Σάββατο, 25 Μαρτίου 2017

Τόλης Νικηφόρου, "Φλόγα απ' τη στάχτη"





στον ουρανό της μνήμης μου


είδα
στο Hyde Park τους κρόκους
ν’ ανθίζουν εκθαμβωτικά
μέσα στο χιόνι
από τα βάθη της Ασίας ένας άγνωστος
στην Κόκκινη Πλατεία μού έσφιξε το χέρι
με χτύπησε φιλικά στην πλάτη
απρόσμενα
σε κάποιο πεζοδρόμιο της Θεσσαλονίκης
ένα γατάκι τρίφτηκε στο παντελόνι μου

πολύτιμες στιγμές
σκόρπιες στα χρόνια και τον κόσμο
το πιο φωτεινό όμως αστέρι
στον ουρανό της μνήμης μου
είναι το πρόσωπό σου στο παράθυρο

πέρα μακριά μες στο σκοτάδι
να μου χαμογελάς και να μου γνέφεις
καθώς γύριζ’ αργά απ’ το γραφείο
έρημος σ’ έρημους δρόμους στο Λονδίνο





ο εσωτερικός εχθρός, 2


όπως τα κάστρα
που υψώνονται περήφανα
σχεδόν αγγίζοντας τον ουρανό
κάποτε υποστέλλουν τις σημαίες τους
και καταρρέουν στη λάσπη
πυργίσκοι και επάλξεις

έτσι από μέσα
προδίδονται οι μεγάλοι έρωτες
οι αγάπες που ήταν για πάντα

σαθρά θεμέλια
το πάθος
και η ευτέλεια της καρδιάς





χαμογελάει βουρκωμένος ο ουρανός


με μια απαλή βροχή
σαν χάδι
στο χώμα της παλιάς μας γειτονιάς
χαμογελάει βουρκωμένος ο ουρανός

παραθυρόφυλλα κλειστά
βουβές εξώπορτες
από καιρό όλοι έχουν φύγει
έκλεισε το βιβλίο
που ήταν γραμμένο στο νερό

ένα απελπισμένο κόκκινο
αστράφτει στο περβάζι
αντιστέκεται
στην άνοιξη επιμένει ακόμα

σ’ ένα ξενιτεμένο όνειρο





στον δρόμο για το πουθενά


κουρασμένα
απελπισμένα
ανεπιθύμητα
θλιμμένα χελιδόνια
χωρίς φωλιά
άνοιξη
ουρανό

παιδιά της προσφυγιάς
στη θάλασσα
σε βάρκες
σε σκηνές
όπως κάποτε οι γονείς μας
κάποτε οι παππούδες μας

παιδιά στον δρόμο
για το πουθενά
η αθωότητα
η ελπίδα όλων μας
ένα κουρέλι σκαλωμένο
σ’ αγκαθωτά συρματοπλέγματα





ως τον υπόνομο


με τις αστραφτερές βιτρίνες
και τα πολύχρωμά της φώτα
με μουσικές και με κραυγές
μέσα στα πλούτη πολιτεία ρακένδυτη

ένας γέρος πεταμένος στη γωνιά
πιο πέρα ο ανάπηρος που ζητιανεύει
ένας άνεργος που περιφέρεται
με την απόγνωση στα μάτια
στο πεζοδρόμιο προκλητικές
ημίγυμνες γυναίκες
ο έφηβος που χτυπάει την ένεση
στην πόρτα παρακάτω

από το ρείθρο ως τον υπόνομο
οι άνθρωποι μαζί με τα σκουπίδια
που παρασέρνουν τα βρομόνερα
χαρτοπετσέτες κι αποτσίγαρα
φλέματα και ωραία λόγια, διακηρύξεις





Από τη συλλογή «φλόγα απ’ τη στάχτη», εκδ. Μανδραγόρας, 2017.

