Κυριακή, 28 Μαΐου 2017

Γεωργία Τριανταφυλλίδου, "Δανεικά αγύριστα"




ΕΞ ΑΙΜΑΤΟΣ


Φιλημένοι ύστερα από παρακάλια.
Ικέτες χωρίς γόνατα να προσπέσουν.
Πεσμένοι στην άσφαλτο και πάλι ριγμένοι
στο ανασήκωμα.
Αποκρουστικοί που έγιναν άνθρωποι ως αποκρουσμένοι.
Άυπνοι που επιμηκύνονται δίχως προοπτική αυγής.
Γείτονες στη γειτονιά με τα τελευταία σπίτια.
Κάποιοι ωραίοι που δεν το έμαθαν.
Όσοι δεν έχουν καμιά περιέργεια για τη γνώση.
Φύλακες των παραπηγμάτων ενός πανηγυριού.
Σκασμένοι στα γέλια μπρος στην πένθιμη μεγαλοπρέπεια
      μιας κηδείας.
Ολοένα περισσότερο απλοί, ανίκανοι να αυτοεπιβεβαιωθούν.
Συλλέκτες Ρώσων κλασικών, απάντων δερματόδετων.
Εκείνοι που για έρωτα μάς άφησαν το αστρικό τους σώμα
      πια.
Κι όλοι εκείνοι που αντίκρισαν στα μάτια τους μπροστά
τα όνειρά τους να πέφτουν στο τηγάνι
έχουν μια μυρωδιά απ’ τον παλιό πατέρα μου.





EΓΩ ΚΑΝΩ Ο,ΤΙ ΣΟΥ ΛΕΕΙ


Τα βράδια φτάνουν ανυπόμονα
και τα σκοτάδια με τη μία
μα τα φιλιά σιγούν αγνώμονα
βραδιάζει αφίλητη η ανομία
της αγκαλιάς μες στο σκοτάδι
(Εκείνος είπε: ΕΙΝΑΙ ΔΙΓΑΜΙΑ).

Και τα στενά μένουν αδιάβατα
βιτσιές ο άνεμος όπου να πας
–παλιά μηνύματα φέγγουν αδιάβαστα–
αν δεν σε φύσηξε κι αν δεν φυσάς
λίγη πνοή μέσα στο στήθος του
(Εκείνος είπε: NA AΓΑΠΑΣ).

Τα χέρια δείχνουν σαν ανήξερα
πάνω σε χείλια που δεν γεύεσαι
και οι ματιές περνούν αντίπερα
μία απλώνεις, δέκα μαζεύεσαι
μες στα σκεπάσματα στριφογυρνάς
(Εκείνος είπε: KAI NA ONEIΡΕΥΕΣΑΙ).





ΔΑΝΕΙΚΗ


                                                  (Με μιαν ωραία αλχημεία, Λιλή, αναζούμε!)
                     ΚΑΙΣΑΡ ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ, «Ο χορός των βακίλλων του Κοχ»


Η προσφορά ήταν θωπευτική.

Άγνωστες μεταξύ μας
και τ’ αεράκι εχθρικό ερχόταν απ’ τη θάλασσα.
Οι άντρες μιλούσαν ατελείωτα.
Πάντα μιλούν
κυρίως όταν έχουν τελειωμό τα ειπωμένα.
Η χαριτωμένη οικειότητα της γενέθλιας πόλης,
η αφελής οργάνωση της αισθηματικής ζωής:
όσους μας αγαπούν, τους αγαπούμε
και για τους άλλους καίει κατακόρυφα ο πυρετός των τύψεων,
μα πάνω απ’ όλα
το αεράκι που ερχόταν εχθρικό από τη θάλασσα
έκανε την αθώα προσφορά τόσο θωπευτική.
Ήτανε μια φορά μια σάρπα δανεική
από μιαν άγνωστη γυναίκα;
Όχι, δεν θα το άφηνε να πάει χαράμι
το ιαματικό απόθεμα της νύχτας
της νύχτας τις αρσενικές ηχητικές πηγές
κι εκείνη την ευγενική αλλοίωση κάθε τυχαίου.

