Τετάρτη, 12 Δεκεμβρίου 2018

Κώστας Λιννός, "Μετασχηματισμοί Δ΄ "





ΣΤΟ ΣΤΑΥΡΟΔΡΟΜΙ


Ένα μισοσβησμένο όνομα στο χώμα
Μια σπασμένη καρέκλα στην ερημιά
Κι οι άνθρωποι που λησμονήσαμε
Όπως το γράμμα στο μπαούλο.

Μια σοφία μυστικά διδαγμένη
Από το μακρινό σήμα της ησυχίας
Ξυπνά τη μέρα, τα πανιά λύνει
Των τραγουδιών που δεν ήρθαν ακόμη.





ΣΟΝΑΤΑ ΓΙΑ ΦΩΝΗ: ΣΕ ΑΡΓΟ ΡΥΘΜΟ


Δεν είναι απάντηση, κι ας μοιάζει έτσι απέναντι απ’ το νυχτωμένο
             πέλαγος
Η λάμπα που δεν άναψε, το τσέλο που δεν βγήκε απ’ τη θήκη του
Και το φεγγάρι που δεν κολύμπησε απόψε ανάμεσα στις μνήμες.
Ο φρέσκος αέρας τρίζει στις χορταριασμένες ζωές
Κι αν ο καθένας ήταν καθρέφτης, πάνω του θα έγραφε τώρα
Αφηρημένα σχέδια με το δάχτυλο, τα μονοπάτια στους γκρεμούς
             που προέκυψαν.
Ο θάνατος επιστρέφει απ’ τις εκδρομές, η ερημιά αγκαλιάζει πιο
             σφιχτά τον εαυτό της,
Τώρα η μουσική κοιμάται στο νερό, στα πρόσωπα, στα φτερά
             του περιστεριού
Η γερτή ράχη της μοίρας πότε φαίνεται, πότε χάνεται
Κι ένα παλιό μολύβι γράφει ακόμα το βιβλίο που απέμεινε·
Είναι σαν να ’χουνε γενέθλια τα κύματα και να γιορτάζουνε μια
             φώτιση
Και στο ψηλότερο σημείο της καρδιάς ο φάρος να μη σβήνει
Κι ένα τσέλο να καίγεται και μια φωνή να στρίβεται σαν
             ψαροκάικο στον κάβο μιας υπόσχεσης.





ΟΙ ΕΡΗΜΙΤΕΣ


Σπουδάζοντας τη μουσική των δέντρων
Μίλησαν με τα σύννεφα
Τα λόγια τους αρχαίο νόμισμα
Κι ανάλαφρος τρύγος.
Κρατήσανε τη φωτιά
Και κράτησαν τη βροχή
Τα χέρια τους πεδίο μάχης
Μιας ετοιμοθάνατης αιωνιότητας.
Σπουδάζοντας τη μουσική της θάλασσας
Άκουσαν τον ήλιο να τους διαβάζει
Το στοχασμό των ανέμων
Κι ήταν τότε που έλαμψαν για μια στιγμή
Άγνωστα ψάρια πίσω απ’ τις λέξεις.
Τα λόγια τους κήπος κρυφός
Κι ανέμελη κόμη·
Σπουδάζοντας τη μουσική των βουνών
Μίλησαν με τους ίσκιους.





ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΕ Ή ΧΩΡΙΣ ΤΙΤΛΟ


'Ίσως κάτι καινούργιο να μπορεί να βρεθεί
Πέρ’ από τη χειμωνιάτικη θάλασσα·
Αυτή την αρχαία θάλασσα που τις νύχτες
Σκάβει μες στα σιωπηλά λευκά σπίτια
                                                          τη μνήμη.

Σαν να χαθήκανε οι λέξεις απ’ τον κόσμο,
Κι ένα ακυβέρνητο σκαρί σαν να γυρεύει
Τον λιγοστό ήλιο που απέμεινε.





ΩΔΙΚΑ ΠΤΗΝΑ


α΄

Βαθαίνουν τα σώματα
Κι ο ψίθυρος του χρόνου
Ντύνει τον ορίζοντα
Με μνήμες νεκρών ίσκιων,
                             Μάσκες ανέμων.


β΄

Τα φιλιά στο πρόσωπο
Των χαμένων ημερών
Πλέκουνε τα όνειρα
Του μοναχικού πεύκου
                             Χωρίς χρώματα.