Τρίτη, 21 Μαρτίου 2017

Ποιητικός Πυρήνας, "Ποιήματα για την Ποίηση"





Βασίλης Δασκαλάκης

Η ποίηση είναι ένας τόπος


όπως η εξόδιος ακολουθία
η χάρη της Νάντια Κομανέτσι

το βλέμμα της θλιμμένης γκαρσόνας
που νοιώθει το δέος μου
και αδιαφορεί

τη στιγμή
που με συστολή με ρωτάει:
κύριε Βασίλη μαύρη ζάχαρη;

μαύρη κι η καρδιά μου
ψάρι σε δίχτυ



Από την υπό έκδοση συλλογή «Παράλληλη μνήμη».





Δημήτρης Καπετανάκης

Συμβουλή προς νέο ποιητή


Ανακατεύουμε καλά τα χρώματα του Σαχτούρη
Ρίχνουμε λίγες σταγόνες
από τη θάλασσα του Ελύτη
Παίρνουμε το πινέλο του Εγγονόπουλου
και ζωγραφίζουμε
-σε ύφος πάντα προσωπικό-
ένα ερωτικό ποίημα του Βλαδίμηρου Μαγιακόφσκι



*

Η ομηρία των λέξεων
κρατάει συνήθως λίγα λεπτά
και ύστερα το ποίημα
μια ζωή παριστάνει το θύμα



*

Η ποίηση μας δίνει πάντα την ευκαιρία
να διορθώσουμε
τα ορθογραφικά λάθη του παρελθόντος



*

Τόσα χρόνια άτιτλα
τα ποιήματά μου
άρχισαν να επαναστατούν
και να ζητούν επίμονα τίτλους
ιδιοκτησίας



Από την ανέκδοτη συλλογή «Αδικαιολογήτως παρών».





Δημήτρης Ιορδ. Καρασάββας

Κομματιασμένα Ποιήματα

                                 στον Γιώργο Γώτη


Από πόσα ναυάγια γλιτώσαμε
Κύριε Ποιητά;
Πόσες φορές αφήσαμε Αναθήματα
στους Ναούς των Νησιών;
Σκληρή μοίρα να επιβιώνεις
στις βραχονησίδες
Καλείς για βοήθεια τους ανθρώπους
και σ’ απαντούν οι γλάροι
Σωσμένος πια αποθέτεις
το Τάμα Σου στο Βωμό της Λύτρωσης
Κομματιασμένα Ποιήματα
αφημένα ευλαβικά…


4.8.2008



Από τη συλλογή «Βιογραφία», εκδ. Ενδυμίων 2014.





Σούλης Λιάκος

*

Ποίηση, η λέμβος
που κουβαλάει για λίγο στην πατρίδα της την ψυχή
και την επιστρέφει.



Ποιητής


Όταν ακολουθείς το αέναο φως
όταν κινείσαι μαζί του
είναι ποίηση.

Όταν καταγράφεις το στάσιμο φως
γράφεις ποιήματα μόνο.

Δεν είναι ποιητής
ο λεξιγράφος
της μέλλουσας στάχτης και του σχήματος
αλλά ο ακολουθών
το διαρκώς σχηματιζόμενο φως.



Από τη συλλογή «Λογαριασμός Όψεως», Καλντερίμι 2014.





Δημήτρης Γ. Παπαστεργίου

Ωδή στην Ποίηση


Ω! Ποίηση, τι όμορφη και τι γλυκιά που είσαι
Ξοπίσω σου σαν κρύβομαι ξεχνώντας την ασχήμια
Σε ορθώνω ασπίδα στιβαρή κι ακάθεκτος βαδίζω
Μάχη νυκτός που δε νογάς δειλό από γενναίο

Πλάθοντας υποκείμενα ποιητικά υποζύγια
Κατάντιες, πάθη, συμφορές, στις πλάτες τους τα ρίχνω
Και πλάι τους σαν άρχοντας κορδώνομαι και πάω
Σαν βουλευτής που ξεγελά εύπιστους ψηφοφόρους

Ό,τι θελήσει ο ποιητής γίνεται στο πλευρό σου:
Τρανός και δίκαιος βασιλιάς κι εσύ είσαι το ρηγάτο
Της επαρχίας φεστιβάλ κι εσύ είσαι η ντουντούκα

Γεια και χαρά σου Ποίηση, πιο όμορφη απ’ τις Τέχνες
Κι άμα ρωτάς του λόγου μου μαζί σου τι πασχίζω:
Χτίζω − πουλάκι λυρικό − με σφαίρες τη φωλιά μου



Από την υπό έκδοση συλλογή «Έλαβον».