Νύχτωσε. Κυρία, ξέρετε, πάλι κρυώνω.
Και μόνο τώρα νιώθω στο πετσί μου
γιατί όλα τα δανεικά πάνω στη γη
πρέπει να μένουν εξαρχής αγύριστα.





Από τη συλλογή «Δανεικά αγύριστα», εκδ. Κίχλη, 2017.

Πέμπτη, 25 Μαΐου 2017

Γιάννης Βαρβέρης, "Εν φαντασία και λόγω"





ΕΝΟΧΉ


Πόσο κίτρινος είναι ο ήλιος
που μας κοροϊδεύει.
Πόσο ιδανικοί εμείς αναλύοντας
τις ακτίνες του.
Πόσο επαίσχυντα ωραίοι
όταν τραβάμε το σύρτη.
Και μένουμε άφωτοι
ο ένας απέναντι στον άλλον.





Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΜΕΓΑΛΩΝΕΙ

                                                      Ο θάνατος υπάρχει. Είναι ο μεγάλος πατέρας
                                                      που μας φύτεψε στη μήτρα της ανυπαρξίας.

                                                                                         Γ. Θ. Βαφόπουλος


Διακρίνω στο νερό τροχισμένα χαλίκια τα μάτια μας
σπόνδυλους του θανάτου που μεγαλώνει μέσα στους νεκρούς.

Δρέψτε κάθε καρπό:
Το αίμα της καρδιάς του αγαπημένου φίλου
τους ασίγαστους έρωτες
μ’ ένα σουγιά ξεφλουδίστε
τα σπίτια σας και τα παιδιά σας.

Αφού πεθαίνουμε από θάνατο φυσικό
η μέτρηση των ημερών μας
ανήκει στους νεκρούς
με τ’ ανύποπτα συναισθήματα.

Είναι στο χέρι των νεκρών
κάθε απόφαση
κάθε προμελέτη
πηγάζει από το μίσος τους
κι ενσωματώνεται στην ανάμνηση
της κάθε μέρας.

Δρέψτε κάθε καρπό
κι ας μην ωρίμασε ακόμη σε θάνατο·
γιατί στάθηκε πάντα αμφίβολη
η νεκροψία της ποίησης.





Η ΘΑΛΑΣΣΑ


Ζω σ’ ένα δωμάτιο
γεμάτο πίνακες ζωγραφικής
που απεικονίζουν
θάλασσες.
Τη νύχτα νιώθω να με απορροφούν
μια δίνη πράσινη
ίσια στη νεκρή καρδιά τους
σαν μαχαίρι.

Ενδοιασμούς όμως η θάλασσα δεν έχει·
κι εγώ δεν πάσχω από υποψίες.





Η ΑΛΧΗΜΕΙΑ ΤΟΥ ΠΡΟΣΩΠΟΥ


Οι θλίψεις πρέπει να σιωπούν
όταν σταλάζει μέσα μας ο βαρύς όρκος.
Η πορεία προς τους ξένους κοιτώνες
είναι καθήκον των ψυχών
στο μικρό τους θάνατο.
Ώρα την ώρα
αλλοιώνονται τα πρόσωπα
τα μέλη αφυδατώνονται
προβάλλονται στο επίπεδο του απείρου
κι επιστρέφουν τιμωροί θεοί
με τη δικαιοσύνη
και τη μοναξιά.





ΑΝΗΚΩ


Στις άκρες των πλήκτρων μου
φύτρωσαν νεκροί και τραυματίες.
Ονειρεύονται τ’ όνειρό μου
διαδίδουν την ύφανσή του
την όρχησή του την επιθανάτια.
Μύθος οι αλέκτορες κι οι υποκρούσεις.

Ανήκω στο συνδικάτο των τύψεων.