γ΄

Λάδι έρμου καντηλιού
Στάζει στο φτωχό ρούχο
Της απεραντοσύνης·
Τα πτηνά τσιμπολογούν
                             Κάθε θάνατο.


δ΄

Χορεύει τ’ απάνεμο
Ράσο πάνω στο φράχτη·
Να ο νόμος που ’γιναν
Για τον ήλιο ρήτορες
                             Οι ερημήτες.


ε΄

Τις λέξεις γυρεύοντας
Σαν χταπόδια στα βράχια
Ο ρυθμός μαντεύεται
Αγγίζοντας την πέννα
                             Ή την απόχη.





Από τη συλλογή «Μετασχηματισμοί Δ΄», Οι εκδόσεις των φίλων, 2018.

Πέμπτη, 6 Δεκεμβρίου 2018

Νίκος Μυλόπουλος, "Όπως η θάλασσα με το αύριο"





Πίσω απ’ αυτό το μπλε


ΣΥΝΤΟΜΗ ΣΥΝΟΜΙΛΙΑ


Ήταν μια σύντομη συνομιλία έμοιαζε φλόγα ετοιμοθάνατη
Όπως η ζωή κι ο έρωτας, το φιλί και το φως
Απ’ έξω περνούσαν απειλητικά τα τραμ σφυρίζοντας πως θα
      σ’ αρπάξουν
0 ουρανός ορφανός από βροχή χάριζε χαμόγελο ουράνιου
      τόξου
Υπήρχε τόση ομορφιά γύρω μας
Μα εμείς κοιτάζαμε περίλυποι τα μαραμένα φυλλαράκια
Ώσπου μαζέψαμε τα υπάρχοντά μας βιαστικά
Κι αναχωρήσαμε για χερσονήσους και στεριές ανεξερεύνητες
Για συγκυρίες κι επαφές σπαραχτικές
Καλοκαίρι ντυμένο Φθινόπωρο, καταπίεση ντυμένη ζωγραφιά.
Ύστερα ακουγόταν όλο και πιο καθαρά κάποιο σφύριγμα
Χωρίς κανείς να γνωρίζει αν αυτό σήμαινε επιστροφή ή
      αναχώρηση
Και κρατώντας στα ροζιασμένα χέρια μας δύο χρώματα
      κόκκινο κι ερυθρό
Αναπαλαίωση της αγάπης αρχινήσαμε, σε μια υπέρβαση
      δικαιοσύνης.





ΣΤΕΦΑΝΩΜΕΝΟΙ ΜΕ ΤΑ ΣΥΝΝΕΦΑ


Ο δρόμος ψέμα μακρύ με όλα τα φώτα του σβησμένα
Προκαλούσε ρίγος σαν ξυραφιά στην πλάτη της μνήμης
Η μέρα έπαιζε κουτσό στο πλακόστρωτο
Στεφανωμένοι με τα σύννεφα
Καλωσορίζαμε την ανάποδη νίκη
Σε χέρσο θάβοντας χωράφι τους φόβους μας
Ποτέ ξανά να μη φυτρώσουν.
Ύστερα οριοθετώντας το άγνωστο
Ξηλώναμε τις νάρκες και το παρελθόν που δεν γνωρίσαμε
Καθώς η λεπτή καμπύλη στο λαιμό σου
Λυπημένη θύμιζε νεροποντή
Κάθετη πλώρη καραβιού να μας πληγώνει.





Οπλίζοντας όνειρα


ΑΝΑΦΛΕΞΗ


Σφίξε λοιπόν με τα πελώρια μάτια σου
Πριν αυτά καταντήσουν δυο ελιές μαραμένες
Δυο περόνες τα πόδια σου, γραμμική ζυγαριά
Και εκείνα τα υπέροχα δάχτυλα ξεραμένα λιθάρια
Σαν ανθός βαμβακιού σε κατάμεστο από λάθη χωράφι
Τύλιξε με τώρα με φωτιά πριν το ευάερο φύλο σου
θυμίζει μόνο εφηβαίου αχλή
Με τα χείλη σκοτεινά τριαντάφυλλα σε θλιμμένο ροδώνα
Και γεμίζοντας με ακρίβεια ρολογιού
Το κενό μου ποτήρι της ύπαρξης
Ας λουστούμε μαζί στα κολλώδη νερά της πυρίτιδας
Σιωπηλά ναρκοπέδια λίγο πριν εκραγούμε.





