Δευτέρα, 22 Οκτωβρίου 2018

Κατερίνα Καριζώνη, "Ποιήματα"




Μοιρασιά


Λοιπόν, σήμερα διάβαζα ένα δικό σου ποίημα
Από την εποχή που ακόμα σ’ επισκεπτόμουν
Μου κερνούσες νερό με λίγο δηλητήριο
έστρωνες ζάχαρη στο πάτωμα
σκιές στα παντζούρια
λύναμε ασκήσεις μαθηματικών,
έτρεμα τις απαντήσεις
που πάντα έδειχναν ότι κάπου έκανα
λάθος με τους ανθρώπους
Και είχα δυσκολίες με τους αριθμούς
γιατί η κοιλιά μου ήταν γεμάτη ιστορίες
Και πλακούντες με μελάνη από παλιά ποιήματα.

Πάντως μου άρεζαν τα ποιήματά σου, δεν το αρνούμαι
Όταν τα έτρωγα είχαν γεύση πικραμύγδαλου
Κι όταν τα άκουγα μου θύμιζαν σειρήνες πλοίων
Υπήρχε ωστόσο μια άσκηση που δεν λύσαμε ποτέ
Πώς και αν διαιρείται ένα ποίημα
Κι αν διαιρείται, πώς μοιράζεται
Κι αν μοιράζεται, ποιος παίρνει το χαρτί
Και ποιος το τραύμα
ποιος τα κιτρινισμένα συμπεράσματα
και ποιος τα λιγοστά, φθαρμένα ιμάτια του ποιητή.





Επίσκεψη στο γιατρό


Και ξαφνικά είδα τρεις καλόγριες
στο σαλόνι του γιατρού μου
Περίμεναν αμίλητες, καρτερικά τη σειρά τους
Σκυφτές, κρυμμένες στα κατάμαυρα ράσα τους
Τι είδους αρρώστια θα έχουν οι δύστυχες, αναρωτήθηκα
Εκείνες κοίταζαν συλλογισμένες την πόρτα του ιατρείου,
κάποια στιγμή βγήκε μια νοσοκόμα
                              με άσπρα και τις φώναξε
Φορούσε κάτι τακούνια σαν στιλέτα
Που ηχούσαν εκκωφαντικά στο πάτωμα
Καθώς σηκώθηκαν οι καλόγριες είδα τις σκιές τους
Η μια είχε τον ίσκιο ενός πάνθηρα
Η δεύτερη ενός βυθισμένου βαποριού
Η τρίτη έσερνε πίσω της
τη σκιά ενός κοντραμπάσου

Παράξενη ασθένεια και πρωτάκουστη
να κουβαλάς ίσκιους που δεν σου ανήκουν
ξένες σκιές που δεν μπορείς να εξηγήσεις

να σέρνεις πίσω σου αλλότρια σκοτάδια.





Πορτολάνος


Αν ρίξεις μια πέτρα
εκεί που θα πέσει θα βρεις πόσιμο νερό
Κι αν ρίξεις ένα βέλος θα βρεις
Μια γριά που κλώθει μ’ ένα αδράχτι
Κλώθει τα μελλούμενα, αλλά δεν το γνωρίζει
Το ’γραφε ο πορτολάνος από τότε
Πως σε περίμενα σε κάποιο βυθό
Που ήταν παλιά αγκυροβόλιο
Αλλά τώρα φυσούσαν ανεμοστρόβιλοι
Και δεν μπορούσαν να πιάσουν τα πλοία
Υπήρχε ακόμα ένα γκρεμισμένο σπιτάκι
Που φαινόταν μόνο μέσα στη κόρη του ματιού
Πέρασαν είκοσι χρόνια από τότε,
Τι λέω χρόνια, μου φάνηκαν αιώνες
Άλλωστε κανείς δεν συμβουλεύεται
πια τους πορτολάνους
κι ας δείχνουν ακόμα
τα επικίνδυνα μπουγάζια στο κορμί
το πικρό ποτάμι της μνήμης
την πληγή που μας ξεδιψάει, μια βρυσούλα η ποίηση
τις σκιές που τόσο παράφορα αγαπήσαμε
κι έγιναν μαύρα πανιά στον ήλιο.





