Παρασκευή, 9 Δεκεμβρίου 2016

Έλσα Κορνέτη, "Ο λαίμαργος αυτοκράτορας κι ένα ασήμαντο πουλί"




*

Απόψε αισθάνομαι υπέροχα
Ονειρεύτηκα πως έβαλα
το δάχτυλό μου
στην τσέπη ενός ιππόκαμπου
και πήρα το χρώμα του βυθού

Μη φεύγεις παράξενο πουλί

Έλα κοντά μου
Κι άμα πεινάς
Θα σου δώσω
Μια φρυγανιά
Την ψυχή μου




*

Οι δυνατοί αναίσθητοι
Φοράνε προβοσκίδες
Έχουν δάχτυλα τσιγκέλια
και μια παρδαλή ουρά
Αποκεφαλίζουν
της φαντασίας τα παιδιά
πριν αυτά ακόμα γεννηθούνε
Στα όνειρά τους
δεν βρέχει μανταρίνια
Ποτέ δεν τόλμησαν να πατήσουν
την ουρά μιας κοιμισμένης τίγρης
κι όμως βρυχώνται
                                                     Το μόνο που φοβούνται
μην τύχει και τους λιώσει
η μεταξωτή παντόφλα
του Αυτοκράτορα




*

Χάρισμα σας οι αηδονοφωλιές
τα ζωντανά πουλιά είναι άχρηστα
χρήσιμα είναι μόνο τα ηλεκτρικά πτηνά
φορούν ρεντιγκότες από pixels και microchips
τιτιβίζουν μέσα σε γαλάζιες οθόνες πιστό μπλε
τ’ ουρανού πιστό μπλε της ημέρας

Τα χρήσιμα ηλεκτρικά πουλιά
κάνουν το βιολογικό ρολόι
να χτυπά σαν απομίμηση ουρανού
σαν φωτεινή απομίμηση ημέρας
για να πετάτε με ανακούφιση προσωρινή
την κάθε μοναχική νύχτα σας
με τα σκουπίδια στον κάδο με το κλουβί
του ωδικού υπολογιστή




Από τη συλλογή «Ο λαίμαργος αυτοκράτορας κι ένα ασήμαντο πουλί»,
εκδ. Σαιξπηρικόν 2012

Δευτέρα, 5 Δεκεμβρίου 2016

Μάτση Χατζηλαζάρου, "Ετούτος είναι ο τόπος της ζωγραφικής"




[ΕΤΟΥΤΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΤΟΠΟΣ ΤΗΣ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗΣ]


Ετούτος είναι ο τόπος της ζωγραφικής
ετούτος είναι ο τόπος της ποίησης
Τα δέντρα το χειμώνα είναι γυμνά από τα φύλλα τους, μ’ από κάθε κλαρί όλων των δέντρων στους μεγάλους δρόμους και στα σοκάκια (στους μικρούς) και στις πλατείες φυτρώνει μια ρεμβαστική
ποίηση χλωρή, αν και είναι τόσο κρύος ο χειμώνας
Τα σπίτια είναι μαυρισμένα απ’ όλες τις σκιές

Με κυνηγάει ο τόπος μου

Με κυνηγάει ο τόπος μου
εδώ
στην πόλη της ζωγραφικής
εδώ, που τον χειμώνα
από κάθε κλαρί δέντρου στη λεωφόρο, στα δρομάκια, στις πλατείες
φυτρώνει μια ποίηση λίγο ρεμβαστική
εδώ που οι πέτρες
είναι κλήματα
τα τσαμπιά τα είδα

Μα εμένα με κυνηγάει ο τόπος μου
εμένα που δεν ξέρω ν’ αγκαλιάσω
με κυνηγάει το παιδί
εκείνο που θα ’πρεπε να ’χα γεννήσει
αντί να κρύβουμαι ξεφεύγοντας μες σε τίποτε ράφια μαγαζιού, ή
        μες στον Proust και τις aubépines
ίσως να με κυνηγάνε μάλιστα δυο τρία παιδιά
εμένα με κυνηγάει ο Διόνυσος
και στην Ελλάδα μια φορά
λίγο έλειψε να με πιάσει, στη Βάρκιζα
μα ποτέ δεν μπόρεσα να σταθώ
να πω − να με εδώ θέλω να με πάρεις
τον γυμνό εαυτό μου
είμαι ένα ράφι γωνιακό
ό,τι και ν’ ακουμπήσεις απάνω μου
πέφτει


Άνοιξη Παρίσι



[Σημείωση: Το άτιτλο αυτό ποίημα, γραμμένο σε δύο σελίδες κόλλας αναφοράς, με χρονική και τοπική ένδειξη γραφής Άνοιξη Παρίσι, είναι το πρώτο χρονικά από τα ποιήματα που η Μάτση Χατζηλαζάρου έγραψε μετά την εγκατάστασή της στο Παρίσι και διασώζονται στο αρχείο της. Απηχεί σκέψεις και συναισθήματα που η Μάτση θέτει και στα πρώτα της γράμματα προς τον Ανδρέα Εμπειρίκο. Το χειμωνιάτικο φυσικό τοπίο του Παρισιού, η ζωγραφική τέχνη, η σχέση της με τον τόπο καταγωγής της. Μάλιστα σε μια πρώτη εκδοχή, την οποία έχει σβήσει και διορθώσει, ο στίχος Με κυνηγάει ο τόπος μου ήταν Με κυνηγάει το Ρωμέικο. Στο ποίημα αυτό η Μάτση αναφέρεται και στην απουσία τεκνοποιίας την οποία αντιμετωπίζει ξεφεύγοντας και κρυβόμενη στην τέχνη. Η τραγική διαπίστωση των τελευταίων στίχων σχετίζεται με το σαράκι και τις απελπισίες για τις οποίες κάνει λόγο στα πρώτα της γράμματα: είμαι ένα ράφι γωνιακό / ό,τι και ν’ ακουμπήσεις απάνω μου / πέφτει.]