ΚΑΤΑΚΑΛΟΚΑΙΡΟ


Ήταν κατακαλόκαιρο και τα κορμιά φλογισμένα
Θύμιζαν προπατορικό αμάρτημα
Τ’ αντρόγυνα ίδρωναν για ένα πιάτο φαγητό
Οι άντρες ονειρεύονταν μια νεαρή γυναίκα
Και τα κορίτσια ένα γέρικο χέρι αντρικό κρυφά να τ’ ασημώσει.
Οι λέξεις είχαν χάσει το νόημα και οι χαρές πάντα λίγες
Όλοι ζούσαμε για το χθες που τ’ ονομάζαμε αύριο
Οι τρελοί αυτοεξόριστοι στον μήνα της άδειάς τους
Κυκλοφορούσαν επιτέλους ελεύθεροι
Ενώ οι γιατροί κι οι δεσμοφύλακες πίσω απ’ τα σίδερα
Καφέ πίνοντας ελληνικό πυροβολούσαν.
Άφωνοι μπροστά στο χάος της σοφιστείας
Δεν μιλούσαμε πια ούτε στα όνειρά μας
Μικρές μερίδες θερισμού ψάχνοντας λίγο ακόμα.
Ύστερα ο χρόνος σκέπαζε τις κουβέντες των φτωχών
Όπως το χιόνι την αυλή
Όπως η θάλασσα τ’ αφηρημένα κοχυλάκια.





Γενικευμένη επίθεση


ΜΙΚΡΟ ΠΑΝΔΟΧΕΙΟ


Κοιτάζοντας τη ματαιότητα με μάτια γυάλινα
Καταπίναμε ατάραχοι την πρωινή παλίρροια
Ενώ τα βράδια στον πλάγιο φωτισμό της σελήνης
Μεγάλες ανοίγαμε τρύπες στη φαντασία
Ταΐζαμε με λάθη την ερωτική μας υπόσταση
Χωρίς υπεροψία φυγής και αντιπαραθέσεις φαντασμάτων
Κλυδωνιζόμαστε μόνο σε παθιασμένους εγκλεισμούς
Με λύσσα και μοσχοβολιά, απρέπειες και πάθος.
Αλήθεια με πόσα όνειρα ακόμη μπορείς να στολίσεις
Το μικρό πανδοχείο εκείνης της νύχτας.





ΣΕΛΙΔΕΣ ΣΙΩΠΗΣ


Ο χρόνος έτρεχε πίσω μας σαν τρύπιο λάστιχο καθηλωμένος
Ανεβασμένοι στο κατάστρωμα κάποιου αργού ποταμόπλοιου
Παρατηρούσαμε αμίλητοι τις ώρες να πνίγονται αναπάντεχα
Οι σκέψεις μας δολωμένα αγκίστρια σε αφρισμένα νερά
Κι ο πλούτος όλος μετρημένες σελίδες σιωπής
Σε σακούλι γεμάτο αναμνήσεις.
Σπάνια ο ήλιος ζωγράφιζε στα πρόσωπα στιγμιαίες χαρές
Όμως το άπειρο δεν διέθετε σκιά
Κι η αιωνιότητα μετρημένη αρχή και τέλος.





Αναπάντεχη Εδέμ

                                           στον Κώστα Θ. Ριζάκη


ΑΝΑΠΑΝΤΕΧΗ ΕΔΕΜ


Τα μεγάλα λόγια ανέμιζαν σε δρόμους φαρδείς και σε
      μπαλκόνια
Η προσωπκή ζωή του καθενός γραφόταν σε συντριβάνια
Και σε χώρους καλά φυλαγμένους στην ουτοπία
Με δαχτυλικά γεμάτους και χειλικά αποτυπώματα
Ένα χέρι ομίχλης τύλιγε τότε σε χαρτί διάφανο τις εμπειρίες
Προστατεύοντας τους ανθρώπους από τον χρόνο.
Η μοναξιά και η ζωή αδελφές δίδυμες
Μισούσαν πάντοτε η μία την άλλη
Αλληλογραφώντας με τα μάτια
Εμπλουτίζαμε με χαμόγελο τα άχρωμα χείλη
Μηρυκάζοντας αμίλητοι αλήθειες και ψέματα
Έτοιμοι για αναχώρηση από πλατείες οκταγωνικές
Όμως ήταν τόσοι πολλοί οι δρόμοι που ανοιγόντουσαν
Που δεν ξέραμε ποιον να πρωτοδιαλέξουμε
Κι όσο μιλούσαμε ρούχα απομείναμε ορφανά
Στης σιωπής την κουρασμένη λεωφόρο.