Εκδρομή στον Πολύγυρο


Ο Πολύγυρος δεν είναι βουνό,
Είναι ένας μοναχός αιωνόβιος
Κάθε βράδυ βράζει καζάνια με χυλό
Για να φάνε οι άρρωστοι της ενορίας του
Και οι ποιητές που έχουν στο αίμα τους
ψήγματα χρυσού
Στη Γαλάτιστα σκότωσαν κάποτε τον τελώνη
Κι ο φαρισαίος φορούσε πουκάμισο από καραβόπανο
Και κρατούσε πιστόλι, ένα παλιό στάγιερ του 43
Έ μπαμπά, η Γαλάτιστα δεν έχει θάλασσα
Παρά μονάχα μια αχλύ που σου τρυπάει τα κόκκαλα
Και η Αρναία δάση που σε πνίγουν
Όπου κι αν πας σ’ ακολουθούνε δέντρα
Όπου κι αν πας σ’ ακολουθούνε μνήμες
ο ασβέστης του καλοκαιριού, το παιδικό άσθμα,
η Βάβδος με τον καλό αέρα
και το αγόρι που κάποτε αγάπησες
Ο Πάνας γυρνάει στα δάση
και φυσάει το σουραύλι του
παρασέρνει τα αγόρια στους γκρεμούς
θάβει τα κορίτσια μέσα στους κορμούς των δέντρων
κατρακυλάει τις πέτρες στις πλαγιές με θόρυβο
γίνεται καλόγερος,
                       πετάει στο Άγιο Όρος.





Από το ιστολόγιο της Κατερίνας Καριζώνη:
https://karizoni.blogspot.com/

Στην εικόνα: Petrus Plancius, World Map, 1594.

Παρασκευή, 19 Οκτωβρίου 2018

Αρθούρος Ρεμπώ, "Φωτισμοί"




ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ


«Η σημαία προχωρεί στο αποκρουστικό τοπίο, και η χωριάτικη ομιλία μας πνίγει το ταμπούρλο.
«Στα κέντρα θα τροφοδοτήσουμε την πιο πυκνή πορνεία. Θα πνίξουμε στο αίμα τις λογικές επαναστάσεις.
«Στις ακόλαστες και εκφυλισμένες χώρες ! υπηρετώντας τις πιο κτηνώδεις βιομηχανικές ή στρατιωτικές εκμεταλλεύσεις.
«Καλή αντάμωση εδώ, οπουδήποτε. Καλόπιστοι νεοσύλλεκτοι θ’ αποκτήσουμε την άγρια φιλοσοφία· αγνοώντας την επιστήμη, μαρτυρώντας στον τροχό για τις ανέσεις· ο θάνατος για τον κόσμο που φεύγει. Είναι η πραγματική πορεία.
Εμπρός, δρόμο !»





ΠΟΛΕΜΟΣ


Όταν ήμουνα παιδί, κάποιοι ουρανοί ξεκαθάρισαν την όρασή μου: όλοι οι χαρακτήρες χρωμάτισαν την προσωπικότητά μου. Διαταράχτηκαν τα Φαινόμενα. - Τώρα, η αιώνια ροή των στιγμών και η απεραντοσύνη των μαθηματικών με διώχνουν απ’ αυτό τον κόσμο όπου υπομένω όλες τις επιτυχίες του πολίτη, σεβαστός για την παράξενη παιδική μου ηλικία και για τα απέραντα πάθη. - Σκέπτομαι ένα πόλεμο, για το δίκιο ή για τη βία, με πολύ αναπάντεχη λογική.

Είναι τόσο απλό, όσο μια μουσική φράση.





ΦΡΑΣΕΙΣ
(Επιλογές)


Όταν είμαστε πολύ δυνατοί, - ποιος υποχωρεί; πολύ εύθυμοι, - ποιος γίνεται γελοίος;  Αν είμαστε πολύ κακοί, - τι θα μας έκαναν;
Στολιστήτε, χορέψτε, γελάστε. - Δε θα μπορέσω ποτέ να πετάξω την Αγάπη απ’ το παράθυρο.




