Κυριακή, 24 Ιουνίου 2018

Μάτση Χατζηλαζάρου, "Mάης, Ιούνης και Νοέμβρης"




                                                                                στον Ανδρέα


                                           ~ * ~


Σε περιβάλλω με μια μεγάλη αναμονή.
Σε περιέχω όπως τ’ αραχωβίτικο κιούπι το λάδι.
Σε ανασαίνω όπως ο θερμαστής του καραβιού ρουφάει
μες στα πλεμόνια του το δειλινό το μπάτη.
Σ’ αγρικώ με την ίδια διάθεση που ο Ερυθρόδερμος
κολλάει το αυτί του χάμω, για ν’ ακούσει
τον καλπασμό του αλόγου.





                                           ~ * ~


Δεν ήτανε ανάγκη βασίλισσα να με κάνεις του Περού.
Ανάγκη ήτανε να σκύψεις από πάνω μου, να δω στα μάτια σου
εκείνα τα δυο φωσάκια. Φωσάκια που λένε ότι είμαι
τ’ ονειρεμένο σου νησί στην Ωκεανία, ξωτικό, πρωτόγονο,
ηλιοπλημμυρισμένο, καθάρια γαλάζια τα νερά του,
κι οι βυθοί του ανθόσπαρτοι σαν το πιο γόνιμο χωράφι.





                                           ~ * ~


Δεν θέλω ανεμώνες κόκκινες, μαβιές και άσπρες, θέλω
να χώσω τη μούρη μου μες στα μαλλιά σου, που ’ναι
σα χόρτα στην άκρη του ποταμού.





                                           ~ * ~


Τα λουλούδια των δέντρων είναι τα πουλιά.
Το σιγανό κελάηδισμα της θάλασσας είναι η πτώση
της βροχής στο τελευταίο τεμπέλικο κύμα του ακρογιαλιού.
Τη μυρουδιά του ήλιου τη χύνει το σφαγμένο πεπόνι.
Η ποίησή μας είναι η ζωή.





                                           ~ * ~


Κάποτε ακουμπάμε τον εαυτό μας σαν ένα κουμπί γυμνό
επάνω σ’ ένα καθρέφτη, και την αυγή βρίσκουμε ένα χαμομήλι
μες στον ανοιξιάτικο κάμπο.
Κάποτε ακουγόμαστε σαν την πιο θριαμβευτική κραυγή ζώου,
κι όταν ξανασταθούμε ν’ ακούσουμε ο ήχος μας είναι
σκληρό γρατσούνισμα φκυαριού πάνω στον άγονο βράχο.





                                           ~ * ~


Η νύχτα έπεσε στο πέλαγος – για μένα πού είναι η μέρα;
Πού ’ναι οι αχτίδες του ήλιου πάνω στα βλέφαρά μου,
πού ’ναι οι καημοί της σάρκας μου πάνω στην άμμο, πού ’ναι
ο γκιώνης, τα τζιτζίκια, κι οι πέντε μου φωνές;
Αύριο θα σμίξω με τα δυο σου σκέλη, μήπως γεννηθεί ένα μικρό
λυπητερό παιδάκι, θα το λένε Ιούς, Μανιούς, ίσως και
Aqua Marina.
Φέρτε μου να γεννήσω όλα τα μωρά της πλάσης, δώστε να
πεθάνω όλους τους θανάτους.
Μερικές χορδές μουσικής φθάνουνε για να τρέξουμε
γυμνοπόδαροι μες στη χλόη του Βορρά, για να μετρήσουμε
όλες τις σταγόνες του σώματός μας και να πλέξουμε
με το ’να μας χέρι όλες τις ψάθες των ρεμβασμών μας.