Στον κήπο με τις κατεστραμμένες ζωές
Όποιο λουλούδι κι αν μύριζες μοσχοβολούσε.





Από τη συλλογή «Όπως η θάλασσα με το αύριο», εκδ. Γαβριηλίδης 2016.

Τρίτη, 4 Δεκεμβρίου 2018

Αντώνης Μπουντούρης, "Δύο ποιήματα"




ΚΕΡΑΜΕΙΚΗ


Τα χέρια της σπιθίζουν
σα τροχός.
Μου πρόσφερε ξανά το λαιμό της
για πηλό.
Να μαθητεύσω στη γλυπτική.
Κι αυτή
Ωραία αφυπνισμένη
να παραμείνει πάντα.





ΜΟΙΡΑΣΙΑ


Ένα στέρνο που ομολογεί μη το φοβάσαι.

Τη ματιά που σημαδεύει τον ώμο από ντροπή
να την εμπιστεύεσαι.

Το λέγαμε από παλιά.

Οι αυθεντικοί άνθρωποι είναι βαθιά σκαμμένοι.
Εύκολα γίνονται παιδιά.

Βρίσκουν με άνεση ένα λιακωτό
και κάθονται.

Να μοιράσουν και να μοιραστούν.




Αντώνης Μπουντούρης




Στην εικόνα: «Γαλάζια κόρη» (με βεντάλια και μαντήλι στα μαλλιά). Μουσείο του Λούβρου, Παρίσι, περ. 330-300 π.Χ. (Πηγή: https://el.wikipedia.org/)

Σάββατο, 1 Δεκεμβρίου 2018

Τάσος Κόρφης, "Ποιήματα"





ΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ


Πίσω από το παράθυρο το ίδιο πάντα δέντρο.
Κάποτε ξεμπλέκαμε τους χαρταετούς μας
από τους κλώνους του.
Αργότερα χαράζαμε στον κορμό του
το αλφαβητάριο των ενθουσιασμών.
Τώρα
ξεκουραζόμαστε στη ρίζα του.


                                                      (Ημερολόγιο, 1963)





Η ΘΑΛΑΣΣΑ ΓΙΝΕΤΑΙ ΚΗΠΟΣ


Μικραίνει ο κόσμος κι η θάλασσα γίνεται κήπος.
Στερεύει το φως στις γυμνές αποβάθρες. Μ’ ασβέστη
σκεπάζουν τα δάκρυα. Σεντόνι λευκό χειρουργείου
σκεπάζει τ’ ανήσυχα χέρια.

Μικραίνει ο κόσμος μα εσύ, ματωμένη καρδιά μου, πολύκαρπο ρόδι,
και πάλι μαζί μου με πας ταξιδιώτη για ναυάγιο και πάλι
και πάλι σκιρτάς σαν πουλί μες στο χιόνι, σαν ελπίδα αιχμαλώτου.





ΠΟΜΠΗΙΑ 1979


Πέρασε επάνω μου η λάβα σου. Έγινε
πέτρωμα η φωτιά. Άδικα προσπαθούν οι ελιές
να πιάσουν ρίζες.

Τίναγμα της καταστροφής. Στιγμή τού θάμπους
και του ολέθρου. Δύο χιλιάδες χρόνια τώρα
σε θυμάμαι.
Όμορφος σαν τα ερείπια. Έρχονται πολλοί
και μ’ επισκέπτονται. Κανένας δε μένει
μαζί μας τη νύχτα.





ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΤΗΝ ΟΛΥΜΠΙΑ


Όλες αυτές οι ασκήσεις, οι κλίμακες
της μοναξιάς μ’ έχουν κουράσει
για να πάρουν φωνή οι ακαθόριστοι ήχοι,
μορφή οι χαμένες σκιές,
να πάει ψηλά, να χορέψει τρελά, το στοιχειό
που κοιμάται.

Αγρίμια τ’ ουρανού και του λόγγου, ξέφρενες κραυγές
της σάρκας και της απώλειας, φωτιά
που καίγοντας φλέγεσαι,
πάρτε με κοντά σας.





ΤΟ ΜΑΝΤΑΡΙΝΙ


Όμορφη σα μανταρίνι.
Ξεφλουδίζοντας τον καρπό σου
μ’ άρπαξε τ’ άρωμα
                                      πριν απ’ τη γεύση!