Ένα συννεφιασμένο πρωινό, τον Ιούλιο. Μια γεύση από στάχτες πλανιέται στον αέρα· - μια μυρωδιά από ξύλα που ιδρώνουν μέσα στο τζάκι, - τα μουσκεμένα λουλούδια, - η καταστροφή των περιπάτων, - η ψιλή βροχή των καναλιών ανάμεσα στα χωράφια, - γιατί από τώρα τα παιχνίδια και το λιβάνι;




Τέντωσα σχοινιά από καμπαναριό σε καμπαναριό· γιρλάντες από παράθυρο σε παράθυρο· χρυσές αλυσίδες από άστρο σε άστρο, και χορεύω.




Όσο το δημόσιο χρήμα κυλά σε γιορτές αδελφότητας, χτυπά μια καμπάνα από ρόδινη φωτιά μέσα στα σύννεφα.





ΕΡΓΑΤΕΣ


Ω αυτό το ζεστό πρωινό του Φεβρουαρίου! Ο άκαιρος Νότος έρχεται να ξυπνήσει τις αναμνήσεις μας, παράλογων φτωχών, τη νεανική μας αθλιότητα.
Η Henrika είχε μια φούστα μπαμπακερή με άσπρα και καφετιά καρρώ, που έπρεπε να φοριέται τον τελευταίο αιώνα, μια σκούφια με κορδέλες, και ένα μεταξωτό μαντήλι. Ήταν πολύ πιο θλιβερό από ένα πένθος. Κάναμε μια βόλτα στα προάστεια. Ο καιρός ήταν συννεφιασμένος, και αυτός ο άνεμος του Νότου ζωντάνευε όλες τις άσχημες μυρωδιές των ρημαγμένων περιβολιών και των ξεραμένων λιβαδιών.
Αυτό, δεν έπρεπε να κουράζη τη γυναίκα μου όσο έμενα. Μέσα σε μια λακκούβα που είχε μείνει από την πλημμύρα του περασμένου μήνα σ’ ένα αρκετά ψηλό μονοπάτι, μου έδειξε πολύ μικρά ψάρια.
Η πόλη, με την καπνιά της και με τους θορύβους της δουλειάς, μας ακολουθούσε πολύ μακριά μέσα στους δρόμους. Ω ο άλλος κόσμος, η κατοικία η ευλογημένη από τον ουρανό και τις σκιές! Ο νότος μού θύμιζε τα θλιβερά γεγονότα της παιδικής μου ηλικίας, τις καλοκαιρινές μου απελπισίες, τη φοβερή ποσότητα δύναμης και γνώσης που η τύχη απομάκρυνε πάντα από μένα. Όχι! δε θα περάσουμε το καλοκαίρι σ’ αυτή τη φιλάργυρη χώρα όπου δε θάμαστε ποτέ παρά αρραβωνιασμένα ορφανά. Θέλω αυτό το σκληραγωγημένο μπράτσο να μη σέρνη πια μια αγαπημένη εικόνα.