Από το βιβλίο «Μάτση Χατζηλαζάρου - Γράμματα από το Παρίσι στον Ανδρέα Εμπειρίκο - (1946-1947) - Και άλλα ανέκδοτα και πεζά της ίδιας περιόδου», Εισαγωγή, υπομνηματισμός, επιμέλεια: Χρήστος Δανιήλ. Εκδ. Άγρα 2013
(Το ποίημα και η σημείωση από το Παράρτημα ΙΙ του βιβλίου).



Παρασκευή, 2 Δεκεμβρίου 2016

Kούλα Αδαλόγλου, "Εποχή αφής"





Φωνή Β΄


Κάθε βράδυ είναι εκεί και με κοιτάει.
Σαν να γνωριζόμαστε από πάντα.
Της προσφέρω το Tom Collins που πίνει και πλησιάζω
μου χαμογελάει όλο φως.
                     
Τι ξέρει η αγάπη από το όμορφο;
Τι ξέρει από το διαφορετικό;
Γεμίσανε ταμπέλες τα ράφια, οι δρόμοι
γράφω με το δάχτυλο τη σκόνη τους
τις ξεκαρφώνω με τα νύχια τα χέρια μου σκίζονται
γκρεμίζομαι στο σπάσιμο της κατανόησης.

Έτσι το βίωσα, καιρό.
Σαν παροξυσμό.
Να επιθυμώ τώρα
ό,τι μελλοντικά ήταν αβέβαιο.
Το σκότωσα ένα βράδυ με τον τρόπο που ξέρω.
Έμεινα σαν ξεφουσκωμένο παιχνίδι
σαν κατεστραμμένη μαριονέτα -

φτάνουν οι παρομοιώσεις -
ένας άνθρωπος με ματαιωμένη προσδοκία.





Φέιγ βολάν


Λίγο πριν από το ύψος της Αριστοτέλους με Ερμού
έκανες αδιέξοδες τις κατευθύνσεις.
Άχνιζε η ζέστη
μηνύματα στο κινητό με καλούσαν στην ΕΡΤ.

Λίγο πριν από το ύψος της Ερμού
μετέωρες αποφάσεις.
Συλλαλητήριο για τους απολυμένους
εκατοντάδες μηνύματά μου φέιγ βολάν πεταμένα στους δρόμους
ζητούν τον λόγο από εκείνον που παρίστανε τον παραλήπτη.





Αιφνιδιασμός


Γιατί με αιφνιδίασες;
ούτε ένα σημάδι, κάτι που να δείχνει αλλαγή πορείας.
Ο αιφνιδιασμός είναι ένα ρίσκο.
Γιατί θεώρησες προβλέψιμη την αιφνιδιαζόμενη;
Ποιος ορίζει το πλαίσιο;





Γ΄

Ετοίμασα ντοματόσουπα, από κουτί,
μόνο τη ροζέτα από κρέμα γάλακτος έφτιαξα μόνη μου
κι ας βουτήξουν ζεστά φρυγανισμένα ψωμάκια σε σως
    αρωματικές
μήπως φιλήσει τον ουρανίσκο τους μια μακρινή ηδονή.





Από τη συλλογή «Εποχή αφής», εκδ. Σαιξπηρικόν 2016.

Τρίτη, 29 Νοεμβρίου 2016

Χλόη Κουτσουμπέλη, "Οι ομοτράπεζοι της άλλης γης"




Από την ενότητα
ΤΑ ΓΥΑΛΙΝΑ ΣΠΙΤΙΑ



ΑΝ ΚΑΠΟΤΕ ΒΡΕΘΕΙΣ

Αν κάποτε βρεθείς σε ξένη γη
χειμώνα με ομίχλη
και την υγρασία ψόφιο όρνεο
κάτω απ’ το σακάκι
διασχίζεις έρημα χωράφια
και συναντάς μόνο σκιάχτρα
που ριγούνε στο σκοτάδι
και δεν υπάρχει δρόμος
ούτε κορμί
ούτε ένα γερό κονιάκ παρηγοριάς
να τονώσει τα κόκαλα που τρίζουν
θυμήσου πως σε θυμάμαι
πως πλέκω τις ίνες μεταξύ τους
τα νήματα δένω του χρόνου
υφαίνω το κόκκινο χαλί
στην ζεστή κουζίνα
με την χύτρα να κοχλάζει
το ξύλινο τραπέζι
την σούπα, το τυρί και το ψωμί
και κάθισε ξανά απέναντι
αφού το μόνο σπίτι
που μοιράζονται δυο άνθρωποι ποτέ
είναι η μνήμη.