Παύλος Παρασκευαΐδης


Μουσείο κέρινων ποιημάτων


Ήρθε μια εποχή που δεν γεννιόντουσαν πια ποιητές. Κι ο κόσμος
θαύμαζε την χαμένη τέχνη
                                                     στο Μουσείο με τα κέρινα ποιήματα.




Ο ποιητής


Κάθε φορά που τον ρωτούσαν τι ακριβώς τον ωθούσε να γράψει άνοιγε το παλτό του (ένας περήφανος επιδειξίας κι αυτός της εποχής του) και μας αποκάλυπτε τις τραυματικές εμπειρίες που κάθε τόσο ξεθάβανε οι ιατροδικαστές για να βρούνε τη μέρα και την ώρα που εκδηλώθηκε η ανίατη νόσος της ποίησης


Βέροια Δεκέμβριος 2010



Από τη συλλογή «Μουσείο κέρινων ποιημάτων», εκδ. Ενδυμίων 2014.





Ιγνάτης Χουβαρδάς

Χ Χ Ι
(το δικό σου μονοπάτι)


Ένα μονοπάτι σε καλεί στο σκοτάδι
μέχρι το βουητό των κυμάτων,
κατηφορίζοντας σε συστοιχίες πεύκων και θάμνων
να ξεχωρίσεις το κίτρινο των ηλίανθων,
να ψαύσεις τα σπάρτα ανάμεσα στις πέτρες,
ν’ ακούσεις ψύχραιμα πώς ηχούν τα τριζόνια
ενώ η νύχτα σε καλεί μέχρι το λευκό της φως-
μια φωνή σε καλεί επίμονα,
ένα απόμερο σπίτι σε καλεί,
μια κίνηση από φούστα, ένα βλέμμα·
ο αντίλαλος της δικής σου φωνής σε καλεί.



Από τη συλλογή «Θερινό τετράδιο», εκδ. Οδός Πανός, 2010.





Τα ποιήματα του Βασίλη Δασκαλάκη, Δημήτρη Καπετανάκη
και Δημήτρη Γ. Παπαστεργίου, δημοσιεύονται για πρώτη φορά.
Στην εικόνα, το σύμβολο του Ποιητικού Πυρήνα,
φιλοτεχνημένο από τον Παύλο Παρασκευαΐδη.

Σάββατο, 18 Μαρτίου 2017

Στάθης Κεφαλούρος, "Διότι οι πόλεις έχουν μεγαλώσει πολύ"




ΠΟΛΕΙΣ


Η πόλη έχει μεγαλώσει πολύ.
Δεν θα υπάρξει δεύτερη μέρα για χειραψία
τρίτη να συνεχίσεις την ιστορία.
Αν δεν κινηθείς με βία
αν επιμείνεις σ’ άλλων καιρών τη γοητεία τότε
φοβάμαι πως θα ’χεις
την ίδια ομοιοκαταληξία.
Διότι η πόλη έχει μεγαλώσει πολύ.


Κι αν βρεθείς στα μέρη της Συρίας,
όπου οι πόλεις ανήκουν στα παιδιά
που πίνουν ακόμα τη ροδιά
κι ο χρόνος κυλά τόσο αργά τότε
μπορείς αλλά δεν θα στο επιτρέψουν
οι ιερείς και οι εμμονές που με πίστη διατηρείς.
Αν βρεθείς ποτέ ξανά στα μέρη Συρίας.





ΜΟΛΙΣ ΚΡΕΜΑΣΤΗΚΑΝ ΤΑ ΚΑΔΡΑ


Μόλις κρέμασα τα κάδρα όλα
Όνειρο για χρόνια πολλά
και κάθε πρόσωπο, όμορφο πρόσωπο
πήρε τη θέση του στο τοίχο
σιχάθηκα κι ήθελα να τα κατεβάσω.
Είδωλα!