Από τη συλλογή «Εν φαντασία και λόγω», (1975), που περιλαμβάνεται στην συγκεντρωτική έκδοση «Γιάννης Βαρβέρης - Ποιήματα, Τόμος Α΄, 1975-1996», εκδ. Κέδρος. (Γ΄ έκδοση, 2008).

Δευτέρα, 22 Μαΐου 2017

Γιάννης Στρούμπας, "Γραφείο ενικού τουρισμού"





ΜΠΑΛΑ ΜΟΥ ΠΕΛΑΓΙΣΙΑ


Κείνη τη μπάλα που παιδί
μου κλέψανε ο αέρας και το κύμα
λικνίζοντάς την πέρα μέσα
στου πελάγου το βαθύ, το σκούρο ρίγος,
Τη βρήκα τελικά προχτές
στης μνήμης τ’ αρχιπέλαγος.




ΠΛΑΪ ΣΤΟ ΚΥΜΑ


Κύμα πλάι στα πεύκα.
Πεύκα πλάι στον δρόμο.
Δρόμος πλάι στο βουνό.
Βουνό πλάι στα σύννεφα.
Σύννεφα πλάι στον ήλιο.
Ήλιος πλάι στα κορίτσια.
Κορίτσια πλάι σε μένα.
Εγώ πλάι στο κύμα.

Καυτό κύμα δροσιάς.




ΤΣΟΥΧΤΡΑ


Μόλις τη βγάλαν στην ακτή με την απόχη.
Τεράστια σαν ταψί,
γαλάζια και λευκή.
Αν και τεμαχισμένη πια
ριγώ και μόνο στη θωριά της.

Όπως αρμόζει άλλωστε
σε μία γαλανόλευκη.




ΨΥΓΕΙΟ ΠΑΓΟΥ


Μαμά,
συνέβη κάτι αλλόκοτο
την ώρα που κολύμπαγες.
Κει που ’παιζα
μπροστά στ’ αντίσκηνό μας
με την άμμο
πλησίασε κουτσαίνοντας
κυρία με ψάθινο καπέλο
και μου ζήτησε νερό.
Άνοιξα το βρυσάκι απ’ το ψυγείο
και της πρόσφερα
του πάγου το νεράκι.
− Γιατί κουτσαίνετε, κυρία;
τη ρώτησα.
− Μόλις βγήκα απ’ τον γύψο
μου εξήγησε.
Σήκωσε το ποτήρι
κι άρχισε να πίνει
Κι όπως ρουφούσε λαίμαργα
έκπληκτος την είδα να γερνά
σαν κουρελιάρα, σαν ζητιάνα
δίχως σπίτι και δουλειά
λες και σαράντα χρόνια
πλακώσαν την καμπούρα της.
Νερά χυθήκαν τότε
απ’ τη μασέλα της
Κι έμειναν σταλακτίτες παγωμένοι
στο πηγούνι της.
− Από τον γύψο στον πάγο
ψέλλισε μυστηριωδώς.
Κι εξαφανίστηκε
αποκεί που ’ρθε.





Από τη συλλογή «Γραφείο ενικού τουρισμού», εκδ. Καλλιγράφος, 2016

Παρασκευή, 19 Μαΐου 2017

Ειρήνη Παραδεισανού, "Δύο ποιήματα"


Φωτογραφία: Κώστας Αντωνιάδης 


Δεν έχω πια φωνή να μιλώ


δέκα χιλιάδες παιδιά πρόσφυγες έχουν εξαφανιστεί στην Ευρώπη
δέκα χιλιάδες παιδιά πρόσφυγες έχουν εξαφανιστεί στην Ευρώπη
δέκα χιλιάδες παιδιά πρόσφυγες έχουν εξαφανιστεί στην Ευρώπη
δέκα χιλιάδες παιδιά πρόσφυγες έχουν εξαφανιστεί στην Ευρώπη
δέκα χιλιάδες παιδιά πρόσφυγες έχουν εξαφανιστεί στην Ευρώπη
...

