Παρασκευή, 13 Ιανουαρίου 2017

Χάρης Βλαβιανός, "Διακοπές στην πραγματικότητα"




ΓΑΛΑΖΙΟ

                                                    … πάνω σε μια απόχρωση του Αλμπέρτι


1.

Ξαφνικά η παλέτα του γέμισε
με το πιο μυστικό γαλάζιο τ’ ουρανού.
Έσκυψε πάνω στον καμβά του
κι άρχισε να ζωγραφίζει πυκνά σύννεφα.
Στο εργαστήριο αντηχούσαν οι φωνές των αγγέλων
που επαναλάμβαναν δυνατά τ’ όνομά του:
Beato Blue Angelico.


2.

Ο Ραφαήλ είχε μεγάλα φτερά.
Ο δάσκαλός του Περουτζίνο επίσης.
Μ’ αυτά άπλωσε το δικό του γαλάζιο στην οροφή της Καπέλα
       Σιστίνα.
Στο μέρος του Παραδείσου που του αναλογούσε, ο ήλιος δεν δύει
       ποτέ.


3.

Η Βενετία αναπαύεται τώρα
στο αστραφτερό γαλάζιο του Τισιανού·
η Ρώμη στο μελαγχολικό του Πουσέν
που λαμπυρίζει ανάμεσα στις ορτανσίες της Πιάτσα Γκλόρια.
(Εκεί μικρός μύρισα για πρώτη φορά την Άνοιξη.)


4.

Το γαλάζιο του Τιντορέτο με πληγώνει·
του Τιέπολο (θυμάσαι τα φατνώματα στη Villa Serbeloni;)
με κάνει να χαμογελώ ανέμελα·
του Γκρέκο με δοκιμάζει
− μπορώ άραγε να συνεχίσω να πιστεύω σ’ αυτό το εκτυφλωτικό
       σκοτάδι;


5.

Στο εργαστήριο του Βελάσκεθ
το γαλάζιο συστήνεται ως Ινφάντα Μαργκαρίτα.


6.

Πάρε αυτή την ωραία γαλάζια κορδέλα
και δέσε την γύρω από τα χρυσαφένια σου μαλλιά.
Σου την προσφέρει ο φιλήδονος Γκόγια.


7.

Εκρήξεις γαλάζιου μέσα στις αλληγορίες της Μεσογείου.
Ο Βαν Γκογκ μία απ’ αυτές.
(Η πιο έναστρη.)


8.

Τα δάκρυα του Μονέ
ήταν γκριζογάλανα.
Ο Καντίνσνκι για να τον τιμήσει
έδωσε στον καβαλάρη του το άρωμα της λεβάντας.


9.

Μια μέρα το πινέλο θα μιλήσει.
Τότε θ’ αποκαλύψει αυτό που τα χρώματα ήδη γνωρίζουν:
πως ο Ματίς ήταν πράγματι γαλαζοαίματος.
(Όπως και ο Σαγκάλ εξάλλου.)


10.

Είμαι η γαλάζια σου σκιά.
Το καθαρό περίγραμμα τού σώματός σου.
Για τα γερασμένα μάτια
μια διαρκής παρεκτροπή.





ΝΟΣΤΑΛΓΩΝΤΑΣ ΤΟ ΑΥΡΙΟ


Το ένα χέρι αγγίζει απαλά το άλλο.

Θέλεις να μιλήσεις για το ταξίδι
(έχεις ήδη αρχίσει ν’ αναχωρείς)
αλλά το θρόισμα των φύλλων
(επιστροφή σε παλαιότερες εποχές −
νύχτες νωχελικές, άπληστες)
δεν αφήνει περιθώρια για απολογισμούς.

Οι λέξεις σωπαίνουν διακριτικά.
Οφείλουν να σωπάσουν για να κρατήσουν τα προσχήματα.
Χαμογελάς αμήχανα.
«Τα πάθη δημιουργούνται για να σβήσουν».
Ποιος το έγραψε αυτό;
Η Χάου; Η Κάρσον;
Αδιάφορο πια.
Σημασία έχει πως έσβησαν
και ότι ξέρεις πως έσβησαν.
Ο πόνος όμως σ’ εμποδίζει να συγκεντρωθείς.
Ενώ θα έπρεπε να σταθείς στα δεδομένα της στιγμής
Εσύ αναλογίζεσαι τις ηθικές προεκτάσεις του ζητήματος.
Ποιου ζητήματος ακριβώς;
(Τι νόημα έχουν οι νύξεις όταν δεν έχει καν τεθεί το ερώτημα;)
Θα μπορούσες να της είχες πει
(τότε που οι συνθήκες το επέτρεπαν ακόμη):
«έρωτας είναι αυτός που φέρει το μήνυμα,
όχι το μήνυμα το ίδιο».
Δεν το έκανες.
Από λεπτότητα; Ντροπή;
Ποιος ξέρει;

Εσύ ασφαλώς όχι…

Έλα ας κλείσουμε για λίγο τα μάτια·
ας αφήσουμε τον αγαπημένο σου Καετάνο Βελόσο
να μας νανουρίσει με την απαλή φωνή του.
Να ονειρευτούμε μαζί το όνειρο που δεν θα ζήσουμε.