                                           ~ * ~


Μην είναι γητειά; μην είναι όνειρο; μην είναι θαύμα;
Το πλάνεμα της σκέψης μου, ο πυρετός κι οι νοσταλγίες,
κι ο οίστρος ο τρομερός της σάρκας μου.
Όλα μου σου τα χαρίζω − μες στον ήλιο και μες στο
ερωτικό χρώμα των ματιών σου.
Πώς πέφτει το φύλλο της λεύκας, το φύλλο που μαγεύει
το φως; έτσι θε να πέσω μες στην αγκαλιά σου.
Πώς σβήνουν τα τραγούδια των κοριτσιών το σούρουπο;
έτσι θε να σβήσω μες στην αγκαλιά σου.
Το γυμνό μου σώμα βρίσκεται πια στην εύκρατο ζώνη.
Γητειά είναι; όνειρο; ή θαύμα;
Η παλάμη μου σε περιμένει, η παλάμη μου σ’ αποζητάει,
η παλάμη μου τρέμει και φτερουγίζει μες στα κλαριά − αχ!
μες στη χούφτα μου κούρνιασε ένα πουλί, το πουλί είναι
η τρυφερότης σου.
Ποιος να ’ναι ο έρωτας που περιέχει το κλίμα της αιθρίας;
Γύρωθέ μου βλέπω μονάχα όλες τις λαχτάρες της Μεγάλης
Παρασκευής.
Το κλάμα μου ας είναι το ημερότερο τραγούδι· η θλίψη μου,
πομπή Μαγιού απ’ τη θάλασσα ως τον κάμπο· οι ρεμβασμοί μου,
δέκα καΐκια στολισμένα που αρμενίζουν για το πανηγύρι.
Ποτέ, ποτέ ζωή μου δίχως γητειά.
Κι είναι η γητειά η μυρουδιά του ανοιξιάτικου πόθου
μες στα χαμομήλια.
Κι είναι η γητειά όλος ο έρως ενός ξερού βράχου − με το φως,
με τον ήλιο.
Κι είναι η γητειά, απ’ την κούνια μου ως τον τάφο οι στεναγμοί
μου εκείνοι που γεννάνε το θαύμα.






Από τη συλλογή «Μάης, Ιούνης και Νοέμβρης», (α' έκδοση, εκδ. Ίκαρος, 1944).
Πηγή: η συγκεντρωτική έκδοση «Μάτση Χατζηλαζάρου, Ποιήματα, 1944-1985», εκδ. Ίκαρος, 1989.

Πέμπτη, 21 Ιουνίου 2018

Δημήτρης Π. Κρανιώτης, "Γραβάτα δημοσίας αιδούς"





Υψικάμινος


Πρώιμη στάχτη
Της υψικαμίνου
Πεταμένη στο πέλαγος
Σαν άλλη ξενιτιά
Της μοίρας μας

Το αβέβαιο
Της θέλησής μας
Και το άβατο
Της ηθικής μας

Κάθε πρωί
Που θρηνούμε όνειρα
Κάθε βράδυ
Που κερνάμε υποσχέσεις





Λευκή μαρμαρυγή


Δεν ήταν η σάτιρα
Του δωδέκατου λεπτού
Που βούτηξε
Τη λογική μου
Σε μειδίαμα
Λευκής μαρμαρυγής

Μα η νηφαλιότητα
Των αθώων
Που με οδήγησε
Σ’ ένοχα μυστικά
Διττά κελεύσματα σιωπής
Επίορκων δωρητών ψυχής





Ενός λεπτού σιγή


Κρυμμένο το λεπτό
Της σιγής
Γυρίζει νυχτωμένο
Κι οι λέξεις του
Σαλπάρουν
Σε αμύθητες ωδές

Στρώσε φύλλα
Χωρίς θυμό
Φύτεψε άνθη
Με θυσία

Κι αν το νερό
Ποτίσει ζωές
Το χώμα
Αν θάψει αιώνες

Σβήσε το λάθος
Μα μην κοιμηθείς
Γράψε τη μοίρα
Μα μην ξυπνήσεις





Η δύση της ίριδας


Η δύση της ίριδας
Φωτεινών οραμάτων
Θολώνει συναλλαγές ζωής
Βάφοντας γκρι τον ουρανό

Χωρίς βροντές κι αστραπές
Με τα σύννεφα
Να περισσεύουν

Πραμάτεια ελπίδας
Σε παζάρια ψυχών
Που ακυρώνουν
Κάθε διαθήκη του χθες

Χαμένοι στην άλγεβρα
Σε αδιέξοδα
Που μόνο η ποίηση
Μπορεί ν’ ανατρέψει





Το άγνωστο ποίημα


Ξένος αθέατος αναγνώστης
Άγνωστου ποιήματός μου
Που ακόμη
Δεν εμπνεύστηκα
Το βλέμμα σου

Με ποτίζει λέξεις
Και σκαλίζει μέσα μου
Κήπους ανθέων και δακρύων
Καίγοντας τις άκρες
Των δακτύλων μου

Αρνούμενος να δεχτώ
Να γράψω τους στίχους
Που ήδη ξέρεις





Από τη συλλογή «Γραβάτα δημοσίας αιδούς», εκδ. Κέδρος, 2018.