Μετάφραση: Εύα Μυλωνα






Ο Arthur Rimbaud γεννήθηκε στις 20 Οκτωβρίου 1854 στη Charleville κοντά στα βελγικά σύνορα.
Από μικρός εκφράζεται με ωριμότητα σπάνια για την ηλικία του· μόλις δέκα χρονών γράφει το κείμενο «Ο ήλιος ήταν ακόμα ζεστός...». Γύρω στα δεκατέσσερα, συνθέτει τέλειους στίχους στα λατινικά που δημοσιεύονται και βραβεύονται. Το 1869 γράφει το πρώτο του ποίημα στα γαλλικά «Τα πρωτοχρονιάτικα δώρα των ορφανών», που δημοσιεύεται σε περιοδικό.
Το 1870 γράφει πολλά ποιήματα σε στίχο, που προκαλούν μεγάλο ενδιαφέρον στους γνωστούς ποιητές της εποχής. Το καλοκαίρι αυτής της χρονιάς το σκάει απ’ το σπίτι του για το Παρίσι, ελπίζοντας να δει από κοντά την πτώση του Ναπολέοντα του τρίτου· στο τρένο συλλαμβάνεται γιατί δεν έχει να πληρώσει το εισιτήριο και φυλακίζεται. Λίγες μέρες μετά γυρίζει σπίτι του, απ’ όπου ξαναφεύγει αμέσως για το Βέλγιο με τα πόδια, θέλοντας να δουλέψει σαν δημοσιογράφος. Φτάνει μέχρι τις Βρυξέλλες, αλλά απογοητευμένος από τη δημοσιογραφία την εγκαταλείπει. Στο διάστημα αυτό γράφει μερικά από τα καλύτερα ποιήματά του. Το 1871 διαβάζει βιβλία μαγείας και σοσιαλιστικά συγγράμματα. Τρίτη φυγή· στο Παρίσι όπου τριγυρίζει για δεκαπέντε μέρες. Καταστρώνει ένα σχέδιο κομμουνιστικού συντάγματος που το χειρόγραφό του χάθηκε. Την άνοιξη αυτής της χρονιάς αναπτύσσει σε δύο γράμματα σε φίλους του, τις επαναστατικές ιδέες του για την ποίηση. Το πρώτο στον G. Izambard στις 13 Μαΐου και το δεύτερο στον P. Demeny στις 15 Μαΐου 1871· αυτό είναι το περίφημο γράμμα του «οραματιστή».
Περνά μια έντονη κρίση αντιχριστιανισμού. Αρχίζει να γράφει πεζά ποιήματα. Αυτόν τον χρόνο (1871), γράφονται «Οι ερημιές του έρωτα» (Les déserts de lamour) που περιέχουν τρία μόνο κομμάτια.
Τον Σεπτέμβριο του 1871 ο Verlaine τον καλεί να μείνει μαζί του στο Παρίσι και ο δεκαπεντάχρονος ποιητής έρχεται παίρνοντας μαζί τα ποιήματά του· μέσα σ’ αυτά είναι το «Μεθυσμένο καράβι» που μόλις έγραψε. Ένα διάστημα μένει στο σπίτι του. Οι δύο ποιητές συνδέονται στενά· ο δεσμός τους είναι πολυτάραχος.

Το Μάρτιο του 1872 ο Rimbaud γυρίζει στη Charleville όπου γράφει τα τελευταία του ποιήματα σε στίχο. Τον Ιούλιο φεύγει για το Βέλγιο και ο Verlaine τον ακολουθεί, εγκαταλείποντας τη γυναίκα του. Το Δεκέμβριο ο Rimbaud γυρίζει στο πατρικό του σπίτι.
Οι μελετητές διαφωνούν σχετικά με τη χρονολόγηση της συλλογής «Φωτισμοί». Κατά τον Verlaine που τη δημοσίευσε πρώτος το 1886, γράφτηκε μεταξύ 1873-1875. Κατά τον Ernest Delahaye μεταξύ 1872-1873, πριν από την συλλογή «Μια εποχή στην κόλαση»· σύμφωνα με μια τρίτη άποψη (Gustave Kahn), ένα μέρος της γράφτηκε πριν και το υπόλοιπο μετά. Ο τίτλος «Φωτισμοί» («Les Illuminations» - υπότιτλος «coloured plates»), αποδίδεται από τον Verlaine στον Rimbaud, αλλά στο χειρόγραφο δεν είναι γραμμένος με το χέρι του ποιητή.
Τον Ιούλιο του 1873, στις Βρυξέλλες, ο Rimbaud δηλώνει στον Verlaine ότι θέλει να διακόψει το δεσμό τους, αυτός τον πυροβολεί τραυματίζοντάς τον ελαφρά και καταδικάζεται σε δύο χρόνια φυλακή.
Η συλλογή «Μια εποχή στην κόλαση» («Une saison en enfer»), γράφεται μεταξύ Απριλίου - Αυγούστου του 1873. Τυπώνεται στις Βρυξέλλες τον ίδιο χρόνο σε 500 αντίτυπα. Στον ποιητή έστειλαν μερικά που έδωσε σε φίλους του και επειδή δεν πλήρωσε τα έξοδα της έκδοσης, τα υπόλοιπα έμειναν στο τυπογραφείο. Βρέθηκαν το 1901 και προκάλεσαν μεγάλη αναστάτωση, γιατί κυκλοφορούσε η φήμη ότι τα είχε κάψει ο ίδιος ο ποιητής.