Ω, πρώτοι χριστιανοί πώς σας καταλαβαίνω!
Γκρεμίστε τα όλα.
Πλανεύτρα ομορφιά που βασανίζεις τις καρδιές.
Η ομορφιά είναι δεδομένη και είναι παντού.
Είναι δίπλα, είναι μέσα. Μην την ψάχνετε σε αποκλειστικότητες.

Οι ειδωλολάτρες είναι ακόμα περισσότεροι από τους χριστιανούς.





Από τη συλλογή «Διότι οι πόλεις έχουν μεγαλώσει πολύ», εκδ. θράκα, 2015

Πέμπτη, 16 Μαρτίου 2017

Σοφία Πόταρη, "Δηλητήριο σε μέλι"




Άδωνις


Τα ωραία μάτια και τα χείλη
ή το στήθος κι ο λαιμός σου
γλυκό με ποτίζουνε αφιόνι;
Ή των φιλιών σου το πηγμένο μέλι;
Μα όχι!
Είναι η ευωδιά σου!
η ευωδιά σου είναι
που γεύση αποστάζεται
στων βλεφαρίδων σου τους καταρράκτες





Πόνος


Εκεί που ο ήλιος χάνεται στο δείλι
Το τρυφερό, ξανθό του φως όπου σφαλλά
Στο σύνορο που σβήνει το καντήλι
Και που η νυχτιά τη μέρα συναντά

Εκεί που το γαλάζιο φως της μέρας
Το σέρνουν τα μελανοφτέρουγα πουλιά
Ετούτο της χρυσής μου νιότης θάν’ το γέρας
Ν’ ακολουθήσω ονείρατα παλιά

Σ’ εκείνο το παράξενο δρομάκι
Που χρόνια τώρα με προσμένει να διαβώ
Ανάερη η ψυχή σαν τρυφερό κλαδάκι

Στόμα ζεστό αίμα γλυκό που ρέει
Φιλί να δώσει αιώνιο λαχταρά
Ω! Πώς το θέλει η ψυχή που κλαίει!





O Oρφέας στον Άδη


Στης Ευρυδίκης την αγαπημένη αγκαλιά ποθείς αναπαμό
Θεόμορφη η ματιά σου δόθηκε εκείνη πάλι ν’ αντικρύσει
Η λύρα η γλυκόλαλη τον τρομερό ημερώνει τώρα πηγαιμό
Πλανεύοντας γαλήνια τη λήθη που εσέ πασχίζει να τυλίξει

Πίνεις αργά, θρηνώντας, το αίμα της δικής σου της καρδιάς
Που σ’ επιστρέφει αγωνία φρικτή στης Περσεφόνης το βασίλειο
Ευρυδίκη, ω! Ευρυδίκη εσύ! στης μαγεμένης τ’ όνειρο ματιάς
Με τί ψυχή ν’ αντιπαλέψεις το φοβερό του Άδη το μυστήριο;

Θλιμμένα ηχεί στο σκότος του αηδονιού η γλυκύτατη επωδός
Τα δένδρα, πεθαμένα στέκουνε κορμιά, μαύρο ποθώντας αίμα
Ορφέα! Ορφέα! δύστυχε εσύ, στη φρίκη, πώς βαδίζεις μοναχός!

Ανατριχιούν τα ζοφερά να πουν και τ’ αφανέρωτα τα χείλη
Χλωμά τα μάτια και άδεια τώρα στέκονται βουβά να κλαίνε
Και η λύρα σου, Ορφέα δύσμοιρε! μάταια γοά στο μαύρο δείλι





Από τη συλλογή «Δηλητήριο σε μέλι», εκδ. Νησίδες, 2016.

Κυριακή, 12 Μαρτίου 2017

Αντώνης Μπουντούρης, "Η αλλαξιά της θάλασσας"




ΤΡΟΠΟΣ


Μίλα μου αργά.

Τύλιγε απαλά τα λόγια
γύρω απ’ τους καρπούς μου.