Δευτέρα, 18 Ιουνίου 2018

Πελαγία Φυτοπούλου, "Κούκος"





ΣΥΜΠΤΩΣΗ


απόψε κάποιοι δε θα κοιμηθούν
περιμένουν
αδελφό να τους πυροβολήσει
ή έστω
έναν περαστικό ν’ ανάψει το φως
σε χαλεπούς καιρούς ακόμη και αυτό
μπορεί να σκοτώσει
απόψε τοποθετούν στον ουρανό
παιδικά καθίσματα





Ε


ο κόσμος μας δεν υπάρχει
ούτε εμείς είμαστε άνθρωποι
ψάρια είμαστε
οργώνουμε ένα κομμάτι γαλάζιο
ο ουρανός μάς ταΐζει ακρωτηριασμένα πόδια
βιάζεται να μεγαλώσει
η πολιτεία ορθοπόδησε
κοκκίνισε επαίνους
σύντομα όμως θα μας ζητήσουν
τα πόδια πίσω
και η πολιτεία θα πέσει
σαν αδούλευτη αστραπή
πάνω στα γραφούμενά μας
η ποίηση θα συρθεί
σαν φίδι που δεν του δόθηκε
η δέουσα προσοχή
και τότε θα βγάλει χέρια
και τα χέρια όταν θέλουν
χτυπάνε στην καρδιά





ΑΞΙΟΠΡΕΠΕΙΑ


βλέπω προχωρήσαμε όλοι
τους στίχους μας
σ’ ένα πρώιμο απόγευμα
τώρα ας ανοίξουμε
τα παράθυρα
να πάρουμε λίγο
φρέσκο αέρα

Άνοιξε μια τρύπα στον καθένα
Εγώ είχα μεγάλο κούτελο
Άνοιξε δυο





ΓΕΝΙΚΗ ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΥ


Εδώ στον ουρανό έχουμε απ’ όλα
Κανένα παράπονο
Οι καλόγριες πετάνε
Κανείς δεν κλειδώνει την ομορφιά
Ζούμε χωρίς κεφάλι
Οι αυτοκτονίες λιγόστεψαν
Πεθαίνουμε κανονικά
Με υποχρέωσαν να κάνω διαθήκη
Σου άφησα μια κλωστή απ’ το γέλιο μου
Με απέσυραν βιαστικά





ΕΞΟΔΟΣ


Κάνει ψύχρα
Σκέπασέ με
Χώμα θα βρεις στο ψυγείο





Από τη συλλογή «Κούκος», εκδ. Θράκα, 2016.

Πέμπτη, 14 Ιουνίου 2018

Ποιητική Ομάδα 1ου ΓΕΛ Βέροιας, "Με την ποίηση γίνεται"





Με την ποίηση γίνεται

Ταξίδι
Στα υγρά σοκάκια της μνήμης
εκεί που κόκκινες γραμμές απαγορεύουν.
Στα διψασμένα για αγάπη κορμιά
που ονειρεύονται αεικίνητα.
Στα λυπημένα μάτια
που λάμπουνε από έρωτα.
Στα αιώνια πάθη
που μένουν αποτυπώματα στην ψυχή.
Στον φόβο
που χορεύει αντικρυστά με το πεπρωμένο.
Στα παγωμένα για χρόνια αισθήματα
που θεριεύουν.
Στη ζωή
που με αφορμή τον θάνατο την ζεις.