( Δεν έχω πια φωνή να μιλώ.
Το στόμα μου γίνηκε μια λίμνη χώμα.
Σαλεύει ορθάνοιχτο
στο μαύρο
και μια σμέρνα μου τρώει τη γλώσσα.
Δεν έχω πια σάλιο να φτύσω.
Ξερό το χώμα που μασώ
κι έγινε πέτρα
βυθισμένη στην άμμο του κρανίου
που κραδαίνει εμπρός μου
ο Άμλετ. )





Ποιητική


Κάποτε θα καταφέρω να μιλήσω
για το κομμάτι σίδερο
που χω καρφωμένο στα σπλάχνα
για το μέταλλο που σπρώχνει το μεδούλι
στις δυο χαράδρες
δεξιά κι αριστερά στους κροτάφους
και δεν αφήνει τα μάτια να δουν τίποτα
πέρα απ’ το βουνό της άγριας λαχτάρας.

Μέχρι τότε
ας αρκούμαι σε ασκήσεις ύφους
που μύωπες οι ειδήμονες
θα βαφτίζουν ποιήματα.

Ω είναι ωραίο να σε λένε ποιήτρια.

Είναι κι αυτό μια δίκαιη ανταλλαγή.
Δίνεις τα σπλάχνα σου, παίρνεις τον τίτλο.

Ανόητοι εσείς που θαρρούσατε πως θα γελάσετε το αίμα.

Μη μου δίνετε πια συγχαρητήρια.

Μονάχα πάρτε το καρφί απ’ τα μάτια μου.

Κι αν δεν μπορείτε,
έστω
σταθείτε από κάτω
και
βαστάξτε τα καυτά πετράδια που μου καίνε τη γλώσσα.




Ειρήνη Παραδεισανού


Τρίτη, 16 Μαΐου 2017

Ορέστης Αλεξάκης, "Η λάμψη"





1.  Αυτοσύσταση


Με λένε Ορέστη μα στη λέξη
μη σταθείς

Παρακαλώ προσπάθησε
πίσω απ’ τη λέξη
να δεις τη νύχτα του χιονιού
και του αγριμιού
το μάταιο μες στην ερημιά
ν’ ακούσεις κλάμα





6.  Νύχτα


Με τρομάζουν οι μνήμες
περπατάνε
με βήματα ηχηρά πάνω στη στέγη





10.  Πρόσφυγες


Διωγμένοι από την όμορφη πατρίδα
τώρα στους δρόμους των γυμνών ωρών

νομάδες ουρανών

αλιείς άστρων

εμείς
οι δόλιοι πρόσφυγες
του απάνω κόσμου





11.  Δεκαπεντασύλλαβος


Μεγάλα μάτια του Θεού
που ξαγρυπνάτε εντός μου

φοβάμαι να καθρεφτιστώ
στα σκοτεινά νερά σας

μη γίνω αγέρας και χαθώ
μη γίνω φως και σβήσω





12.  Κι ο ποιητής…


… αδέσποτο σκυλί που μάταια ψάχνει
στο θεϊκό δοχείο απορριμμάτων





16.  Έκπληξη


Κι έτσι ακουμπώντας στο προσκέφαλό σου
στης ρέμβης σου το λίκνισμα αφημένος
μπήκα μέσα στο ίδιο τ’ όνειρό σου
είδα το φως σου
κι ό,τι
μέσα στο φως σου ανθίζει

Τη φοβερή απροσδόκητη ομορφιά σου
την κλειδωμένη ερμητικά στο σώμα

Σαν καταθαμπωμένος τυμβωρύχος





23.  Απειλή


Και πάλι ρόδινοι νυγμοί
στην άδεια νύχτα

σταγόνες μνήμης
στην τυφλή σπηλιά μου

ένα πουλί από φως στο μαύρο φόντο
ρίγη κελαηδισμού

φ ο β ά μ α ι   π ά λ ι





Από τη συλλογή «Η λάμψη» (1983), που περιλαμβάνεται στη συγκεντρωτική έκδοση «Ορέστης Αλεξάκης - Ποίηση (1960 - 2009)», εκδ. Γαβριηλίδης 2011.