                                                       (Από τα «Εργόχειρα»: Ποιήματα, 1983).





ΤΟ ΠΕΡΑΣΜΑ


Και πάλι μόνος στο ίδιο γραφείο. Έτοιμος ν’ ακούσω
Τη διαταγή στα μεγάφωνα. Το κουδούνι του Στρατηγού.
Βρέχει ερημιά στις Βρυξέλλες. Ιδρωμένα τα τζάμια
Απ’ τις έμπυρες νύχτες μου και το ψύχος του δρόμου.

Θέλω απέναντι να διαβώ, μα το κανάλι βαθύ
Κι εσύ, νιόκοπη βάρκα, φοβάσαι να περάσεις,
Μη πάρουν φωτιά τα μαλλιά σου, μη λιώσουν τα ρούχα σου,
και μείνεις γυμνή σαν το δέντρο
Που μάγεψαν οι αστραπές και φλέγεται
Για το αψύ μπαχάρι.


                                                      («Χρυσάνθεμα»: Ποιήματα-Β΄, 1997)





Πηγή: «Α. Ευαγγέλου - Γ. Αράγης, Δεύτερη Μεταπολεμική Ποιητική Γενιά (1950-2012) - Ανθολογία», εκδ. Gutenberg (β΄ έκδοση, συμπληρωμένη), Μάρτιος 2017.

Τετάρτη, 28 Νοεμβρίου 2018

Ιβάν Γκολ, "Υπόγειος σιδηρόδρομος του θανάτου"




ΥΠΟΓΕΙΟΣ ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΟΣ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ
(MÉTRO DE LA MORT)



ΕΝΑΣ ΜΙΚΡΟΣ ΣΤΕΝΑΓΜΟΣ


Ένας μικρός στεναγμός
χάιδεψε τον κρόταφό μου
ένας στεναγμός πολύ μικρός ακόμα
που ήρθε από μακριά
παρ’ όλη την οργή του ανέμου
παρ’ όλο το βρόντο των σιδερικών
διαπερνώντας το πάχος της γης
αψηφώντας την αμίμητη σιωπή του θανάτου
ήρθε σ’ εμένα
ο τελευταίος στεναγμός
ενός ρόδου





ΟΙ ΜΑΡΑΓΚΟΙ


Οι μαραγκοί από τον εικοστό έβδομο όροφο
ρίχνονται στον ουρανό
σαν αράχνες
που τραβάνε απ’ την κοιλιά τους
τις αόρατες δυνάμεις

Χορευτές με μολυβένια πόδια
φορούν στολές από άνεμο
τραγιάσκες από καπνιά
τρώνε ψωμί από τσιμέντο
τυλιγμένο στην «Ουμανιτέ»
και πίνουν λίγο κόκκινο κρασί
από μια μποτίλια που υψώνεται στον ουρανό
σαν σάλπιγγα της Ιεριχούς





Η ΑΠΑΓΟΡΕΥΜΕΝΗ ΦΩΤΙΑ

                                                           Στον Jean Cassou 

Ανασήκωσε τα χαμηλωμένα βλέφαρα μιας γυναίκας
και θα ξεσκεπάσεις
τη φωτιά που ήταν τόσο καιρό απαγορευμένη
την ίδια φωτιά που κρυφοκαίει στ’ άδυτα των ναών
και μες στο μάτι του πουλιού
τη φωτιά που τρεμουλιάζει το νερό
και που σ’ αναστατώνει επάνω στο κόκκινο άστρο·
πλάι σου
μια θεά φλέγεται!





ΟΙ ΕΡΑΣΤΕΣ ΤΗΣ ΜΟΝΑΞΙΑΣ


Μες στα δωμάτιά τους τη νύχτα
παραμερίζουν με τα εύθραυστα χέρια τους
τα βαριά −σαν μολύβι− σεντόνια

Το εκκρεμές έχει ένα μάτι τυφλό
η μοναξιά κρεμάστηκε στο μάνταλο του παραθύρου
και το παραθυρόφυλλο
χτυπάει σαν τη φτερούγα πληγωμένου αγγέλου

Αυτοί που δεν κοιμούνται περιμένουν
περιμένουν τον άνεμο
περιμένουν το τέλος του κόσμου

Και να η αυγή με χρώματα βατόμουρου·
η ζωή παίρνει πάλι τη στυφή γεύση του αίματος



Μετάφραση: Ε.Χ. Γονατάς




Από τη συλλογή «Métro de la mort» (1936).
Πηγή: «Ιβάν Γκολ - Ποιήματα [1920-1950] - Επιλογή, μετάφραση, επίμετρο, σημειώσεις, Ε.Χ. Γονατάς», εκδ. Στιγμή, 2003.
Στην εικόνα: George Terry McDonald, «Ivan Goll».