Από τη συλλογή «Διακοπές στην πραγματικότητα», εκδ. Πατάκη, 2009




Π Ρ Ο Σ Κ Λ Η Σ Η

Η Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Βέροιας,
ο Ποιητικός Πυρήνας,
το βιβλιοπωλείο Ηλιοτρόπιο και οι Εκδόσεις Πατάκη
σας προσκαλούν
την Δευτέρα 16 Ιανουαρίου 2017 στις 6:00 µ.µ.
σε μία συνάντηση με τον
Χάρη Βλαβιανό
με αφορμή την έκδοση του νέου του βιβλίου

Το κρυφό ημερολόγιο του Χίτλερ

Θα μιλήσουν οι ποιητές
Δημήτρης Γ. Παπαστεργίου,
Δημήτρης Ιορδ. Καρασάββας
και ο συγγραφέας

Η εκδήλωση θα πραγματοποιηθεί
στην Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Βέροιας
Έλλης 8




Τρίτη, 10 Ιανουαρίου 2017

Η πρωτοχρονιάτικη πίτα του Ποιητικού Πυρήνα




Η πρωτοχρονιάτικη πίτα του Ποιητικού Πυρήνα


Την πρωτοχρονιάτικη πίτα της έκοψε η συντροφιά του Ποιητικού Πυρήνα, το βράδυ της Κυριακής 8/1/2017, στον όροφο του café McOza, το φιλότεχνο στέκι της Βέροιας. Τα μέλη και οι φίλοι της λογοτεχνικής συντροφιάς αντάλλαξαν ευχές για ένα δημιουργικό 2017 .
Πριν την κοπή της πίτας, ο κύριος Σοτιράκ Καραντζά ανέγνωσε την κριτική του για την ποιητική συλλογή του Σούλη Λιάκου, «Λογαριασμός Όψεως», εκδ. Καλντερίμι 2014.
Έχοντας ως κεντρικό άξονα στον κορμό του έργου, ο κύριος Καραντζά, χρησιμοποίησε ως συνδέσμους, στίχους της συλλογής, για να ξεδιπλώσει ένα πόνημα πλούσιο σε αναφορές τόσο στους θρύλους και μύθους της Ελλάδας και της Αλβανίας όσο και σε έργα σταθμούς της ξένης λογοτεχνίας («Κόλαση» του Δάντη, «Το κοράκι», του Ε. Α. Πόε κ.ά.). Ακολούθως ο Σούλης Λιάκος αναφέρθηκε στους αρμούς που συνδέουν την Τέχνη με την ζωή, δίνοντας την ευκαιρία για μια ενδιαφέρουσα συζήτηση.











Φωτογραφίες: Μάριος Δασκαλάκης.

Σάββατο, 7 Ιανουαρίου 2017

Καίτη Παπαδάκη, "Νέο έτος"




Νέο έτος


Σήμερα ας μη διαβάσουμε ποιήματα.
Σπάνια θα βρεις κάποιο αισιόδοξο.
Σήμερα ας μη διηγηθούμε όνειρα.
Σκοτεινό μέσα τους
το δάσος των παιδικών παραμυθιών.
Σήμερα, νομίζω, δεν χρειάζονται τραγούδια.
Κούρασαν οι νότες απ’ τα κάλαντα.

Μπορούμε λίγο να καθίσουμε;
Λίγο, έτσι, δίχως να μιλάμε.
Εγώ τη γάτα θα κοιτάζω που κοιμάται.
Εσύ έξω απ’ το παράθυρο το χιόνι.
Στον καναπέ θα περιμένει μια κουβέρτα.
Εκεί να καταστρώσουμε σχέδια ήσυχα…
Ας μείνουμε όλη μέρα τυλιγμένοι
ο ένας με τον άλλο.

Σήμερα ας μην κοιταχτούμε στα μάτια.
Τυφλοί ας μείνουμε,
νεογέννητοι.