Για μένα
Ο τρόπος
Υπήρξε πάντοτε ο Τόπος.





ΑΝΤΙΛΑΛΟΣ

μας ξέκαναν τα όνειρα, διάτρητα ρυτά αγγεία…


Γελαστήκαμε.

Δεν ήταν αστέρι αυτό
                           που αγναντεύαμε
                                          αγκαλιασμένοι.

Προβολέας ανάκρισης
Ήταν.





ΠΑΡΑΚΜΗ


Πάνω στον τρούλο
Το ένα μάτι του Χριστού
Λείπει.





ΑΛΑΔΟ ΚΑΝΤΗΛΙ


Ασθενική φλόγα παίρνει
σχήμα λιγνό
φυσογέρνει, ξεψυχά.

Κρίνο που αργά πλαγιάζει.

Το μνήμα αδάκρυτο
                    αφρόντιστο
                    στεγνό.

Τα κυπαρίσσια αναμάρτητα

Εκτελούν αποστολή Υψίστου.





ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΩΝ ΕΠΟΧΩΝ


η ματιά σου - σβησμένος κεραυνός μες στη κακοκαιρία


ΧΕΙΜΩΝΑΣ
Φυσάει μίσος η ματιά σου
Θα ντυθώ χοντρά
και θα ξανάρθω.

ΑΝΟΙΞΗ
Μάτια βαθιά
Σαν τάφος
Θείος όνειρος
Το πρόσωπό της
Σαν Ανάσταση.

ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ
Αν στην ίριδα κατοικείς εσύ
(κόρη των εκατόμορφων εντυπώσεων)
Τότε
Πού κατοικεί ο παράδεισος;

ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ
Κι όλες οι σχισμές ν’ ανοίξουν
Πάλι δεν θά ’μαι σίγουρος
Για την ορμή των ποταμών
Που θα ξεπλύνουν τη ματιά μας.





Από τη συλλογή «Η αλλαξιά της θάλασσας», εκδ. Πανοπτικόν, 2017.

Τρίτη, 7 Μαρτίου 2017

Χρυσάνθη Πολύζου, "Ποιήματα"




Ωδή στην ήττα


Ω οι ανεκπλήρωτοι έρωτες
ζωές που τους λείπουν
τα ενδιάμεσα φωνήεντα
χαρές που έχασαν το επιφώνημα
και βούλιαξαν στα αποσιωπητικά...

Άνθρωποι που δειλιάσατε
να αντικρίσετε στα μάτια
τον Έρωτα,
Δειλοί αναχωρητές,
Θιασώτες της Απώλειας,
θέλω να υμνήσω τις ήττες σας.





~*~

Σφαλίζω τα μάτια ν’ αφήσω έξω
το σκοτάδι της απουσίας σου.
Μέσα μου, φως παντού.
Θάλλει η μορφή σου...





~*~

"...και ξαφνικά εξαφανίζεσαι απ’ τη ζωή του άλλου
(ή από τη ζωή γενικότερα), σαν τελικό φωνήεν
κεραυνοβολημένο από απόστροφο.
Χάριν ευφωνίας. Χάριν ρυθμού..."

Πάνος Σταθόγιαννης


Μα εγώ στ’ αλήθεια αντιστέκομαι
Ήμουν φωνήεν για χατίρι σου
όλο καμπύλες ένα όμικρον
ή μάλλον ένα ανοιχτό ωμέγα.
Εδώ κι εμπρός σύμφωνο επίμονο
ένα "ρω" να σου θυμίζει τα θαλασσινά μου κύματα
"νι" να νανουρίσω τον ύπνο σου
και "σίγμα" να γλιστρήσω στα όνειρά σου.





~*~            ~*~

[Δημοσιευμένα στο περιοδικό Εμβόλιμον (τχ. 75-76, 2015)]


~*~

Απόψε πήρα στο κατόπι
κάποια όνειρα...

Ανόσιος κυνηγός και γητευτής
του ανεκπλήρωτου





~*~

Κάνε το σώμα μου
ναό
που θα το κατοικήσει
ο θεός μου





~*~

Κι οι αγαπημένοι μας νεκροί;

Μάτια καιρό λησμονημένα
χείλη που ο ήχος τους ξεθώριασε
φωνές αγαπημένες της σιωπής.