Ο Rimbaud δε γράφει πια. Ταξιδεύει από την Κύπρο στο Άντεν και από τις Σκανδιναβικές χώρες στην Αβησσυνία· κάνει όλες τις δουλειές από εργάτης μέχρι έμπορος όπλων. Είναι ο πρώτος ευρωπαίος που φτάνει στη Bubassa της ανατολικής Αφρικής και εξερευνά τις γύρω περιοχές της Σομαλίας.
Το 1883 η Γαλλική Γεωγραφική Εταιρία δημοσιεύει τις ανακαλύψεις του. Διασχίζοντας την Αβησσυνία φτάνει το 1887 στο Harrar δίνοντας σημαντικά στοιχεία για τις εξερευνήσεις του.
Μετά από συνεχείς περιπέτειες, κακουχίες και στερήσεις, του παρουσιάζεται ένας όγκος στο δεξί πόδι και γυρίζει στη Γαλλία, βαριά άρρωστος. Πεθαίνει στις 10 Νοεμβρίου 1891, τριάντα επτά χρονών.





Από το βιβλίο «Ρεμπώ - 20 πεζά ποιήματα», εκδ. Ίκαρος, (5η έκδοση, 2004).

Στην πρώτη εικόνα: Ο Ρεμπώ σε ηλικία 17 ετών, τον Οκτώβριο του 1871.
Στη δεύτερη εικόνα: Ένα από τα έργα του Αντώνη Κέπετζη που κοσμούν το βιβλίο.

(Σημείωση. Τα κείμενα της ανάρτησης, όσον αφορά την ορθογραφία τους, μεταφέρονται όπως είναι στο βιβλίο, με εξαίρεση το βιογραφικό του Ρεμπώ).

Τρίτη, 16 Οκτωβρίου 2018

Ιγνάτης Χουβαρδάς, Για τον ποιητή Φίλιππο Β. Ντυμένο (1954-2018) και το βιβλίο του "Στον καθρέφτη"



Για τον ποιητή Φίλιππο Β. Ντυμένο (1954-2018) και το βιβλίο του "Στον καθρέφτη"