Κυριακή, 14 Μαΐου 2017

Αλέξανδρος Μαυρογένης, "Δύο ποιήματα"





Στο μικρό καφενείο


Αντάμωσαν στο μικρό καφενείο δίπλα στη λίμνη
Τάραξαν τα νερά με γέλια και φωνές
Τι και αν το γαλάζιο καράβι μένει καθηλωμένο.
Δεσμεύτηκαν να εμπιστευτούν το αψήφιστο κύμα
Τους είπε πως κανένας βράχος δεν θα το συντρίψει


Ταξίδεψαν με το τρένο των αναμνήσεων
Μίλησαν για τον ήλιο που πρόδωσε το καλοκαίρι
Αναρωτήθηκαν ποια δύσβατα μονοπάτια τους προσμένουν
Το αλέγκρο τους βλέμμα όμως δεν ξεθώριασε

Ήπιαν το κρασί που έπιναν από παιδιά, εκείνο που πάντα τους έδενε.
Χάρη σε αυτό δεν γνώρισαν ποτέ την εξορία ενός έρημου κάστρου





Το βλέμμα σου


Δανείστηκα το βλέμμα σου και συνάντησα ένα περιστέρι,
 να χωρά στα φτερά του κάθε πληγωμένο στρατιώτη
Είδα την ελευθερία να δυσανασχετεί δίπλα στην τελεία
 και να προτιμά την συντροφιά του ερωτηματικού
Τη μνήμη των ηρώων να αντιστέκεται στη λήθη,
 σαν κερί που αρνείται να λιώσει
Τον ήλιο μιας παιδικής ζωγραφιάς,
 να πλημμυρίζει με φως ένα αναμορφωτήριο.
Τη στοργή να ανασαίνει μέσα στον πνιγηρό αέρα
 της παράνοιας και του εφιάλτη
Έναν ξένο να εξομολογείται χωρίς αναστολές
 τις εμπειρίες της περιπλάνησής του
Το απεχθές να μεταμορφώνεται σε λυρισμό
 στα χέρια ενός μάστορα των λέξεων
Το ουδέτερο να απομακρύνεται
 από το σφιχταγκάλιασμα του μηδενός
Ένα σοφό γέροντα να σκορπά δεκαετίες στη θάλασσα,
 για να κατακτήσει την ανεμελιά
Τον παφλασμό των κυμάτων γλυκό σκοπό να αποκτά,
 σαν νανουρίζει μια αγέννητη ζωή
Τη λάμψη του διαμαντιού που γέννησε η φαντασία ενός κοριτσιού,
 να με θαμπώνει
Τα παρθενικά φιλιά να ποτίζουν τον τελευταίο κήπο του Χαλεπιού
Την ειρήνη αποφασισμένη να χτίσει ξανά,
 ότι γκρέμισε ο πόλεμος
Με τη χρυσαφένια σου ματιά αγόρασα την πολύτιμη δική μου Ρώμη
Τον Ρουβίκωνα διέσχισα χωρίς αμφιβολία.




Αλέξανδρος Μαυρογένης




Τα ποιήματα του Αλέξανδρου Μαυρογένη δημοσιεύονται για πρώτη φορά.
Στην εικόνα: Vincent van Gogh, «The Night Cafe», (1888).