Ο ΣΤΡΟΒΙΛΟΣ


Εμένα ούτε οι νεκροί μου δεν είναι όπως των άλλων.
Δεν αφήνουν κενές μποτίλιες έξω από την πόρτα
ούτε εφημερίδες με αγγελία θανάτου
δεν δίνουν παραγγελιά σε ξενυχτάδικα
δεν φορούν μυτερά λουστρίνια
ούτε λευκά πουκάμισα ανοιχτά στο στήθος
δεν εμφανίζονται ξαφνικά στην πολυθρόνα στο σαλόνι μου
ούτε σε όνειρα με ταχυδακτυλουργούς και χαρτορίχτρες.

Οι δικοί μου νεκροί κάθονται
μπροστά σ ένα τεράστιο πληκτρολόγιο
και στέλνουν μηνύματα στο σύμπαν.
Κάποια στιγμή μια μαύρη γάτα
βουτάει τα πέλματά της στο σκοτάδι.
Ανασηκώνουν τότε τα γυαλιά στην μύτη.
Θροΐζει ο αέρας στις βελανιδιές.
Φύλλα πέφτουν επάνω μου καθώς
τρέχω μόνη μες στο πάρκο.

Όχι, ούτε οι νεκροί μου εμένα δεν είναι όπως των άλλων.
Στρόβιλος είναι,
φύλλα ξερά
κάτω από το άδειο παπούτσι της νύχτας.





Από την ενότητα
ΠΟΙΟΣ ΕΚΛΕΨΕ
ΤΟΝ ΜΙΚΡΟ ΧΑΝΣ



ΤΑ ΚΟΜΟΔΙΝΑ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ
ΚΑΙ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΣ ΝΙΚΟΛΣΟΝ


Άνοιξη του 1828
αποφασίσαμε να αναστηλώσουμε το σπίτι.
Εγώ κρατούσα έναν κουβά με μπλε μπογιά
και με πινέλο έβαφα την μέρα ώσπου νύχτωνε.
Εσύ επισκεύαζες τον ουρανό
και αντικαθιστούσες τα καμένα αστέρια.
Τελικά κάναμε τρία παιδιά
κι έναν ξύλινο κούκλο
με σπασμένη μύτη.
“Σκληρά χρόνια τότε” λες
ενώ επιδιορθώνεις σόλες παπουτσιών.
“Αυτοί ήταν τότε γάμοι” ξεφυσάς
και χτυπάς κάτω το μπαστούνι σου.
Διαρκείας από ξύλο ανθεκτικό,
οι άνθρωποι σαπίζουν μαζί με το κρεβάτι
και τα κομοδίνα με σκαλίσματα
δεξιά και αριστερά.
Γίνομαι κολλαριστή για να με αγαπήσεις.
Ένας αιώνας πέρασε
και ακόμα δεν με κοιτάς
όταν γδύνομαι μπροστά σου.




ΤΑ ΑΔΕΛΦΙΑ ΧΑΟΥΖΕΝ


Ούτε εγώ
ούτε ο αδελφός μου
είμαστε φυσιολογικά παιδιά.
Εγώ τις νύχτες μεταμορφώνομαι σε μαύρη βροχή
αυτός σε χιόνι.
Μισώ την αθωότητά του.
Βάζει το δάχτυλο στο στόμα
συνέχεια κλαψουρίζει,
κάνει ερωτήσεις που ενοχλούν,
ποιος έφαγε την μαρμελάδα
γιατί οι γονείς μας κοιμούνται τόσα χρόνια,
γιατί η κυρία με το άσπρο γιακαδάκι
εξακολουθεί να χτυπά την πόρτα.
Όμως η πιο όμορφη στιγμή είναι
όταν περιμένουμε τον άγγελο να έρθει.
Του φυλάμε πάντα λίγο γάλα και ψωμί
γιατί σ’ αυτή την γη
οι άγγελοι των μικρών παιδιών
πάντα είναι κουρασμένοι.




ΟΙ ΟΚΤΩ ΓΑΜΟΙ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ
ΚΑΙ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΣ ΦΕΡΓΚ


Νομίζω πως ήταν η όγδοη φορά.
Πίσω από το αυτοκίνητο,
οι φίλοι είχαν δέσει μικρές φώκιες
έκαναν θόρυβο καθώς κατρακυλούσαν.
Βέβαια από την επανάληψη,
το νυφικό μου είχε ξεθωριάσει
και το γαμπριάτικο κουστούμι είχε λιώσει,
όμως τα παπούτσια σου έτριζαν
στο δάπεδο της εκκλησίας.
Τρέχαμε με ιλιγγιώδη ταχύτητα
ήταν το 1904
και θέλαμε να προλάβουμε το 2014
η εσάρπα μου ανέμιζε στην πλάτη.
Φορούσα αθλητικά παπούτσια
αλλά εσύ φοβόσουν τα κορδόνια,
πολλές νύφες την πρώτη νύχτα
τα τύλιγαν γύρω απ’ τον λαιμό τους,
μεμονωμένες περιπτώσεις θανάτου από ασφυξία.
Για να σε καθησυχάσω.
έβγαλα τα κορδόνια
και τα πέταξα μακριά.
Να, είπα θριαμβευτικά, είμαστε τώρα ασφαλείς.
Μακριά από εμάς, είπες τότε,
εμείς είμαστε ταιριαστό ζευγάρι
άρχισες μετά να τραγουδάς για έναν Τζιμ
που έπινε πολύ
μήπως όμως εσύ ήσουν ο Τζιμ Φέργκ
αυτός που έπινε πολύ;
Την στιγμή της σύγκρουσης,
η εσάρπα τυλίχτηκε γύρω από τον λαιμό
κι έπαψα ν’ αναπνέω.
Τελικά κάποιοι γάμοι όσο και να επαναλαμβάνονται,
απλώς δεν είναι προορισμένοι να πετύχουν.