Η ομάδα των ποιητικών διαδρομών





Λέμη Γατοπούλου, «Αρχή του Έρωτα…»


Αρχή του Έρωτα
Πόθος για ένα χορό
Αντικρυστό· μαζί σου
Αναπάντεχη εκπλήρωση
Κορμιά αντικρυστά
Τα μάτια σου καρφιά φωνάζουν
στη σιωπή
Βήμα-αλλαγή
μου απλώνεις το χέρι
Στροφή
Και ξανά βήμα-αλλαγή
Βήματα πολλά και αλλαγές
Ξαφνικά χειροκρότημα
Τέλος του Έρωτα





Μαρία Γατοπούλου, «Βασανίζομαι»


Ένας κόμπος στο στήθος
Που όλο ανεβαίνει
Τα χείλη μου τρέμουν
Τα δαγκώνω από θυμό
Τα μάτια μου πρησμένα
Πάνω τους κάτι μικρές
Ακανόνιστες γραμμές
Κόκκινες Απαγορευτικές
Πάντα εκεί
Με εμποδίζουν να δω





Ελένη Γκερντούκη, «Πριν κοιμηθώ…»


Πριν κοιμηθώ, πες μου πού ξαπλώνεις
Μην γείρω πάνω σου
Στο πεινασμένο για αγάπη κορμί σου
Στο διψασμένο για όνειρα μαξιλάρι σου

Άθελά μου, μη σε πληγώσω





Μαρία Μοτσιοπούλου, «Πεπρωμένο…»


Πεπρωμένο
Ένας μαγνήτης που μας έλκει
κάθε στιγμή προς το μέρος του
με σκηνές χιλιοπαιγμένες θεάτρου
σε κάποια προκαθορισμένη από άλλους ζωή.





Κατερίνα Μπατζιόλα, «Να βρέχει»


Ήρθες και ξέπλυνες τη σκόνη μου
σαν αυγουστιάτικη βροχή
Έφερες τη δροσιά στον καύσωνά μου
Και όταν έφυγες
Έμεινα να πολεμώ μόνη τα καλοκαίρια
Γι’ αυτό θέλω τόσο πολύ να βρέχει

Σε θυμίζει πάντα





Διονύσης Παζαρτζικλής, «Φόβος»


Η πιο τρομακτική στιγμή της ζωής
Είναι η τελευταία
Μπροστά στον φόβο του θανάτου
Μα ακόμη πιο τρομακτικό
Είναι μια ζωή χωρίς ζωή
Με αφορμή το θάνατο, λοιπόν, μιλώ για τη ζωή.





Λυδία Παπαλάμπρου, «Όνειρο»


Ίσως ένα όνειρο να είναι η αγάπη
Όνειρο που ο καθένας βλέπει αυτό που θέλει
Τότε θα εύχεσαι να μην ξυπνήσεις
Μήπως το όνειρο γίνει εφιάλτης
Μήπως το ιδανικό που ονειρευόσουν δεν υπάρχει πια
Εκεί είναι που θα χαθείς
Τότε θα πονέσεις
Θα ’ναι σαν να γυρεύεις την ανάσα σου
Και δεν τη βρίσκεις
Τότε θα πέσεις
Μα βρες το κουράγιο να σηκωθείς
Να αντέξεις
Να ελπίζεις σε νέα όνειρα
Όχι απαραίτητα καλύτερα





Από τη συλλογή της Ποιητικής Ομάδας του 1ου ΓΕΛ Βέροιας, «Με την ποίηση γίνεται», Βέροια 2018.
Υπεύθυνοι καθηγητές: Αλέξανδρος Ζαφειρόπουλος, φιλόλογος & Θεανώ Μιχαηλίδου, φιλόλογος.

Tην Ποιητική Ομάδα του 1ου ΓΕΛ Βέροιας αποτελούν οι:
Βασιλική Γαλανομάτη, Λέμη Γατοπούλου, Μαρία Γατοπούλου, Ελένη Γκερντούκη, Ελένη Εκτώρογλου, Θεμελάκος, Μαρία Μοτσιοπούλου, Κατερίνα Μπατζιόλα, Διονύσης Παζαρτζικλής, Λυδία Παπαλάμπρου, Μαρία Στολτίδου, Μίλτος Χαλαϊδόπουλος και Σταυρούλα Χατζηδημητρίου.

Δευτέρα, 11 Ιουνίου 2018

Δημήτρης Κονιδάρης, "Οι συζητητές"




ΕΛΞΗ


Παράλληλα είχε μιαν
άνεση,
μιαν ευκολία να ελκύει,
μιαν ικανότητα να πείθει ίσως,
όμως το εξαίσιο τούτο χάρισμα
πολλές φορές το τράβηξε από τα μαλλιά.