Κυριακή, 25 Νοεμβρίου 2018

Γιάννης Βαρβέρης, "Άκυρο θαύμα"





ΚΑΙΣΑΡ


Ποιος να τολμήσει τώρα τη συνέχεια
υπέρκομψε ποιητή μου Καίσαρ Εμμανουήλ;
Αναζητώ τις μυστηριώδεις ολομόναχες κυρίες
δοκίμασα τους ριγηλούς πληθυντικούς
ψάχνω για μιούζικ χολ και για σαξόφωνα
για βάκιλους του Κοχ και ντεσπεράντος εμιγκρέδες
για διανοούμενους ρατέ και για ευπατρίδες
δίπλα σ’ αβρότατες εταίρες από μουσελίνα.
Χίμαιρες όλα, Καίσαρ
τώρα πια ρίχνουμε λιοντάρια
και τα τρων οι Χριστιανοί
χίμαιρες, Καίσαρ, όλα χίμαιρες
και μελλοθάνατες μας χαιρετούν·
πόσο μπορούσανε ν’ αντέξουν
σ’ ετοιμοπόλεμη κατάσταση μεσοπολέμου;





ΜΑΣΚÉ


Στον τελευταίο χορό μεταμφιεσμένων
καθένας θα ντυθεί το τολμηρότερο.
Εδώ τις έχω τις στολές
αναποφάσιστες:
Άγγλος αποικιοκράτης στην Ινδία
συγκλητικός του Κόμμοδου με πλήρη γούστα
λόρδος απρόσιτος σε ιπποδρομίες του Άσκοτ
κρουπιέρης μεγιστάνων στο Λας Βέγκας
ποιητής μιας ρίζας άδικης, ξεριζωμένης.

Αν όμως οι άποικοι ξεσηκωθούν;
Κι αν τ’ όργιο κλείσει μ’ εντολή σφαγής;
Τι πλήξη ο διαρκής θρίαμβος των αλόγων μου!
Πάντα θα παίζουνε και πάντα θα μοιράζω;
Και πώς να μου ριζώσει η ρίζα για καλά,
αν πρώτα δεν την κόψω από τη ρίζα;

Α μπα. Μ’ ό,τι φοράω θα πάω.
Κανείς δεν αναγνώρισε ποτέ
έναν εκ γενετής συνταξιούχο.





ΜΑΣΚΟΤ ΤΩΝ ΛΟΥΤΡΟΠΟΛΕΩΝ, Γ΄


Όμως κι εσείς οι εναπομείναντες
πλησίστιες ζακετούλες και ψαθάκια
θυμάστε όπως ξεχνούν: λέτε πως είναι ίδια εδώ
κι ας έχουν όλ’ αλλάξει.
Ξενοδοχείων ερειπιώνες, φέρετρα θερέτρων.
Τώρα παντού ξενώνες και φαστφούντ
φωτίσανε σε κίτρινο το κάθε γκρίζο.

Με μια ριχτή ζακέτα πιθανής ψυχρούλας
ανάμεσα σε ηλιοκαμένα βούρλα της ακτής
τι ανακατώνω, κόβω και μοιράζω
μια τράπουλα καημένες στάχτες μνήμες;

Φέρνει καμένο ο φλοίσβος
σκόνη μετακόμισης.
Με μια ριχτή στον ώμο μου ψυχρούλα
πριν καν έρθει Σεπτέμβρης
πρέπει να πηγαίνω.

Επείγει ό,τι δε γίνεται –
ν’ αλλάξω παρελθόν.





Από τη συλλογή «Άκυρο θαύμα» (1996).
Πηγή: «Γιάννης Βαρβέρης - Ποιήματα, Τόμος Α΄ [1975-1996]», εκδ. Κέδρος, γ΄ έκδοση, 2008.

Στην εικόνα: Edward Hopper, «People In The Sun», (1960).