Κι εμείς;

Vivamus atque amemus.

Και βέβαια θα ζήσουμε
σίγουρα θ’ αγαπήσουμε
μα πιο πολύ, θ αγαπηθούμε.





Αναδημοσίευση από το ιστολόγιο της Χρυσάνθης Πολύζου: http://hellenicpsycheandpoeticeros.blogspot.gr/

Στην εικόνα: Felice Casorati, «The dream of the Pomegranate»,1912


Παρασκευή, 3 Μαρτίου 2017

Έλσα Κορνέτη, "Αγγελόπτερα"





Η Μαρίνα Τσβετάγιεβα στον Ουρανό
με τους αγγέλους


Έτσι όπως ένα σπερματοζωάριο κυνηγά μάταια την ουρά του Το εύκαμπτο είναι ταλαντεύεται ανάμεσα στη φαντασία και την πραγματικότητα Η μοναξιά του υποκειμένου Ο εγκιβωτισμένος πόνος Η νέα αστρονομία των πραγμάτων Τα χάρτινα ποιήματα τα κλειδωμένο σε δωμάτιο αστείρευτης ψυχής Η τελευταία αναπνοή στη σκιά που αφήνει η χαραμάδα της γρίλιας Έχει την αίσθηση ότι μπορεί να σώσει τον κόσμο Η δύναμη του μυαλού υπνωτίζει τα μαλλιά της Τα βάζει να χορέψουν Τα μαλλιά λικνίζονται σαν φίδια σε καμπύλες ερωτικές Τα μαλλιά γίνονται σχοινιά Τ’ αγκαλιάζει στοργικά Είναι όλα τους παιδιά της Τα πλέκει σε κοτσίδα Την πετά σαν λάσο στο άγνωστο Αρπάζει στη θηλιά το πεπρωμένο της Τώρα επιτέλους μπορεί ν’ αγγίξει τα όνειρά της. Αναρριχάται στον ουρανό με μια μπούκλα αγγέλου βρόχο στον λαιμό της





Το μπλε αλογάκι


Ένα απότομο εκτόπισμα
απ’ το κύμα του ύπνου
σε πέταξε στα βράχια
ενός ακόμη θορυβώδους
πρωινού

Σε μια τυφλή στροφή
που δεν υπολόγισες
μπήκες σ’ ένα σύννεφο φυγής
χάθηκες στον κήπο
με τις ανθισμένες κερασιές
βυθίστηκες στην τρυφερή αγκαλιά
ενός παραμυθά

Έπειτα ανέβηκες στο μπλε ξύλινο αλογάκι
για να κλυδωνιστείς
στις παιδικές μνήμες

Κάποιος σε είδε για τελευταία φορά
να κρατάς μια βαλίτσα όνειρα
και να περιμένεις στωικά
στον σταθμό το πεπρωμένο





Ατολμία


Αν είχες άλλη μια μέρα
εκείνου του χρόνου
θα τσιμπούσες τα μάγουλα
ενός ηλιοβασιλέματος
για να ξυπνήσεις ένα ζευγάρι
κυανόλευκα πουλιά

Αν είχες άλλη μια μέρα
εκείνου του χρόνου
θα έβγαζες από την κατάψυξη
την καρδιά σου για να τη ζεστάνεις
με λίγες σταγόνες
ανιδιοτελούς αγάπης

Αν είχες άλλη μια μέρα
εκείνου του χρόνου
θα ξεπρόβαλλες από τη στοά του φόβου
και θα φορούσες ένα ζευγάρι θαρραλέα μάτια

Αν είχες άλλη μια μέρα
εκείνου του χρόνου
το αλαφιασμένο σου μυαλό
θα δανειζόταν το εμπριμέ φόρεμα
μιας οικογενειακής γιορτής

Αν είχες άλλη μια μέρα εκείνου του χρόνου
θα δίδασκες στις ώρες
το μάθημα της ασεβούς ελπίδας