Την αίσθηση του μέτρου δεν απόκτησε ποτέ,
κι όσο περνά ο καιρός και υπερβάλλει
τόσο φουντώνει κι η αγωνία των φίλων του.
Αναρωτιόμαστε
τι τελικά απογίνονται
οι συνομιλητές του
κι οι άλλοι που γεύονται κάποια στιγμή
την κόλαση της γλυκύτητάς του.





ΜΑΤΑΙΑ


Έρχεται ο ευερέθιστος άνθρωπος
δρασκελώντας βουνά και κάμπους,
μ’ όλα τα μεταφορικά μέσα
στη διάθεσή του.
Εμείς εδώ λέμε ότι
θα συνεχίσουμε να συζητάμε ακόμη κι όταν
πάρει αυτός θέση που δεν του πρέπει
στον κύκλο των συζητητών.
Διακρίνουμε τη βία των απόψεων
ενός τρίτου ανθρώπου

βγάζουμε νερό από μολυσμένο πηγάδι.





ΕΙΣΔΥΣΗ


Στις συναντήσεις μας
παρατηρώ τα μάτια
να εννοήσω αν βλέπουν,
σ’ αιφνιδιάζω μ’ ανταύγειες και λουλούδια,
σε τέρπω με πολύχρωμα πουλιά,
μετρώ τις αποκλίσεις σου,
σμιλεύω τη δυσπιστία του σκεπτικού σου
και περιμένω λέξεις σου

φωνή από πηγάδι.





ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ


Το δωμάτιο έχει γίνει κονίστρα
ερίδων,
στα λίγα τετραγωνικά του
χωρούν
όλα τα πάθη της γης.
Την επιείκεια της παρουσίας
την ξέρουν μόνο τα πουλιά
που πάνε κι έρχονται στα δέντρα.
Άνθρωποι με προίκα την ασφυξία
στις σχέσεις τους
αντλούν τον αέρα του διπλανού.





ΤΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΑ


Με τα επιχειρήματά μου έγινα
οριστικός
σαν το αυτί του βαρήκοου
που δεν ξέρει πώς
χτίζεται η φωνή.

Οι κρουνοί των επιχειρημάτων που έχω ανοίξει
μας πνίγουν
και τους δύο.





Από την συλλογή «Οι συζητητές» (εκδοτική σειρά του περιοδικού Πόρφυρας, 1981).
Πηγή: η συγκεντρωτική έκδοση «Δημήτρης Κονιδάρης - Ποιήματα (1981-2016)», εκδ. Κουκκίδα, 2017.
(Στην εικόνα, το εξώφυλλο της συγκεντρωτικής έκδοσης «Οι συζητητές», εκδ. Έψιλον, 1995).

Παρασκευή, 8 Ιουνίου 2018

Βασίλης Δασκαλάκης, "Plexus"




PLEXUS


O μεγάλος αμερικανός συγγραφέας Χένρι Μίλερ, σε διάστημα δέκα ετών (1949 - 1959), ολοκληρώνει την τριλογία SEXUS - PLEXUS - NEXUS. Η επιρροή του Μίλερ στην παγκόσμια λογοτεχνία ήταν παραπάνω από εμφανής. Το 1953 καταθέτει το δικό του πλεκτό (PLEXUS), όπου όλα γυρίζουν με ένα φρενήρη εσωτερικό ρυθμό γύρω από τις σχέσεις των ανθρώπων και τις συμπεριφορές τους, που περιπλέκουν τους πρωταγωνιστές σε οριακές καταστάσεις.

Τι είναι λοιπόν ένα πλεκτό ή το πλέξιμο εν γένει; Η διαπλοκή; Η συναρμογή, κλωστών και χρωμάτων που δίνουν ζωή σε ένα υλικό όπως το μαλλί και το μεταποιούν σε έργο τέχνης; Ή μήπως η ανάγκη του ανθρώπου για επιβίωση μέσα από την ευρηματικότητά του; Θα μπορούσαμε να εμπλακούμε σε ατέρμονες πλεκτάνες, ματαίως να συνθέτουμε και να ξεπλέκουμε και πάλι να είμαστε έμπλεοι χαράς και δημιουργίας.