Από τη συλλογή «Οι ομοτράπεζοι της άλλης γης», εκδ. Γαβριηλίδη 2016

Σάββατο, 26 Νοεμβρίου 2016

Αλέξανδρος Αραμπατζής, "Δύο ποιήματα"






ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ ΤΟΥ ΜΙΚΡΟΜΑΓΑΖΟΥ


Μικρομάγαζο. Ο μαγαζάτορας ροκανίζει ένα μέταλλο
Τα ροκανίδια τα ρίχνει στο πάτωμα σαν καμένες γόπες
Πίσω από την πλάτη του κάποιες σκοτεινές φιγούρες μαλάζουν
Τα κόκαλα της πλάτης του με ψυχρούς σωλήνες γκαζιού
Στο υπέδαφος της ακοής του αντηχούν βουερές δυστυχίες
Λόγια υπόκωφα αντηχούν περιμετρικά της αβύσσου
Αντίλαλοι ανίας τον θρέφουν υποτακτικό ως τα ύστερα γεράματα
Κυκλοθυμικές ολονυχτίες τον στριμώχνουν σε βαριά  χρονοντούλαπα
Απ’ τα έγκατά τους δύσοσμες  δίνες μαραζιού  απολυτρώνονται
Πάνω στο πανωφόρι του σαπίζει η  ξύλινη εμπορική μαρκίζα
Κι ένας χείμαρρος χλωρίνης  ξεβγάζει τ αποτυπώματα της ξεροκεφαλιάς του





Ο ΚΑΠΝΟΣ ΤΗΣ ΝΟΣΤΑΛΓΙΑΣ


Μόλις άναψα το τσιγάρο
Η νοσταλγία πήρε σχήμα καπνού
Κι αναρριχήθηκε στη σκέψη μου
Σαν φαντασμαγορικό κατάλοιπο
Μιας μνήμης που ήδη βούλιαξε
Στα παράσιτα της νυχτερινής σιωπής

Μέσα από τις ρίζες του καπνού
Μ ένα τενεκεδάκι φως είχα ξεθάψει
Εκείνο το παλιό ποδήλατο
Με τα σκασμένα λάστιχα
Που τροχιοδρόμησε στο άπειρο
Μιας εφηβικής κατάρρευσης

Εκείνο το σκουριασμένο παιχνίδι
Που κόλλησε στη ρίζα του δέντρου
Σαν διχασμένο πατρογονικό κειμήλιο

Εκείνη την  βροχή που μούσκεψε
Όλα τα κρυμμένα βιβλία της σοφίτας
Σβήνοντας από την ράχη του χρόνου
Τα ένοχα παιδικά μου ανομήματα

Μες στον καπνό διαμελίζω κουβέντες
Μοντάρω με βία τη λέξη «θυμάμαι»
Χαράζω στο βλέμμα  μου την υγρή ηδυπάθεια
Που  πότισαν  στο δέρμα μου οι αγριοροδιές
Και ξεκινάω  ξανά ξέπνοος και ξαναμμένος
Την ρότα της ανεπίστροφης φυγής
Βυθισμένος στο απεμπολημένο στη μνήμη
Ακωδικοποίητο της λήθης αμάλγαμα





Τα ποιήματα "Το φάντασμα του μικρομάγαζου" και "Ο καπνός της νοσταλγίας", δημοσιεύονται για πρώτη φορά.
Η φωτογραφία είναι του Βασίλη Δασκαλάκη από την έκθεση "Βεροιείς αεί ποιούσι", (γκαλερί Παπατζίκου 14/10 - 10/11/2016).

Τετάρτη, 23 Νοεμβρίου 2016

Λίλη Μιχαηλίδου, "Αρένα"




ΦΥΓΗ


Στην είσοδο της Μεγάλης Εβδομάδας ανακαλύπτει την έξοδο.
Λεπτοί ήχοι προειδοποιούν την άφιξή του.
Το σώμα του γυρεύει το σώμα της, να αλώσει τους φόβους
να απαλύνει τις αδυναμίες.
Κάθεται κατάχαμα έχοντας δίπλα της μια κούπα με νερό.
Ξεπλένει με κινήσεις αργές, πρώτα τα χέρια της,
ένα-ένα τα πλήκτρα του λαιμού, το σούρουπο από το πρόσωπό της.
Ύστερα παίρνει το ένα μετά το άλλο τα πόδια του,
χαϊδεύει τις φλέβες, το σκληρό δέρμα, τις πατούσες.
Η πνοή του επιπλέει στο νερό και απλώνει σαν δέηση
σ’ όλο της το σώμα.
Κάθε χρόνο η ίδια στάση.
Κάθε χρόνο οι ίδιες κινήσεις, ανάμεσα στα χέρια και τα μάτια.

Το πέρασμά του αιχμαλώτισε αιώνια τις νύχτες της
ελευθερώνοντας πού και πού μια θυελλώδη αναμονή.