Παρασκευή, 23 Νοεμβρίου 2018

Κώστας Μίζας, "Καλοκαίρι σε μικρό ελληνικό νησί"

 


ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ ΣΕ ΜΙΚΡΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΝΗΣΙ


Νύχτα. Πολύ αργά. Το πλοίο με καθυστέρηση φθάνει στο λιμάνι. Λιγοστοί επιβάτες κατεβαίνουν. Σίγουρες κινήσεις. Πιθανόν να είναι ντόπιοι. Σε λίγα λεπτά έχουν φύγει όλοι. Σκοτάδι. Ερημιά. Το πλοίο μία μικρή φωτισμένη γραμμή μακριά μόλις διακρίνεται. Κάποια φώτα σε μακρινή απόσταση υποδηλώνουν ύπαρξη μικρών οικισμών. Νύξεις ζωής. Θολά περιγράμματα και σκιές. Μακρινά γαβγίσματα σκυλιών από κάπου ψηλά, πιθανόν από τη Χώρα. Την ψάχνουμε με το βλέμμα αλλά δεν φαίνεται. Μήπως κατεβήκαμε σε λάθος νησί;
Κρυώνουμε. Ίσως από την κούραση. Παίρνουμε τον ανηφορικό δρόμο. Ψάχνουμε για δωμάτιο. Βρίσκουμε. Συμφωνούμε και αμέσως το μετανιώνουμε. Βρόμικο. Χωρίς παράθυρο. Κοιμόμαστε με τα ρούχα. Θα ξημερώσει σκεφτόμαστε. Παρηγοριά.
Ξημερώνει. Φεύγουμε βιαστικά. Μία κόκκινη βουκαμβίλια στην είσοδο του σπιτιού σαν βουβός χαιρετισμός μιας συνάντησης που θα ξεχαστεί.
Στα σοκάκια της Χώρας. Η τύχη μάς φέρνει στη γυναίκα του ταχυδρόμου. Μας προσκαλεί στην αυλή. Κάτω από την κληματαριά. Μας προσφέρει καρπούζι για καλωσόρισμα. Ρωτάει από πού ερχόμαστε.
Μπαίνουμε στο αγροτικό. Τα πράγματα στην καρότσα. Οδηγεί ο ταχυδρόμος. Χωματόδρομος. Φθάνουμε σε λίγη ώρα. Είναι το σπίτι της γιαγιάς. Δεν το νοικιάζουν συνήθως. Αλλά μας συμπάθησαν. Θα τους θύμισε κάτι η παρουσία μας. Μνήμες. Ίσως πράγματα που έγιναν διαφορετικά απ’ ότι θα επιθυμούσαν.
Θα είμαστε μόνοι μας. Μία μεγάλη αυλή γεμάτη δέντρα. Συκιές, δαμασκηνιές και αμπέλι φορτωμένα καρπούς. Και στην άκρη μερικές φραγκοσυκιές. Ένα τραπεζάκι με δύο καρέκλες μπροστά στην πόρτα. Ακουμπάμε τα βιβλία μας. Τα πουλιά  από πάνω μας σε ένα διαρκές πηγαινέλα.
Μας δείχνει πώς να καθαρίζουμε τα φραγκόσυκα. Ρουφάμε αχόρταγα κάθε στιγμή. Σε λίγο φεύγει. Θα έρχεται κάθε δύο μέρες. Μήπως χρειαστούμε κάτι.
Πεθαίνουμε της πείνας. Σε τρία λεπτά φθάνουμε στην παραλία. Πολύ κοντά βρίσκεται μία ταβέρνα. Παλιά ρεμπέτικα ακούγονται σε χαμηλή ένταση. Χταπόδι στα κάρβουνα. Ο μαγαζάτορας φιγούρα βγαλμένη από βιβλίο του Καββαδία. Ήταν ναυτικός. Έχει πολλές ιστορίες από  μακρινά λιμάνια που περιμένουν πρόθυμα αφτιά για να ειπωθούν.
Βράδυ στη Χώρα. Μετά τους ανεμόμυλους ανηφορίζουμε προς το κάστρο. Λίγο πιο κάτω ένα γραφικό μαγαζάκι. Αυλή. Άδειο ακόμη. Κάτασπρο με μπλε παράθυρα. Φρεσκοβαμμένο. Γλάστρες με γεράνια και βουκαμβίλιες. Καθόμαστε. Γκρεμός. Από κάτω μακριά η θάλασσα. Μουσική της Καραΐνδρου. Συγκίνηση. Η στιγμή έχει κάτι εύθραυστο, σχεδόν μεταφυσικό. Το τοπίο κρατάει την ανάσα του. Περιμένει τη στιγμή. Να έρθει πιο κοντά. Εξαρτάται από εμάς.
Δεν θα διαρκέσει πολύ. Κάποια στιγμή έρχονται παρέες. Θόρυβος. Χτυπάνε διαρκώς κινητά. Φλας. Το τοπίο κρύβεται. Τρομαγμένο. Απογοητευμένο από το ναυάγιο της επαφής. Η μουσική δεν ακούγεται. Σκεπάζεται. Σε λίγο αλλάζει και δυναμώνει. Φεύγουμε. Επιστρέφουμε με τα πόδια. Σε κάποια σημεία το φως του δρόμου είναι λιγοστό. Έχουμε φακό. Ο ουρανός γεμάτος αστέρια. Στα αυτιά μας το βουητό των ανθρώπων.
Γιατί η ομορφιά να είναι σε διωγμό;