                                                                          του Ιγνάτη Χουβαρδά

Η περίπτωση του ποιητή Φίλιππου Β. Ντυμένου συνδέεται με την ιδιαιτερότητα ενός έργου που μόλις αναδύθηκε με τα φτερά του, τότε κάτω από το βάρος μιας εσωτερικής αμηχανίας διάλεξε να κοιμηθεί μέσα στα φυλλώματα της χειμέριας νάρκης, πριν αφεθεί στο βλέμμα του αναγνώστη. Η ποιητική σύνθεση γράφηκε το 1984. Χρειάστηκε να περάσουν δεκαεννιά χρόνια, μέχρι να βρεθούν δύο φίλοι το 2003, ο Βασίλης Δασκαλάκης και ο Σούλης Λιάκος, που ενθάρρυναν τον ποιητή και τελικά πραγματοποίησαν μαζί του την έκδοση αυτού του μικρού έργου με τον τίτλο "Στον καθρέφτη". Μέχρι την έκδοση, μεσολάβησαν χρόνια σιωπής, το έργο έχοντας κόψει τον ομφάλιο λώρο από τον δημιουργό του, έμοιαζε με κώδικα χαρτογράφησης της απόστασης που χωρίζει τον δημιουργό από μερικές αυθεντικές στιγμές μιας ιδιαίτερης εποχής της ζωής του. Από τη διαδικασία αυτή έλειπε ο αναγνώστης, ο δημιουργός σα να είχε επιλέξει για το έργο του μια σιωπηλή κατάσταση ορφάνιας ή εξορίας, το έργο είχε ισχύ μόνο σε αναλογία με τις ψυχικές διεργασίες του δημιουργού του. Όταν η ψυχή ήπιε το ιαματικό νερό κι έγινε λέξεις, τότε το κείμενο αναδιπλώθηκε στην αποσπασματική του σύσταση, αναιρώντας την επικοινωνία με το κοινό. Η προβληματικότητα μιας τέτοιας διεργασίας που ευτυχώς έληξε έστω και καθυστερημένα, κατοχύρωνε όμως και το πλεονέκτημα ενός έργου που η αυθεντικότητά του στηριζόταν στη δυναμική της αναμέτρησής του με τον ψυχισμό του ποιητή, μέσα στα όρια αντιπροσωπευτικών στιγμών που άπλωναν τα χνάρια τους στο μέλλον, σαν χρησμοί που ίσως να επαληθεύτηκαν.
  Μερικά λόγια για το ίδιο το κείμενο. Πρόκειται για την εγγραφή ενός φτερουγίσματος της ψυχής σε υπαρξιακά ερωτήματα, που θέλουν να βρουν θαλπωρή σε μια ερωτική αγκαλιά. Οι λέξεις φορτίζουν το νόημά τους αγγίζοντας τον κόσμο του υποσυνείδητου. Δεν είναι ακριβώς αιμάτινες λέξεις, δηλαδή λέξεις φορτισμένες από το άλγος μιας ψυχής που ο πόνος τη μετατρέπει σε βάρος σωματικό, είναι πιο πολύ λέξεις γαλουχημένες με μια ιδιότυπη αποσπασματικότητα, σαν συγκοινωνούντα δοχεία που παιχνιδίζουν γύρω από τις αμφισημίες με τις οποίες διανθίζουν το περιβάλλον. Τους μετέωρους στίχους σα να τους διατρέχει ένας νοσοκομειακός ορός που μουδιάζει τους πόρους των ψυχικών κυττάρων μέσα σε μια ελευθερία σημαινόντων και σημαινομένων. Ο ποιητής αφήνει τα αποτυπώματά του στις αμμουδιές ενός δυσοίωνου μέλλοντος. Το έργο, ευάλωτο μέσα στην κρυπτικότητα και την αποσπασματικότητά του, κουβαλά την αίσθηση του ανολοκλήρωτου.
   Αυτή η εσωτερική υπερένταση των θραυσμάτων της ψυχής, στον ορίζοντα μιας καθαρότητας ιαματικής, σαν εξαγνισμένο νερό, διαμορφώνει τις πτυχές ενός έργου που στην οριοθέτησή του αγγίζει τη λεπτή ισορροπία του εύθραυστου. Η ακροβασία ανάμεσα στο όλα και στο τίποτα, στο άσπρο και στο μαύρο, στο φως και στο σκοτάδι,  ίσως να δελέασε και παράλληλα να φόβισε τον ποιητή. Ανάμεσα στη γοητεία και το φόβο, επικράτησε ο φόβος και το έργο προτίμησε να παραμείνει κρυμμένο σ' ένα καθεστώς αμήχανης αμφισημίας σε σχέση με τον δημιουργό του, προστασίας και ορφάνιας μαζί, ένα καθεστώς που επέβαλε την εσωστρέφεια.
    Οι στίχοι σαν κρύσταλλα συμπυκνωμένου χρόνου -σε μια φασματική ατμόσφαιρα που με τις λέξεις γίνεται καθαρή και απτή- αποπνέουν το γρατσούνισμα μιας υπόγειας εγγραφής, που τολμά να μπολιάζει τη ζωή με το θάνατο και αντίστροφα, σ' ένα παιχνίδι χωρίς όρους. Λέξεις καρφιά, που μπορούν να αναπνέουν μόνες τους, ανεξάρτητες, αυθύπαρκτες. Όταν το ταξίδι ζητά τον προορισμό, μοιάζει να μπαίνει μια νοερή παύλα που αποκλείει τη συνέχεια στον ίδιο τόνο. Αυτό γίνεται απότομα και τετελεσμένα. Ο Φίλιππος Β. Ντυμένος κοιτάζει τις γραμμώσεις της παλάμης, τις κάνει λέξεις που μπορεί να είναι και χρησμοί, μας κοιτάζει από μακριά...


(Το παραπάνω κείμενο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα της Βέροιας  ΟΙ ΚΑΙΡΟΙ, στις 13 Ιουνίου 2003, με αφορμή το ποιητικό βιβλίο του Φίλιππου Β. Ντυμένου «Στον καθρέφτη», που τυπώθηκε στο λιθογραφείο κλίμαξ στη Βέροια, με σχέδια του Ηλία Μάντζου, τον Φεβρουάριο του ίδιου χρόνου. Στην παρούσα ανάρτηση έγιναν αρκετές διορθώσεις).