ΜΝΗΜΕΣ

                                                      στη γιαγιά μου, Ερατώ

Τη βρήκα να κάθεται στο ξωπόρτι.
Κρατούσε στην ποδιά της ένα μεγάλο τσίγκινο δίσκο
γεμάτο σιτάρι και το καθάριζε ξεχωρίζοντάς το σπυρί-σπυρί.
«Ετοιμάζω τα κόλλυβα» μου είπε. «Αύριο είναι Ψυχοσάββατο».
Κοιτάζω επίμονα να διαβάσω αυτό που δεν είναι σημειωμένο
σε κανένα γραπτό, που από μόνο του είναι ολόκληρος
κόσμος· το μοναδικό δικό της βλέμμα, το ομιχλώδες άσπρο
του ματιού στη σκιά των χρόνων της.
«Οι ψυχές», συνέχισε κοιτάζοντας τον ουρανό,
«δεν βρίσκουν ανάπαυση· μία μέρα τον χρόνο
κατεβαίνουν στη γη και μας βλέπουν».
Ένα φως αντιφέγγιζε στις σκέψεις, και ο λόγος της
έβγαινε σαν πρόσφορο. Παρατήρησα τις χοντρές φλέβες
στα γέρικα χέρια της. «Κατεβαίνουν στη γη, αγγίζουν
τα χνώτα μας και κάθονται στα κλαδιά των δέντρων.
Αυτή τη μέρα δεν πρέπει να κλαδεύονται τα δέντρα
γιατί οι ψυχές θα πέσουν στη γη, θα πονάνε και κλαίγοντας
θα λένε τα παράπονά τους για τους ζωντανούς…»

Έφερα την εικόνα στα μάτια μου:
το θρόισμα των ψυχών ανάμεσα στα κλαδιά,
τις ανάσες να ταλαντεύονται μες στο διάστημα.
Μια ηρεμία στο βάθος της καθημερινής κούρασης
κατακλύζει τις νύχτες, φέρνοντας στην επιφάνεια
τις μαρτυρίες των πρωτινών
βγαλμένες μέσα από τους φόβους τους.





Η ΑΦΟΡΜΗ


Ήταν οι αμμόλοφοι.
Το σπίτι που καθότανε μόνο του.
Η θάλασσα που γλιστρούσε σε μια παραλία, αποκλειστικά δική της
και τ’ αρμυρίκια που φύτρωναν ανεξέλεγκτα.
Ήτανε το φεγγάρι που γέμιζε μέρα με τη μέρα
μέχρι που έγινε κόκκινο σαν μπάλα παγωτό
και με καλούσε να το γευτώ·
κι ο άνεμος που έφερνε την άμμο στα πρόσωπα
μιαν άμμο αβαρή, υγρή, που χρύσιζε και κολλούσε στο δέρμα.

Κι εσύ που δεν ήσουν εδώ, μα γέμιζες τα δωμάτια
μ’ έναν έρωτα ανεξέλεγκτο όπως τ’ αρμυρίκια.
Δεν ήσουν εδώ.
Μα ήσουν η αφορμή.





ΑΥΤΟΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ


Από το παράθυρο παρακολουθώ τον ήλιο
να κινείται στο γρασίδι.
Ο κήπος είναι μόνος.
Τα δέντρα ρίχνουν κλεφτές ματιές μεταξύ τους.
Στη διπλανή πολυκατοικία ένα παράθυρο ανοιχτό.
Στον τέταρτο όροφο μια γριά γυναίκα φυλλομετρά ένα βιβλίο,
σταματά πάνω από κάποιες σελίδες,
τες προσπερνά, ξαναγυρίζει πίσω.
Σ’ αυτές τις σελίδες συναντάει τη νιότη της
όταν ταξίδευε με ένα δικό της ήλιο.

Στα μάτια της λιμνάζει το πένθος
όπως όταν επισκέπτεται κανείς
μια νεκρή ανάμνηση.





ΠΑΛΙΑ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑ


Σ’ ένα ράφι της βιβλιοθήκης
φυλάω τα παλιά ημερολόγια.
Τα ανοίγω πότε-πότε, όχι για να θυμηθώ
μα για να διαγράψω, να μην επαναλάβω.

Γιατί η επανάληψη κρύβει μια τυραννία
που σκοτώνει με λεπτότητα.





Από τη συλλογή «Αρένα», εκδ. Μελάνι 2014
(Δίγλωσση έκδοση. Mετάφραση στα αγγλικά David Connolly)

Κυριακή, 20 Νοεμβρίου 2016

Ιγνάτης Χουβαρδάς, "Εκδρομή στα λουτρά Πόζαρ"