Κώστας Μίζας




Πρώτη δημοσίευση: εφημερίδα Λαός.

Τετάρτη, 21 Νοεμβρίου 2018

Μαρία Πατακιά, "Ζυγός ψυχοστασίας"





ΖΥΓΟΣ ΨΥΧΟΣΤΑΣΙΑΣ
(ένα τάνκα)


Κλέβω στο ζύγι.
Στα κρυφά, με ζαβολιά
προσθέτω λέξεις
μη βαρύνει η σιωπή
στον ζυγό ψυχοστασίας.





ΚΡΑΔΑΣΜΟΙ


Σαν η σιωπή τούς κραδασμούς απορροφήσει
Και η στιγμή μες στο κενό λιποθυμήσει
Σαν το αιώνιο μπερδευτεί μέσα στο άπειρο
Κι η λογική βγάλει το νόημα ανάπηρο
Σαν το συναίσθημα δειλά θα προχωρήσει
Το αίνιγμα της ύπαρξης να λύσει

Σαν τότε και σαν τώρα και σαν πάντοτε
Μες στα συντρίμμια των παθών όλα θα χάνονται
Μες στις ρωγμές και τα κενά θα εισχωρούμε
Και νεκροζώντανοι τυφλά θα προχωρούμε
Σαν μέσα σ’ ένα φως και μια συνάντηση
Τα όρια της ζωής μας είν’ η απάντηση.





ΣΦΑΓΗ


Λέω ν’ ακονίσω τη σιωπή
για να σφαχτούν οι λέξεις
να ανακτήσει η νύχτα
τη λευκότητά της
να λάμψει η διάρκεια
−διά της απουσίας της−
να ξεδιπλωθεί
−σε όλο το μήκος του−
ο χρόνος.
Κι ας πάρει φως
η στιγμή
στον σκοτεινό θάλαμο
της μνήμης.
Μήπως δεν ήτανε
κι αυτή
ένα ακόμα είδωλο
ανυπαρξίας;





ΟΙ ΑΤΑΞΙΕΣ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ


Πες μου για τις αταξίες σου,
σιωπή.
Για τότε που έπαιζες παιχνιδιάρικα
με τις λέξεις…
κι ακόμα για τότε που τις άφησες
να ασελγήσουν πάνω σου,
να νομίσουν πως σε κατέκτησαν
ενώ εσύ τις εξαντλούσες,
τις έσβηνες και τις διέλυες
μέσα στην καταλυτική
λευκότητά σου.





MISE EN ABYME

                              μνήμη Δάφνης Βουδούρη


Με πικρό καμάρι σε κοίταζα
πικρά να κοιτάς τη θνητότητα
κατάματα,
γυμνή από ψιμύθια και μύθους.
Mise en abyme βλεμμάτων
να γκρεμιστούν οι λέξεις.
Αντικατοπτρισμοί ματαιοτήτων.
Το καθρεφτάκι θαμπώνει
απ’ την ανάσα της μνήμης.
Σφιγμένα δόντια
κάνουν barrage στον Χρόνο.
Γι’ αυτό,
τον οβολό στο βλέμμα σου
τον κρέμασα
Να σε περάσει βολικά
στην άλλη όχθη.

Στο μεταξύ,
στη χόβολη της μνήμης,
ψήνεται μαύρος και πικρός
καφές παρηγοριάς.





Από τη συλλογή «Ζυγός ψυχοστασίας», εκδ. Μελάνι, 2018.