Χωρίς


Κι άλλη μέρα χωρίς λόγια.
Γαβγίσματα μόνο
ενός σκυλιού νωχελικού
σαν χώμα βρεγμένο.
Κι άλλη μέρα χωρίς φωνή.
Θόρυβοι, θόρυβοι αταυτοποίητοι.
Ψάχνεις πίσω απ’ τα έπιπλα
να δεις τι κινήθηκε.
Όλα ακούγονται
βήματα κύκλωπα
σπίτι άδειο
αντίλαλος
ιδέα σου θα ’ναι.
Άλλη μια μέρα
χωρίς
χωριστά
χωρίστρα είχες  λίγο στραβή,
γελούσα.
Χωρίς θέμα αυτό το ποίημα.
Λέξεις μου ’ρχονται βροχή.
Η σιωπή τις θρέφει.
Το γάβγισμα επαληθεύει
την ανάγκη τους.
Σταγόνες χοντρές
οι ήχοι χαστουκίζουν
χωρίς να σε λυπούνται
ή να σε…
κι εγώ δεν ξέρω…





Μαζί


Όπως καθόμαστε αντίκρυ
στις δυο κόψεις
της ελπίδας
τραβάμε ο ένας τον άλλο
απ’ τα χέρια
με δύναμη.
Προσπαθώντας πιο κοντά
να ’ρθούμε,
τεμαχιζόμαστε.
Το μισό σώμα σου
έλκεται απ’ το μισό μου.
Η ένωση ισχυρή, μα όχι τέλεια.
Εσύ ήσουν πάντα πιο παχύς
και αρκετά ψηλότερος.
Η πληγή δεν επουλώνεται εντελώς.
Κάπου-κάπου στάζει
αίμα ανάμεικτο.

Μια μέρα ας ήτανε να φύγω μακριά σου…



Καίτη Παπαδάκη



Τα ποιήματα της Καίτης Παπαδάκη δημοσιεύονται για πρώτη φορά.
Στην εικόνα: Γιώργος Ιακωβίδης, "Ρόδια"

Τετάρτη, 4 Ιανουαρίου 2017

Δημήτρης Ι. Μπρούχος, "Λουλούδια του δρόμου"




ΛΙΣΤΟΝ


Φανάρι η ζωή κρεμασμένο από τα βόλτα
Ξοδεύεται παρατηρώντας τη Νιότη
Να διαγράφει τους αιώνιους κύκλους της
Στο πεπερασμένο των περιπάτων
Οι πολλοί και οι λίγοι άλλοτε
Οι κάποιοι και οι λιγότεροι κάποτε
Και τώρα βιαστικά λαίμαργα περιστέρια
Έχοντας προ πολλού παραβιάσει τη λίστα
Δικαιώνουν την πιο αδέσποτη χίμαιρα
Διεκδικώντας ευδαίμονες πτήσεις

Από τα δωμάτια τού άλλοτε Saint George
Και της πανσιόν Suisse
Ανάσες βαριές διαχέονται θωπεύοντας
Τον έρωτα σε λείες επιδερμίδες ακηδέστατων
Στάσεων στο ημίφως
Των παραθύρων
Αποδημώντας οριστικά στα μονοπάτια του χθες.

Σήμερα
Βόμβος διαρκής συνευρέσεων
Επικαθηλώσεις χρόνου
Μ’ έναν εσπρέσσο στην ασωτία
Λυρικών βλεμμάτων στο πηγαινέλα
Και στις διασταυρώσεις.

Δεν υπάρχει φορά να μη δω κλεφτά
Το γωνιακό τραπέζι που δεν τα βρήκαμε.
Χρόνια τώρα περνώ και ξαναπερνώ
Μήπως κι’ ακυρώσω το ψέμα μου
Χρόνια τώρα περνώ και ξαναπερνώ
Μήπως κι άλλαξες γνώμη.

Στο ίδιο σημείο δυο περιστέρια
Ερίζουν πάντα
Για το ίδιο ψίχουλο…





ΠΥΛΗ ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ


Ερήμωσαν
Όλα
Τα χρόνια, οι γειτονιές, οι καρδιές,
Οι δρόμοι,
Οι άνθρωποι
Το αβάσταχτο είναι τους πολεμούν
Καθημερινά ξεχνώντας, διαγράφοντας
Μονοκονδυλιά
Τα παλιά, τα μη συμφέροντα, τα φέροντα
Μνήμη και μνήμες από τον καιρό
Των αισθημάτων και των αισθήσεων
Απείθαρχες βλέψεις συγκατατέθηκαν
Όνειρα απεδήμησαν ανεκπλήρωτα
Παιδικές φιγούρες κυκλώνουν το γύρω μου
Με περιπαικτικές γκριμάτσες ύστερα
Με χαμόγελο φθίνον
Κουνάνε το χέρι μακραίνοντας σαν
Ν’ αποχαιρετάνε τ’ αλύτρωτα
Παιδικά χρόνια.