Εκδρομή στα λουτρά Πόζαρ


Εκείνο το βράδυ του Σεπτεμβρίου, μου πρότεινες ξαφνικά να πάμε αύριο Σάββατο μια εκδρομή. Είπες και μέρος συγκεκριμένο. Λουτρά Πόζαρ. Είχες ακούσει από μια φίλη σου για την περιοχή κι ήθελες να τη γνωρίσεις από κοντά. Με αιφνιδίασε όχι τόσο η ίδια η πρόταση για εκδρομή όσο το μέρος που πρότεινες. Λες και είχες διαβάσει το κρυφό μου ημερολόγιο, λες και γνώριζες το όνειρο που ετοίμαζα, τόσο μα τόσο συγγενές με τα λουτρά που μου πρότεινες. Λες και γνώριζες για τη μυστική πηγή που έψαχνα.
Είχε μια ένταση η διαδρομή με το αυτοκίνητο, καθώς πέρα από τα Γιαννιτσά, βρισκόμουν σε ένα τοπίο που πρώτη φορά αντίκριζα. Κι ήταν μια υπέροχη διαδρομή, ήπια, φιλική, γλυκιά, ευγενική, που ολοένα πρασίνιζε πιο πολύ.
Αφήσαμε βιαστικά τις βαλίτσες μας στον ξενώνα όπου είχα κάνει κράτηση ενός δίκλινου κι αμέσως φόρεσες στην τουαλέτα το πολύχρωμο μαγιό σου, ένα σορτσάκι, μια φανέλα, σαγιονάρες και με περίμενες να αλλάξω κι εγώ. Τραβήξαμε γρήγορα με το αυτοκίνητο για τα λουτρά που πριν προλάβουμε να τα δούμε, μας υποδέχονταν με τον εκκωφαντικό ήχο των νερών τους. Παρκάραμε και με τα πόδια πλησιάζαμε σε ένα τοπίο υποβλητικό, καταπράσινο, καθηλωτικό, με πυκνά ψηλά δέντρα που έστηναν το αντίσκηνο μιας μακρόσυρτης σκιάς και κυρίως με νερά που αναβρύζαν από παντού, με καταρράχτες που αποκαλύπτονταν ξαφνικά κι επιβλητικά στα μάτια μας, επιβάλλοντας την αυτοκρατορία του νερού που πέφτει ορμητικά από ψηλά, ενός νερού πληθωρικού κι αποφασιστικού, που έχει μια πανάρχαια ορμή, που σταματά το χρόνο, τον αλλάζει, τον μεταμορφώνει σε παιδί και γίνεται έπειτα τραγούδι, και γίνεται παιχνίδι, και γίνεται κυνηγητό ανάμεσα στα δέντρα και τους θάμνους, τις ανηφόρες και τις κατηφόρες, τα μονοπάτια που οδηγούν στα ξέφωτα, τα πρόσωπα που ολοένα εμφανίζονται μπροστά μας κι είναι πρόσωπα που τα ξέρουμε από παλιά, από τότε που παίζαμε στις παιδικές αλάνες.

−Έλα Βέρα, μικρό μου αγοροκόριτσο, να περπατήσουμε μαζί στα παιδικά μας χρόνια, να βρούμε τη δική μας ομάδα, να πάρουμε μαζί μας τα φυσοκάλαμα, να ψάξουμε τον κρυμμένο θησαυρό, να στήσουμε ενέδρα στον αντίπαλο στρατό.
Αυτά ήθελα να πω, αυτά έλεγα μέσα μου κι όσο τα έλεγα εσύ Βέρα με οδηγούσες σε μια ανοιχτή γούρνα, μια πισίνα φτιαγμένη από την ίδια τη φύση, κι όπως κυλήσαμε στα σκαλοπάτια και μπήκαμε στο νερό, τότε ναι, αυτό ήταν μια αποκάλυψη, μια μαγεία των αισθήσεων, ένα ζεστό ιαματικό νερό που δε μας περιλούζει απλά, που εισβάλλει μέσα μας, μας μεταγγίζει μια έγχρωμη μεθυστική αίσθηση …κι όλα τα ψηλά δέντρα πάνω από το κεφάλι μου να με κοιτάζουν ζαλιστικά και υπαινικτικά, να μου υπενθυμίζουν αυτά που κάποτε συνάντησα με μια λοξή ματιά, τα προσπέρασα χωρίς να το θέλω και πρέπει να γυρίσω πίσω και να τα ανακαλύψω. Και δίπλα στη γούρνα με το ζεστό ανακουφιστικό νερό ένας καταρράχτης με κρύο νερό, παγωμένο, όπου κάποιοι ελάχιστοι τολμηροί πλησίαζαν για να νιώσουν την ακριβώς αντίθετη αίσθηση, του παγωμένου νερού.
Επιστρέφοντας στο αυτοκίνητο, ένιωθα τα πόδια μου να μουδιάζουν από το άγνωστο, από την ταραχή να βρίσκεσαι σε ένα χώμα απροσδιόριστο. Ήμουν αμήχανος και παράλληλα ακαθόριστα επιρρεπής σε οποιαδήποτε συγκίνηση.
Γυρίσαμε στον ξενώνα, βιαστικά κάναμε ντους κι έπειτα, αναζωογονημένοι από το βάπτισμα στο ζεστό γαλακτώδες νερό, κυλιστήκαμε στο κρεβάτι και κάναμε έρωτα, απολαμβάνοντας ο καθένας την ερεθιστική γύμνια του άλλου, την ηδονή, την πλησμονή του κορμιού που βρίσκει τη συνέχειά του στο άλλο κορμί.
Κι όμως, το σεξ έμοιαζε γνώριμο, ίσως για πρώτη φορά τόσο προβλέψιμο, η ηδονή ευανάγνωστη, ηχηρή βέβαια, δυνατή αλλά υπήρχε αυτό το "αλλά". Παράλληλα, όσο κι αν είναι οξύμωρο αυτό, δεν έπαυε το κορμί της Βέρας να είναι μια όαση, ένα γλίστρημα σε μια απόμερη ακτή γεμάτη εκπλήξεις.
Καθόμασταν τώρα το απόγευμα στο μπαλκόνι κι απολαμβάναμε από μακριά τη θέα του υπέροχου πράσινου βουνού που στα σωθικά του κρύβει έναν τέτοιο πολύτιμο υδάτινο θησαυρό. Κοίταζα το βουνό, με νωπή την αίσθηση του μεταλλικού νερού που πλημμύρισε μέσα μου, ήμουν γαλήνιος κι ευτυχής, και μέσα στην ευφορία μου ένιωθα παράλληλα το τέλος της γεωμετρίας ενός κορμιού, την περατότητα της ηδονής, την πρώτη φορά που ο σπασμός ανακυκλώνονταν γύρω από τον εαυτό του. Τι περίεργο! Γιατί εδώ; Πώς γίνεται να συμβαίνει κάτι τέτοιο; Ένα βάπτισμα κι ένας θάνατος μαζί.
Τη νύχτα φάγαμε σε μια υπέροχη ταβέρνα στο χωριό που βρίσκεται λίγα χιλιόμετρα μακριά από τα λουτρά. Ήμασταν μόνοι μας, όλη η υπαίθρια αυλή της ταβέρνας δική μας, με την ευγενέστατη κυρία που μας σέρβιρε τους γευστικούς μεζέδες και τις υπέροχες σαλάτες της, με την κληματαριά να είναι υπόστεγο πάνω από τα κεφάλια μας, τη γάτα να παίζει ανάμεσα στα πόδια μας. Το ημίγλυκο κόκκινο κρασί που ανανεώναμε στο τραπέζι.
Περπατήσαμε έπειτα μόνοι μας στη νύχτα τη χρωματισμένη από την βουβή ανάσα του βουνού δίπλα μας. Φτάνοντας στον ξενώνα, γλιστρήσαμε πάλι σε μια θερμή ερωτική πάλη, που περιέργως δε θυμάμαι τις λεπτομέρειες, ξαφνικά έπαψα να θυμάμαι, μόνο θυμάμαι ότι πλησίαζα πάντα να σε οδηγήσω σε μια κορύφωση κι ολοένα αναιρούνταν ο οργασμός. Όλα ήταν δυνατά, ερωτικά, σεξουαλικά κι όλα προβλέψιμα, ο εραστής δίπλα σου έμοιαζε να έχει ξεμείνει από έμπνευση, από φαντασία, από κινήσεις κι εξάρσεις πρωτόγνωρες.