Ένα μικρό ανθολόγιο από το βιβλίο:



                   ~

Σούρουπο, η παλίρροια φουσκώνει
ανεβαίνει το κρύο
δε μου φτάνει μια αγκαλιά
να σωπάσω το πρόσωπό σου

Ο ουρανός που δείχνεις τελειώνει
στο  κατώφλι του στόματος


                   ~

Ονομάζω το στήθος μου τύμπανο σιωπής
μα δε βολεύεσαι
Τα μάτια σου δύο κόγχες φώτα
μεγαλώνουν το σκοτάδι

Γίνομαι εσύ
μ’ αγνοώ την τάξη που σε ανασταίνει
το ρούχο που σε φανερώνει


                   ~

Έρχεσαι την ώρα που κοιμάμαι και με κοιτάζεις
Είμαι μαζί σου και σ’ αγαπώ στη σιωπή της νύχτας


                   ~

Στα ρούχα η έκσταση ζεστός άνεμος˙ η
σιωπή με χέρια έντασης και αγωνίας˙ στο αίμα
ο πόθος της καρδιάς έκταση. Με
το κερί μιας πίστης ανεβαίνω
ως το τελευταίο σκαλοπάτι του νερού
-ο ύπνος μου προτού χαράξει


                   ~

Το παραμύθι θα κοιμάται
θα καίγεται θα ξεδιπλώνεται
-αφού το σώμα…


                   ~

Στεγνώνω τα κουπιά μαζεύοντας απ’ το κορμί  το αλάτι
και με την μπίλια του κόσμου στο μέτωπο ξαναβουτάω
στην θάλασσα


                   ~

Είναι τα βήματα που επιστρέφουνε πάντα
σ’ αυτό το τοπίο που υπάρχουμε και δεν υπάρχουμε
σ’ αυτές τις φωτιές που σβήνουν κι ανάβουν παντού
σκιές της ίδιας όχθης
εδώ που θαρρείς ακίνητα
που εννοούμε αληθινά μόνο στον ύπνο
ακούμε την ανάσα της καρδιάς νύχτα

Είναι τα χέρια πλήθος αλόγων υποταγμένων
σε σχήμα αγάπης˙ μία φλόγα σιωπής
με τα ζωγραφισμένα λόγια


                   ~

Θα πω το πρόσωπό μου τοιχογραφία
που γκρεμίζεται μαζί σου
(με τα φαιά και τα κόκκινα χείλη
της μέθης)
αφού τώρα σ’ αυτό το κρύο
και μ’ αυτή τη σιωπή
πάλι το πρόσωπό σου γυρεύω
στο φως της νύχτας


                   ~

Με το αίμα παραθαλάσσιο καφενείο
ο φοίνικας στο φως της αυγής μια εικόνα.
Με τους παλμούς της καρδιάς το ψηφιδωτό
μεράκι στης πέτρας το άκρο άκρο.
Έτσι τώρα πηγαίνεις-
υπάρχει ένας άγγελος πάντοτε πλάι σου
με ρούχα μαβιά˙
απ’ τα μάτια του θα κρατάς
τη λάμψη μονάχα



Παρασκευή, 12 Οκτωβρίου 2018

Σοφία Κουφού, "Επτά συναισθήματα, επτά φυτικά μοτίβα"




ΕΠΤΑ ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΑ, ΕΠΤΑ ΦΥΤΙΚΑ ΜΟΤΙΒΑ


Αμφιβολία


Δικοτυλήδονο ιώδες.
Οφείλει την ύπαρξή του
σε αποτυχημένα δείπνα ηλιθίων.
Γεννιέται σε μαιευτήρια,
σε εδάφη αιώνιων περιπλανητών.
Πεθαίνει σε κοιμητήρια
και σε τόπους αιώνια πλανημένων.





Θυμός


Ακανθώδες.
Θέλει προσοχή στο κλάδεμα
λόγω της ιδιότητάς του να εκσφενδονίζεται
σ’ ανυποψίαστους περαστικούς.
Συνήθως συναντάται
σ’ εισόδους αυλών
καμουφλάροντας άλλα φυτά
που θέλουν φροντίδα.





Ευτυχία


Αταξινόμητο·
αειθαλές στο τώρα,
εν γένει φυλλοβόλο.
Συχνά
παραγνωρίζεται για καλλωπιστικό.
Επ’ ουδενί·
η αζαλέα κι η καμέλια κάνουν μπούγιο.
Πολύς λόγος
για εύρεση λόγου.





Αηδία


Δικοτυλήδονο νηπενθές εντομοφάγο.
Ευδοκιμεί σε υγιή εδάφη.
Φίλος του ανθρώπου·
αν και προκαλεί ναυτία
προστατεύει από μολύνσεις.