Όμως το νήμα που στριφογυρίζει ανάμεσα στις δυο βελόνες μπορεί να γίνεται στίχος ή πολύχρωμος τοίχος ή ένας θώρακας ή σκουφί, κάποτε γάντια και σάλι ή κασκόλ και εντέλει ένα αμάνικο πουλόβερ ζεστό, της μνήμης των παιδικών χρόνων. Οι επιπλοκές του πλεξίματος είναι στο κάτω κάτω και τα τερλίκια που αγκάλιαζαν τα πέλματα και τις καρδιές μας.

Εν κατακλείδι, εκτός από τα πραγματικά νήματα, υπάρχουν και τα αόρατα, αυτά που ενώνουν τους ανθρώπους, στεριώνουν φιλίες, καλλιεργούν μέσα από την μοναξιά του δημιουργού μια νέα συλλογικότητα σε δίσεκτα χρόνια. Είναι η χαρά και η προσφορά, το χτίσιμο μιας ελπίδας.



Βασίλης Δασκαλάκης


(Με αφορμή την έκθεση της ομάδας πλεξίματος, που θα γίνει στο café «εκτός χάρτη», Βενιζέλου 43, Βέροια, στις 19/6/2018, με την αρωγή της art gallery Papatzikou).

Τρίτη, 5 Ιουνίου 2018

Αλκιβιάδης Μαλλίδης, "Μυστικός Άτλας"




Θάνατος και ζωή


Χαμογελούν των πανσέδων
οι νεκροκεφαλές

Οι μέλισσες
λούζονται στη γύρη





Χελιδόνι


Είναι ένα αφηρημένο χελιδόνι
που δεν φεύγει με τα άλλα πουλιά
Κουρνιάζει μέσα στη χούφτα μου
όλο το χειμώνα

Είμαι η φωλιά του





Το τίμημα της ελευθερίας


Ω άλογο, αχαλίνωτο άλογο!
Καταγής έριξες τον αναβάτη
και καλπάζεις χλιμιντρίζοντας
προς την ατέρμονη έρημο

Ω άλογο, αχαλίνωτο άλογο!
Σε λίγο θα διψάς αφόρητα
Ο λίβας θα σου καίει τα ρουθούνια
Οι γύπες θα σου τρώνε τα μάτια





Εντροπία


Τα χελιδόνια, οι παιωνίες, οι αλέες
Τα υπερφυή νησιά στη μέση του πελάγους
Το ευσπλαχνικό κορμί μιας γυναίκας
Οι τέσσερις εποχές και οι τέσσερις ουρανοί τους
Τα φιλιά, τα αγγίγματα δύο χεριών
Η μικρή και η μεγάλη άρκτος
Απόψε απουσιάζουν

Η νύχτα αποτεφρώνει τα όνειρα
Η ζωή έχει ελάχιστη συνοχή





Κισσοί


Κισσοί πλέκουν το ατλάζι τους
φορεσιά για το κορμί μου

Με δένουν από τον καρπό και από τη μέση
Ανεβαίνουν αργόσυρτοι στα μπράτσα
Τυλίγουν το λαιμό

Και με τα χρυσοπράσινα φύλλα τους
μου κλείνουν τα μάτια





Από τη συλλογή «Μυστικός Άτλας», εκδ. Γαβριηλίδης, 2017.

Σάββατο, 2 Ιουνίου 2018

Γιώργος Ν. Σιώμος, "Ο γύρος της Κίνας"




Ο γύρος της Κίνας


Η Ελληνοκινέζα φωτογράφος Λίτσι Λο συνεργάζεται με τον Δανό Γιαν Τόμσεν που ζει τριάντα χρόνια στην Αθήνα. Η Λο στη φωτογραφία, ο Γιαν στο βίντεο. Σε γάμους, βαφτίσια, σπίτια, επαύλεις, κότερα, βαπόρια, υψικαμίνους… Τα βίντεο του Τόμσεν είναι μικρά έργα τέχνης. Ντύνει τον γαμπρό και τη νύφη μια μέρα νωρίτερα και τους πάει στην ακτή. Ο γαμπρός καβάλα σε μαύρο άλογο σπαθάτο, προχωρά προς το νερό, παίρνει τη νύφη στα χέρια του και με ιπποτικές κινήσεις την ανεβάζει στα καπούλια. Άλογο και ζεύγος καλπάζουν πάνω στα κύματα. Το νυφικό δίνει στο άλογο φτερά και πετάει. Άλλοτε τους πάει σε χωράφια με σιτάρια την ώρα που ένα ελαφρό αεράκι λυγίζει τα στάχυα που χρυσίζουν στον ήλιο. Βάζει το ζεύγος να χορέψει βαλς πάνω στον κυματισμό του χρυσού σιταριού.
Με την κρίση, από χρόνο σε χρόνο, λιγόστεψαν οι γάμοι, οι βαφτίσεις, έσπασαν οι δουλειές, τα παιδιά του έφυγαν για σπουδές στη Γερμανία. Οπότε ο Γιαν Τόμσεν σκέφτηκε να επιστρέψει στην πατρίδα του για δουλειά.