Τετάρτη, 10 Μαΐου 2017

Βασίλης Δασκαλάκης, "Παράλληλη μνήμη"




ΑΠΟΧΡΩΣΕΣ ΕΝΔΕΙΞΕΙΣ


έβαψε το χείλι της πράσινο
το νύχι μαύρο
και τώρα θαυμάζει
τους πρώην
και τους έποικους εραστές της

προς μνήμη και συμμόρφωση
ακρωτηριάζει τον κάθε πέμπτο φιλήδονο

και με τα οστά των άκρων
σχηματίζει τέμπλα

μια νέα Πομπηία του έρωτα





ΥΛΟΤΟΜΙΑ ΑΙΣΘΗΣΕΩΝ


τόσο πολύ σ’ αγάπησα
που σε περιφέρω
σαν επιτάφιο

τόσο μου λείπεις που θαρρώ
πως άνοιξη δεν θα ’ρθει

ούτε φύλλο δεν ράγισε
ούτε ανάσα ακούστηκε
μόνο η ομορφιά κύλησε
δάκρυ διαμάντι

κι ο θρίαμβος;

μια νύχτα, οι νεωκόροι των εκκλησιών
θα σαβανώσουν και τις τελευταίες ελπίδες
και ο αόμματος αρχαιοφύλακας θ’ αποδράσει
μ’ ένα αντίγραφο της απτέρου νίκης





ΠΑΡΑΛΛΗΛΗ ΜΝΗΜΗ


εν τοις όρεσι και ταις διαβάθραις των κλεισουρών

ο γενέθλιος τόπος μου
μια λιτή εικόνα
μη ρέον ύδωρ
άγρια τοποθεσία
απόκρημνα φαράγγια
άδενδροι βράχοι
δεν επροίκισεν το Βυζάντιο
με πρίγκιπες, αυλικούς, στρατηγούς
επιφανείς κληρικούς

ο κόσμος που γαλουχήθηκα περίκλειστος
μόνη διέξοδος η θάλασσα
το πνεύμα παγιδευμένο
η μνήμη στο αίμα
τα τροπάρια στα γονίδια
το φως στο σκοτάδι και στον φόβο
η ομοθυμία στο πέραν
οι ενιαυτοί στο παρόν

η ψυχή μου πορεύεται σε νέους τόπους

βηματιστής στη σκουριά των ημερών
αναλήφθηκα
ως αιχμή καπνού
στη φιλόξενη γη των Μακεδόνων





Από τη συλλογή «Παράλληλη μνήμη», Εκδόσεις Εντευκτηρίου, 2017



Πρόσκληση

Η ποιητική συλλογή του Βασίλη Δασκαλάκη,
«Παράλληλη μνήμη», Εκδόσεις Εντευκτηρίου, 2017,
παρουσιάζεται την Κυριακή 14/5/2017
στις 3 μ.μ.
στη Διεθνή Έκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης,
αίθουσα ΕΙΠ (περίπτερο 15).

Για το βιβλίο θα μιλήσουν
ο Κυριάκος Συφιλτζόγλου, ποιητής
η Γεωργία Τριανταφυλλίδου, ποιήτρια
και ο συγγραφέας.
Την εκδήλωση συντονίζει ο Γιώργος Κορδομενίδης.


Κυριακή, 7 Μαΐου 2017

Βασίλης Φαϊτάς, "Στο καφέ «Εντροπία»"




ΠΕΤΑΛΟΥΔΑ


Στις αβοήθητες νύχτες η ψυχή
όταν κανείς δεν την προσέχει
κατηφορίζει στη θάλασσα θροΐζοντας
μια πεταλούδα γεννημένη απ’ τους αιώνες
μαζεύει άστρα με την απόχη της
επιστρέφοντας τα σκορπίζει
στις εποχές της γης.

Ύστερα σπαραχτικά ερωτηματικά
ο άνεμος μες στα κλωνάρια.





ΓΑΛΗΝΗ


Στον καιρό της νιότης
άλλαζα τον κόσμο
αποικίες φωτός
εκεί που γεννιούνται τα όνειρα.

Τώρα απ’ το παράθυρο της εντροπίας κοιτάζω
το πλατύ ποτάμι που περνά
πλημμυρισμένο καιρούς χώρο και αίμα.