Έρωτας


Αναρριχητικό
ταχείας ανάπτυξης.
Τί κι αν
με μια σκιά από τύχη
νόημα δίνει
σε φαντασιακές πέργκολες
κι αν όλα τα φυτά συμπαρασύρει
σε ξέφρενη ανθοφορία.
Άνθη ηδονής
μ’ αγκάθια οδύνης πλέκονται
κι η συγκομιδή
μια τραγωδία.





Φόβος


Πολυετές αρωματικό.
Πρωτογενές και εγγενές
μιας φύσης.
Με την πρόγνωση
για επικείμενες πλημμύρες
ή ξηρασία
κρεμιέται έξω από φράχτες.
Η αναδυόμενη μυρωδιά
απειλεί με ακαριαία παράλυση
ετοιμόμαχα λυκόσκυλα φύλακες.





Ευγνωμοσύνη


Ποώδες.
Το εκλεπτυσμένο του ύφος
καθιστά κατάλληλη την ανάπτυξή του
σε μικρές γλάστρες
με απαράμιλλης ποιότητας χώμα.
Άλλες φορές
τα δέντρα της αυλής δειπνούν χώματα μαζί του
κι αυτό ανταποδίδει το κέρασμα.
Αυτότροφο και ετερότροφο
ταυτόχρονα.






Η Σοφία Κουφού γεννήθηκε το 1986 στην Αθήνα όπου και ζει. Είναι απόφοιτος ναυπηγός-μηχανολόγος του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου και φοιτήτρια στο μεταπτυχιακό Εικαστικής Ψυχοθεραπείας Ενηλίκων του Κέντρου Τέχνης και Ψυχοθεραπείας. Έχει εκδώσει την πρώτη ποιητική της συλλογή «Έβδομη μεγάλη» (2018), στην πλατφόρμα αυτοέκδοσης Lulu.
Διατηρεί το ιστολόγιο [ https://plintrida.wordpress.com/ ] απ’ όπου και το σπονδυλωτό ποίημα που αναρτούμε.

Στην εικόνα: Charles Le Brun, «Les Expressions», (1698).

Τετάρτη, 10 Οκτωβρίου 2018

Χρίστος Λάσκαρης, "Να εμποδίζεις τις σκιές"




ΕΡΗΜΩΣΗ


Υποχωρούν με τον καιρό τα όνειρα
τ’ ολόγιομο φεγγάρι γίνεται δρεπάνι
κι αυτή, που μες στο φως του χτενιζότανε,
τώρα πενθεί

κι έχει κλεισμένα τα παράθυρά της.





ΟΙ ΔΥΟ ΛΕΞΕΙΣ


Θ’ αρχίσω με τη λέξη έρωτας
και θα τελειώσω
με τη λέξη χώμα.

Τις ενδιάμεσες,
θαρρώ πως τις μαντεύετε.





ΑΠ’ ΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ


Απ’ το φεγγάρι
μην ελπίζεις άλλο φως.

Αν είναι έτσι χλωμό
και ανεβαίνει κάθε βράδυ λυπημένο,
δε φταίει αυτό.

Φταίει ο άδειος ουρανός
κι ο δρόμος ο συνηθισμένος.





Ο ΑΝΕΜΟΣ ΓΥΡΕΥΟΝΤΑΣ


Ο άνεμος γυρεύοντας
σε τρυφερά κλαδιά να τραγουδήσει
τα τσακίζει.





ΕΙΝΑΙ ΕΚΕΙ


Είναι εκεί
σαν ώριμη οπώρα ξαπλωμένη
με το λαιμό γυμνό,
το στήθος της σαν πίδακας

και συ
σκυμμένος πάνω της,
σαν πάνω από γκρεμό,

να θες να πιείς
και να καταποντίζεσαι.





Η ΜΕΡΑ ΕΣΒΗΣΕ


Η μέρα έσβησε·
στους κήπους
βασιλεύει ερημιά

και το σκοτάδι πνίγει
τα τριαντάφυλλα.





Από τη συλλογή «Να εμποδίζεις τις σκιές», που περιλαμβάνεται στην συγκεντρωτική έκδοση «Χρίστος Λάσκαρης - Ποιήματα», δεύτερη έκδοση, εκδ. Γαβριηλίδης, 2009.

Στην εικόνα: Tivadar Kosztka Csontváry, «Coaching in Athens».