Το όνειρο του εικοσάχρονου Γιαν Τόμσεν, από παιδί, ήταν να κάνει τον γύρο της Κίνας με ποδήλατο. Δοκίμασε πρώτα τον γύρο της χώρας του. Απόλαυση! Το επόμενο ταξίδι, ήταν ο γύρος της Ευρώπης. Φόρτωσε τα σακίδιά του στο ποδήλατο και τράβηξε προς τα νότια. Διέσχισε τη Γερμανία, την Αυστρία, την Ιταλία. Από την Αγκόνα με το καράβι πέρασε στην Πάτρα. Από εκεί κατηφόρισε για τον Πύργο και την Καλαμάτα.
Στα περιβόλια της Σπάρτης κάθισε να ξαποστάσει κάτω από μια πορτοκαλιά. Να φουσκώσει και το λάστιχο που έχανε αέρα. Ένας μικρός φτερωτός θεός έπαιζε με το τόξο του πάνω στα φύλλα του δέντρου ζωσμένος τη φαρέτρα του. Τέντωσε το τόξο και το ένα βέλος βρήκε τον νεαρό ποδηλάτη Γιαν Τόμσεν στην καρδιά και το άλλο μια νεαρή Σπαρτιάτισσα που περπατούσε αμέριμνη τρώγοντας ένα μανταρίνι.
Άφησε στην άκρη το αγαπημένο του ποδήλατο ο Γιαν Τόμσεν, ζευγάρωσε με την Σπαρτιάτισσα, έκανε δυο παιδιά, τα μεγάλωσε. Η λαβωματιά − μια μικρή ουλή, ένα σημαδάκι σχεδόν αόρατο − από το βέλος έκλεισε, αλλά άνοιξε άλλα ρήγματα. Τάφροι, χαντάκια, τοίχοι μικροί, τοίχοι μεγάλοι, βουνά, χαράδρες κλείνουν το δρόμο για την Κίνα.

Τον καλωσόρισαν οι πρόσχαροι συμπατριώτες του, του έδωσαν δουλειά με καλά λεφτά. Άλλος αέρας. Άλλος κόσμος. Δρόμοι καθαροί, απέραντα πάρκα αναψυχής, άνθρωποι σχεδόν ευτυχισμένοι. Ένιωσε άβολα από την ευταξία, την επανάληψη, την κανονικότητα ο Δανός. Είχε ξεμάθει από την πειθαρχία και την ανελέητη εφαρμογή των κανόνων. Νοστάλγησε τις ανοχές, το λάσκα, το χύμα των Ελλήνων. Το άνευ ορίων άνευ όρων. Τη ρήση τους ότι οι νόμοι φτιάχνονται για να κοιμούνται, για να παραβιάζονται, κι αν είναι καμιά φορά να εφαρμοστούν, τότε ας βγουν απ’ το συρτάρι.
Κάθισε έναν μήνα ο Γιαν Τόμσεν, το ζύγισε από δω το ζύγισε από εκεί κι έγραψε στη Σπαρτιάτισσα: Επιστρέφω. Πίσω από τα ευγενικά χαμόγελα των ανθρώπων δεν υπάρχει τίποτα. Δεν έχουν ανάγκες. Κανείς δεν χρειάζεται κανέναν. Αν γινόταν εδώ η κρίση θα είχα πεθάνει. Εκεί δεν θα με αφήσουν να πεθάνω. Επιστρέφω στην ανασφάλεια, στην ανεργία, στην αρμονία του χάους.
Υ.Γ.: Ξέρω ότι το πανηγύρι θα κρατήσει καμιά εξηνταριά χρόνια ακόμα.
Πέρασε από το ταμείο, πληρώθηκε, τους ευχαρίστησε και ξαναγύρισε στη δεύτερη πατρίδα του.