Όμως υπάρχουν ακόμα κάτι ηττημένα πανιά
αναδύονται μόνο απ’ το κύμα
τραβούν για κει
που κανένας ποτέ δεν πήγε
τη μετέωρη αφετηρία του θαύματος.





ΤΟ ΠΑΛΙΜΨΗΣΤΟ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ


Ο ουρανός σταμάτησε στη γλώσσα μου
αυτά που είναι πέρ’ απ’ το χρόνο ήρθαν
ταξίδεψαν πολλές γενιές ανάμεσα στους αιώνες
όπως η μέλισσα από λουλούδι σε λουλούδι
όσα το σώμα διέγραψε
αποκαλύπτει
το θαύμα γεννιέται μόνο από θαύμα.

Ο κόσμος είναι πιο νέος από μας
χιλιάδες χρόνια
εραστής της αθανασίας η νιότη
χιμάει όπως ο αιχμάλωτος σκύλος
μυρίζοντας τους δρόμους του χάους
σπάει τα δεσμά του και ορμά
κυνηγώντας το ανείπωτο μέσα του.

Δε μας λείπει παρά
η ώρα εκείνη που τα πουλιά πετούν
έξω απ’ τις μέρες
όταν το φως και η θάλασσα γίνουν ένα
υπάρχει ακόμα μια θημωνιά μεταμέλειες
στις αφετηρίες όλων των ονείρων
γιατί δρόμος άλλος για την άνοιξη
δεν υπάρχει.





Η ΓΗ ΤΟΥ ΚΑΝΕΝΟΣ


Άστατη νύχτα στον πευκώνα
ό,τι υπάρχει είναι στον άνεμο
η φωνή ακίνητη περιμένει
το σωσία του καιρού
ορθώσου μες στη συγχορδία
στη γη του κανενός απάντηση δεν έχει
πότε μεγάλωσε η θάλασσα
οι ίνες του αύριο δονούνται μες στο χώμα
το φθινόπωρο λάμνοντας πέρα διασχίζει το φως
ένας ξεριζωμένος λαβύρινθος γνωρίζει
τίποτα δεν έχει τέλος
ο κόσμος είναι ήσυχος σαν σύννεφο που κυλά.





Η ΜΑΣΚΑ ΤΗΣ ΗΤΤΑΣ


Τι χρειάζονται οι ορίζοντες
σε όποιον μετά την καταιγίδα ορθώνεται
κρεμασμένος από μια ανταύγεια
σε κείνον που περπατά αναπνέοντας
το κυάνιο τ’ ουρανού
τι παραπάνω έχουν να δώσουν
τα ταξίδια τα βιβλία τα δάκρυα
σε κείνον που ανοίγοντας την πόρτα του ένα πρωί
χάνεται στις εποχές.

Περπατά στις αποβάθρες της Σαλονίκης
στο βουερό πλήθος που δεν είναι πια εκεί
είναι αργά ν’ αγαπηθεί και το ξέρει
η σιωπή παίρνει το σχήμα του ανέμου
ετυμηγορία παλιά όσο η ζωή
ο κάθε θάνατος οδηγεί στη δική του επανάσταση
κι έτσι αόρατος καθώς είναι γνωρίζει
η νίκη άλλο δεν είναι
παρά η μάσκα της ήττας
στο βάθος του μονοπατιού.





Η ΚΙΒΩΤΟΣ


Ολόκληρη η ανθρωπότητα μια κιβωτός
στους προορισμούς του τυχαίου σπρωγμένη
από αόρατους καταρράχτες
κι εγώ στην κουπαστή αφουγκράζομαι
χτυπήματα φτερών ήχους αρχαίους
ό,τι αδάμαστο έμεινε έξω
απ’ όλες τις κιβωτούς του κόσμου.




Από τη συλλογή "Στο καφέ «Εντροπία»", εκδ. Μανδραγόρας, 2017.