Το κουκλόσπιτο


Όταν ήσουν μικρή
Έπαιζες με τις κούκλες σου κρυφτό
Μια μέρα έτρεξες να κρυφτείς
Εκεί όπου κανένας δεν θα μπορούσε να σε βρει
Τότε κλειδώθηκες κατά λάθος σε λιλιπούτεια φυλακή
Η γάτα του σπιτιού κατάπιε κατά λάθος το κλειδί
Η απουσία σου κατά λάθος δεν έγινε από κανέναν αντιληπτή

Κάποτε κατά λάθος μεγάλωσες
Τότε τα χέρια σου βγήκαν από τα παράθυρα
Τα πόδια σου από την πόρτα
Και το κεφάλι σου από την καμινάδα

Η απόδρασή σου απ’ το κουκλόσπιτο
θεωρήθηκε κατά λάθος επαναστατική





Αλγάπη


Πόσα ακόμα χωμάτινα Βασίλεια να ποδοπατήσεις;
Σε πόσους ακόμα χάρτινους πύργους να φυσήξεις;
Όταν ακόμα να το αποδεχτείς
ότι ήσουν
ενός ακόμα άστατου ανέμου
το χαϊδεμένο μονάκριβο παιδί
που παρέα με τριχωτές αράχνες
μες στα ερείπιά του
ξέφρενα
χορεύει

Το έμαθες;
Σ’ αυτό τον μύθο δεν πέθανε η Ευρυδίκη
Πέθανε ο Ορφέας
Αυτός ήταν ο μεγάλος υπνωτιστής
αυτός ήταν ο αέρινος χορευτής που σε ξεγέλασε
αυτός φύσηξε επάνω σου τον άνεμο της μεγάλης απόδρασης
και σε μάγεψε
Αυτός σε κάλεσε κι εσύ υπνωτισμένη πειθήνια τον ακολούθησες

Έλα κοντά μου
κάθισε δίπλα μου κοριτσάκι
Έλα στην αγκαλιά μου κοριτσάκι
Σήμερα θα σου μάθω μια νέα λέξη
Σήμερα θα σου μάθω μια παράξενη λέξη
Τη λέξη  Α λ γ ά π η
Αλγάπη  είναι η λέξη
Το άλγος της αγάπης

Μικρά χάρτινα φτυάρια είναι τα ποιήματά σου, Ευρυδίκη Επιμένεις να σκάβεις το χώμα να βρεις μιαν ανοικτή υπόγεια διαδρομή να στείλεις τα ποιήματα γράμματα εκεί όπου αναπαύεται ο αγαπημένος
Είναι επώδυνη η αγάπη Συνώνυμο του πόνου είναι η αγάπη Μόνον πονώντας αγαπάς αληθινά Κι αυτή η αγάπη είναι ένα παγκόσμιο αγαθό Βλέπεις; Αγαπώντας έναν, Ευρυδίκη, κάνεις περισσότερους από έναν ευτυχισμένους





Η ομηρία του μύθου


Κλεισμένοι στη σπηλιά
έπρεπε ν’ αποφασίσουν
ποιος απ’ όλους είναι
ο αληθινός Ποιητής
κι ενώ άρχισαν με αβρότητα να ξεμαλλιάζονται
κι έπειτα με ευγένεια να χτυπιούνται

         ─ Εγώ είμαι ο Ποιητής
         ─ Όχι εγώ είμαι ο Ποιητής
         ─ Εγώ είμαι σας λέω

ο Κύκλωπας με το ηχηρό του μάτι
επέστρεψε στη σπηλιά κι έφραξε την είσοδο
κυλώντας έναν βράχο γνωστό
κι αφού έφαγε τους διοργανωτές, τους μουσικούς
κι άλλους περιφερόμενους κι έδειχνε ακόμα
πεινασμένος ρώτησε τους αναμαλλιασμένους:

Λοιπόν, ποιος από εσάς είναι ο Ποιητής;

Κι όλοι μαζί του απάντησαν:

Κανένας





Από τη συλλογή «Αγγελόπτερα», εκδ. Μελάνι, 2016