Στο αεροδρόμιο «Ελευθέριος Βενιζέλος» τον περίμενε, σταλμένος από την Ελληνοκινέζα φωτογράφο Λίτσι Λο, ο επιχειρηματίας Βασίλης Κουνάβης. «Σε χρειάζομαι, ξέρεις Δανέζικα και Ελληνικά, ό, τι πρέπει για την επιχείρησή μου στην Κινέτα. Εισάγω και εξάγω προϊόντα στη Δανία».
Κλεισμένος μέσα στο γραφείο, δέκα ώρες την ημέρα μπροστά σε έναν υπολογιστή ο Τόμσεν, μιλάει για συναλλαγματικές, παραγγελίες και εμπορεύματα. Στα διαλείμματα αντί να ξεκουράζεται, καβαλάει το ποδήλατο της φαντασίας του και πετιέται μέχρι την Κίνα. Τη γυρίζει ολόκληρη μια δυο φορές, σκαρφαλώνει στο μακρύ τείχος, κάνει τούμπες, ανεβαίνει σκαλιά, βλέπει τον Λάο Τσε να επιστρέφει από τον πρωινό μακρύ περίπατό του... Όταν κουράζεται να ποδηλατεί, ανεβάζει τα πόδια στο γραφείο, γέρνει το σώμα του προς τα πίσω, στηρίζει με τα χέρια του τον σβέρκο και συλλογίζεται, πόσο μοιραίο ήταν εκείνο το βέλος που τον βρήκε στην καρδιά κάτω από την πορτοκαλιά στη Σπάρτη...
Στις πιο καλές στιγμές του αισθάνεται τυχερός που μπορεί τις Κυριακές να κάνει με το ποδήλατό του τον γύρο της Κινέττας.
Όταν κατεβαίνει στη θάλασσα και βλέπει τα βαπόρια να περνούν, βαριά, επιβλητικά, «Ω υπερωκεάνιον τραγουδάς και πλέχεις...» μουρμουρίζει, καβαλάει το ποδήλατο, γλιστράει πάνω στο κύμα ανοίγει η μπουκαπόρτα, «περάστε κύριε ποδηλάτη, κι εσείς για την Κίνα; Ωραία, φύγαμε».

Γλίστρησε ξαναγλίστρησε στο νερό με το ποδήλατο ο Τόμσεν, άνοιξε την μπουκαπόρτα άπειρες φορές, έκανε υπομονή, κατάπιε συμβιβασμούς, υποχωρήσεις, μέχρι την ημέρα που το πειρατικό πνεύμα των προγόνων του Βίκιγκς εξερράγη, τον έσπρωξε πάνω στο ποδήλατό και τράβηξε για την Κίνα, στ’ αλήθεια αυτή τη φορά. «Επ, πού πας; Πρώτα από την πορτοκαλιά στη Σπάρτη, να πιάσουμε το νήμα από εκεί που το αφήσαμε».
Στον Ισθμό σταμάτησε για μια ανάσα. Πεντακόσιοι θαρραλέοι άντρες, βοηθούντος και του ανέμου, κολυμπούσαν από τη μια ως την άλλη άκρη του ισθμού. Άκατοι και κινητά νοσοκομεία για τους αθλητές με φουσκωμένα τα πανιά τούς ακολουθούσαν. Το πλήθος περίεργο και συγκινημένο κοιτούσε ψηλά από τις όχθες. Έσκυψε κι ο Τόμσεν πάνω απ’ το μεγάλο κενό, είδε τους ανθρώπους κάτω σαν μικρά άσπρα σκουλήκια να κινούνται προς την ματαιότητα κι αναρωτήθηκε: «Πού πηγαίνουν όλοι αυτοί; Τι επιδιώκουν; Να περάσουν τον ισθμό; Να ξεπεράσουν τους εαυτούς τους; Να ξεπεράσουν τους άλλους; Κι εγώ; Πού πάω; Τι επιθυμία είναι αυτή; Ποια δύναμη, ποια κατάρα με σπρώχνει να βολοδέρνω ολομόναχος στην άκρη του κόσμου;».



3/3/2018
Γιώργος Ν. Σιώμος




Πηγή της εικόνας: https://www.anassatravel.gr/