Το επόμενο πρωινό αναχωρήσαμε, με κατεύθυνση τη Θεσσαλονίκη. Ήπιαμε έναν καφέ στο κέντρο της πόλης, περιφερθήκαμε στα κλειστά καταστήματα της αγοράς και στην παραλία κι όσο κυλούσε η ώρα, γινόσουν μια άλλη τώρα, απότομη, στριφνή, επιθετική πολλές φορές απέναντί μου. Σε άφησα έπειτα στην ξαδέλφη σου, εσύ θα αναχωρούσες μόνη σου μεθαύριο με το λεωφορείο για Αλεξανδρούπολη, είχες πάρει άδεια για μια μέρα από τη δουλειά, εγώ έφυγα το ίδιο βράδυ με το αυτοκίνητο, αφού πρώτα πήγα και είδα στο πατρικό μου τους υπέργηρους γονείς μου. Πριν φύγω από Θεσσαλονίκη, ήπια έναν βιαστικό καφέ στη συνοικία όπου είναι το σπίτι μου, παρατηρώντας δίπλα μου πρόσωπα φρέσκα και χαμογελαστά, μια πλησμονή ζωτικότητας, μια έξαρση ζεστασιάς και κοινωνικότητας. Κι ύστερα, στη μοναξιά της Εγνατίας οδού, να οδηγώ και σε κάποιο χιλιόμετρο, στις λίμνες της Βόλβης, μια νταλίκα αναποδογυρισμένη, τρία αμάξια τσαλακωμένα, ένα πτώμα στο δρόμο, άλλα δυο άτομα να σφαδάζουν, μια ουρά να σχηματίζεται από σταματημένα αυτοκίνητα για να τρέξουμε όλοι σε βοήθεια, σκηνές οδύνης και πανικού, νευρικός κλονισμός, υστερία.
Αυτό το αίμα, ο πόνος και η απόγνωση στα μάτια των τραυματισμένων, το πεταμένο και ακίνητο σώμα, η ομίχλη του θανάτου…Όλη η διαδρομή μέχρι την Αλεξανδρούπολη, με τη στυφή γεύση του θανάτου στα μάτια, στην καρδιά, στο σώμα μου. Κι όλα να συνδέονται με εσένα, αυτά που ζήσαμε και δε θα ξαναζήσουμε, θα τα αφήσουμε να τα πάρει ο χρόνος, να τα ξεθωριάσει, να τα σβήσει.
Κι όταν επέστρεψες κι εσύ στην επαρχιακή μας πόλη, σε έναν καφέ που πίναμε, να μου μιλάς για το χειμώνα που έρχεται, ότι έχεις ένα σωρό υποχρεώσεις και πρέπει να βάλεις τη ζωή σου σε μια τάξη, ότι δεν μπορείς να σκέφτεσαι κι εμένα, ότι είναι δύσκολο κάθε βράδυ να έχεις στο μυαλό σου να μου στείλεις μια καληνύχτα, ότι θα έρχονται νύχτες που δε θα θέλεις να μου μιλάς, ότι φέτος το χειμώνα θα πρέπει να βάλεις και μια τάξη στα προσωπικά σου.
Πήγα στο σπίτι ταραγμένος, στεναχωρημένος, με την πικρή αίσθηση ότι ήμασταν πριν λίγα λεπτά δύο άνθρωποι άγνωστοι μεταξύ μας, δύο ξένοι που έτυχε να πιούμε έναν καφέ. Αυτά τα ίδια πρόσωπα που πριν λίγες μέρες ζούσαν ένα όνειρο μαζί. Κι όμως… Φορτισμένος από τα λόγια σου, λόγια-καρφιά, λόγια που με σταυρώναν, λόγια που με οδηγούσαν στον γκρεμό, έγραψα ένα ποίημα:


Λουτρά Πόζαρ

                     9 Σεπτεμβρίου 2014

Αυτό το πράσινο τοπίο το ζήσαμε μαζί,
μέσα στα δέντρα, στα νερά που μας κατακλύζουν,
στους καταρράχτες που ηχούν δυνατά κι επίμονα στ' αυτιά μας,
αυτή η πράσινη φωλιά, το ζεστό χάδι του νερού από την ιαματική πηγή,
το παγωμένο νερό δίπλα στον καταρράχτη που φτιάχνει την αντίθεση,
το πέταγμα από το ένα άκρο στο άλλο,
μόνο που εδώ τα άκρα δεν είναι το ζεστό και το κρύο,
δεν είναι το άσπρο και το μαύρο,
το όμορφο και το άσχημο,
η γλύκα κι ο πόνος,
η μοναξιά κι ο θρίαμβος της ομιλίας
− μόνο που εδώ τα άκρα είναι η μορφή που με μαγεύει
και η ίδια μορφή που με ταξιδεύει σε αισθήσεις μεθυστικές,
σε όνειρα ανείπωτα που έχουν την υφή του νερού,
που έχουν τη δύναμη της μεταμόρφωσης.

Τώρα απομακρύνομαι μαζί σου από την φωλιά στο δάσος,
ο ήχος των νερών απομακρύνεται,
το βουνό ολοπράσινο με κοιτάζει από μακριά
με ύφος γαλήνιο και στοργικό,
μου θυμίζει πως εδώ είναι η μητρική αγκαλιά,
εδώ το αίμα των προγόνων,
εδώ η γλύκα ενός θανάτου που αγκαλιάζει το βήμα μου.

Κι όσο πιο πολύ απομακρύνομαι από το τοπίο,
απομακρύνεσαι κι εσύ,
στην απόλυτη ηδύτητα μ' εγκαταλείπεις
οριστικά και αμετάκλητα,
με το πείσμα ενός αγγέλου που χάνεται
και βιάζεται να τα κρύψει όλα,
γιατί το πιο διάφανο όνειρο λυγίζει από την ίδια του τη λάμψη,
γιατί το όνειρο βουλιάζει μέσα στο ίδιο του το όνειρο, χάνεται, σβήνει.


Ήταν ένα ποίημα που υποσχέθηκα να σου το δώσω. Κι όταν σου το έδωσα ένα απόγευμα που βρεθήκαμε για καφέ, το διάβασες και δεν είπες τίποτα. Αναγκάστηκα να πω εγώ κάτι, είπα ότι είναι γλυκόπικρο. Κι εσύ συμφώνησες λέγοντας πως έχει δίκιο το ποίημα, δεν υπάρχει άλλο μέλλον, εδώ είναι το τέλος.
Ήσουν ωμή και κυνική στον τρόπο που μιλούσες. Ασυγκίνητη και ψυχρή. Έλεγες πως είσαι ρεαλίστρια, πως απλά βλέπεις τα πράγματα όπως είναι κι όχι όπως τα βλέπω εγώ ποιητικά. Έλεγες πως δεν μπορείς να επενδύσεις σε μένα, πως δεν έχω δικαίωμα να απαιτώ την αποκλειστικότητά σου, από τη στιγμή που η δική μου ζωή είναι γεμάτη εκκρεμότητες και δεν μπορώ να σου προσφέρω όσα ζητάς. "Δεν μπορείς" είπες, "να θέλεις και την πίτα γεμάτη και το σκύλο χορτάτο". Κατά βάθος είχες δίκιο, το ξέρω. Μου είπες επίσης ότι θέλεις να με διευκολύνεις με τη στάση σου, γιατί επιμένω να δηλώνω ότι δεν μπορώ να περάσω παρόμοιο χειμώνα με τον περασμένο. Ένα χειμώνα πράγματι που ήμουν μονίμως στο περιθώριο, με άλλους άντρες να διεκδικούν τα νήματα της καρδιάς σου.
Έβαζες ένα τέλος που ήθελα να βάλω κι εγώ. Κι όμως ο κυνισμός σου με λύγισε, με πίκρανε, με διέλυσε.

− Κράτα αυτό το ποίημα, αυτό είναι η τελευταία μου αλήθεια, είπα, καθώς σηκωθήκαμε από το τραπέζι, κι όσο ψιθύριζα μέσα από το στόμα μου "εδώ τελειώσαμε", συναινούσες ψύχραιμη κι αδιάφορη σε αυτό που έλεγα. Εκεί λοιπόν χαιρετηθήκαμε κι εκεί τελειώσαν όλα.



Ιγνάτης Χουβαρδάς



Πρώτη δημοσίευση
Στην εικόνα: Gustav Klimt, “Adam and Eve”, 1917–18