σας θροΐζει ένα δάσος.
Αυτά τα έπιπλα που ακούτε ν’ ανασαίνουν
Φυλάνε ακόμα ενστικτώδη φτερωτά
Μες στα φυλλώματα. Κι αν τρίζουνε
Κάθε που μπαίνει νέος επισκέπτης
Θα ’ναι που νιώθουνε κρυμμένο το τσεκούρι
Να τροχίζεται. Σε ανώδυνο χαμόγελο
Αβροφροσύνης τούτη τη φορά.
Τις νύχτες αλαφιάζονται
Και το χοντρό τους νύχι από ρίζα
Χώνεται
Στον βράχο του τσιμέντου. Οι κλώνοι τους
Ρημάζουν τα ταβάνια − να οι ρωγμές
Του ξύλου που μουγκρίζει. Αφήστε τα·
Ούτε µ’ αλήθεια ούτε με πλάνη λειαίνονται
Οι ρόζοι σε μια φλούδα γηρατειών· αφήστε τα.
Κι αν το τικ-τακ του σκουληκιού υποδύεται
Το χτύπο της καρδιάς τους
Αυτά ονειρεύονται το ηρωικό λαμπάδιασμα
Να ’ρθει επιτέλους να χωρίσει πνεύμα
Από κορμί
                        − Λάμψη και κάρβουνο.





Από τη συλλογή «Το θα και το να του θανάτου» (1987), που περιλαμβάνεται στον συγκεντρωτικό τόμο «Αντώνης Φωστιέρης - Ποίηση, 1970-2005», εκδ. Καστανιώτη 2008.

Δευτέρα, 12 Ιουνίου 2017

Μιχάλης Γκανάς, "Ακάθιστος δείπνος"





ΑΝΤΙΤΙΜΟ


Μόνο το φίδι ξέρει τι θα πει
ν’ αλλάζεις το πετσί σου,
γι’ αυτό του περισσεύει το φαρμάκι.





ΑΤΑΦΗ


Παράξενη λιτανεία μυστικών αγίων
στους δρόμους μιας πολιτείας πόρνης.
Τα μάτια τους βαθιά, φωσφορίζοντα,
τρελαίνουν τα σκυλιά και τους νοικοκυραίους.
Μια φυλή ονείρων επαναπατρίζεται στο αίμα μου,
λίκνο της πιο μεγάλης ξενιτιάς,
πονεί το αίμα μου σαν μυρμήγκι πληγωμένο,
απαρατήρητο, υπόγειο, εργατικό,
το αίμα μου αποκρίνεται σε καθετί που αγγίζω.

Βαθαίνεις την αφή μου ανυπόφορα,
μουσική πατρίδα,
άταφη σ’ όλα τα τραγούδια μου.





ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ

                                           στην Πόπη


Μπακίρι από Γιαννιώτη γανωτζή
να φέγγει να σπιθοβολάει το γέλιο σου,
τα λόγια σου να σκάνε μέσα μου
σαν τις χειρομπομπίδες.
Κορμί που λάχτιζες σαν αγριμάκι
προτού σε πάρει ο ύπνος,
τρεις νύχτες τώρα με διπλό προσκέφαλο
αχνίζω νικοτίνη,
τρέχω με ογδόντα πυρετό
ύστερα με διακόσια
τρελαίνομαι στις δημοσιές.
Κι η μοναξιά ένα μάθημα πικρό
κι ο θάνατος μια μαύρη κουβαρίστρα,
έλα με την αγάπη,
έλα με το νερό.
Μη λείψεις άλλο μη μ’ αφήσεις
παλάμη διάφανη κι ορθή καρδιά,
που σ’ αγαπώ που με τρομάζεις,
που μου ’δωσες ψωμί κι αστροφεγγιά
το μέταλλο του στήθους πάλι
και του κορμιού το κοιμισμένο τύμπανο.





ΤΡΑΓΟΥΔΙ


Να σ’ έχω δίπλα μου, να σ’ ανασαίνω
σα δημητριακό Ιούλη μήνα,
να ’σαι κοντά μου θημωνιά, πουλί
έκπληξη καθημερινή, έτσι που ανεβαίνεις
από τα μπάζα της φωνής σου
στο λυγμό.

Τραγούδι μου
κι εσύ μανάβη της φωνής μου,
ανάβεις σπίρτα μες στο αίμα μου,
ανάβεις το ξερό χορτάρι,
πέτρινο το γεφύρι πέτρινο
δεν καίγεται μαυρίζει.





ΕΥΝΟΙΑ


Στο σούρουπο
στα κρύα του Νοέμβρη
τα σπίτια μηρυκάζουν κούτσουρα.
Γροθιές σφιγμένες τα πουλιά
βρεγμένα, κρυωμένα
αλλά στη μέσα τσέπη της ζωής.






Από τη συλλογή «Ακάθιστος δείπνος» (1978), που συμπεριλαμβάνεται στον συλλογικό τόμο «Μιχάλης Γκανάς - Ποιήματα, 1978-2012», εκδ. Μελάνι, 2013.