Λιγόστεψαν. Όλα.
Οι αποστάσεις, οι διαστάσεις, τα περιθώρια
Οι αμαρτίες, τα λάθη, οι παρορμήσεις, οι αναστολές.
Κατηφορίζω προς τα Μουράγια
Δεξιά το παλάτι δεσπόζει όπως η φαντασία
Αριστερά το βόλτο του Κοκκίνη παραπέμπει
Σ’ άλλες εποχές κι η Αναγνωστική
Πιο κάτω σταθερή αξία,
Όλα μας υποθηκεύουν για το καλύτερο
Των αυριανών αναμνήσεων,
Κοιτάζω απέναντι το Βίδο
Και η ψυχή μου αναζητά
Φυγόδικους, υπόδικους, λαθρόνες εαυτούς που
Ασέλγησαν πάνω της κι εξαφανίστηκαν.

Αυτοί οι ένοχοι
Καταζητούνται
Ακόμα.





ΚΑΒΑΛΙΕΡΙ

Οι πλαγιές του ύπνου φωτισμένες
Από τη θάλασσα που αντιφεγγίζει την πανσέληνο
Το φως του δρόμου εισβάλλει απ’ το παράθυρο
Μα καμιά ενοχή δεν αγγίζει.
Στο τζάμι σκαρφαλώνει η σκιά μου γλιστρώντας
Απ’ έξω οι αγάπες μου όλες: Μαίτλαντ,
Παλιό φρούριο, Αη-Γιώργης, Σπιανάδα,
Γαρίτσα δεξιά στο βάθος ακίνητες.
Κινείται μόνο η σιωπή
Και τα πουλιά φλυαρούν με τις ψυχές
Σε μια γλώσσα που δεν
Γνωρίζω σαν να θέλουν
Ν’ αφυπνίσουν το άγνωστο μέσα μου.
Ψηλαφίζω τις επιφάνειές μου αναδεύοντας
Οσμές σωμάτων εκτονωμένων
Ίχνη χειλέων που κάποτε
Ανίχνευσαν το απροσπέλαστο
Μια υποψία πόθου καραδοκεί σπασμό.

Πετώντας χαμηλά στη ζωή μου
Γράφω κύκλους μαζί με τα πουλιά, τα βράδια
Γύρω απ’ το δωμάτιο που μέσα

Κοιμάται ανυποψίαστος ο εαυτός μου.





Από τη συλλογή, «Λουλούδια του δρόμου», εκδ. α’πόστροφος, Κέρκυρα 2007

Κυριακή, 1 Ιανουαρίου 2017

Καλώς ήρθες 2017





Τα μέλη και η συντακτική ομάδα του ΠΟΙΗΤΙΚΟΥ ΠΥΡΗΝΑ
σας εύχονται ολόψυχα

ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ
και
ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ

με Υγεία, Αγάπη, Δημιουργικότητα
και πάνω απ’ όλα


ΠΟΙΗΣΗ



Τετάρτη, 28 Δεκεμβρίου 2016

Σεργκέι Γεσένιν, "Πέντε ποιήματα"




* * *

Δε θάρθω πια· τα κόκκινα κλαδιά δε θα πατήσω,
μες στις μολόχες δε θα ψάχνω τα ίχνη σου να βρώ·
με των μαλλιών σου το αχυρένιο το δεμάτι
για πάντα σε ονειρεύτηκα και σε κρατώ.

Με πορφυρό χυμό βατόμουρων στο δέρμα
έτσι όμορφη, γλυκειά και τρυφερή,
με λιόγερμα τριανταφυλλένιο μοιάζεις
και με το χιόνι που ακτινοβολεί.

Οι σπόροι των ματιών σου πάνε, μαραθήκαν,
έλιωσε ως ήχος τ’ όνομά σου το λεπτό,
μα απ’ τα παρθένα χέρια, στο παλιό μαντίλι,
μένει το μύρο του μελιού μεθυστικό.

Στην ήρεμη ώρα που στη γη ο αποσπερίτης
πλένει το στόμα με το ποδαράκι του ως γατί,
απ’ τ’ αγεριού τις μουσικές κερήθρες
ακούω για σένανε ομιλία σιγαλινή.

Τώρα ας μου ψιθυρίζει το γαλάζιο βράδι
πως είσουν όνειρο· όποιος έχει εμπνευστεί
απ’ του κορμιού σου κι απ’ των ώμων σου τη χάρη
τ’ άγιο μυστήριο με τα χείλη του έχει ασπαστεί.

Δε θάρθω πια· τα κόκκινα κλαδιά δε θα πατήσω,
μες στις μολόχες δε θα ψάχνω τα ίχνη σου να βρώ·
με των μαλλιών σου το αχυρένιο το δεμάτι
για πάντα σε ονειρεύτηκα και σε κρατώ.


                                                                          1915-1916





* * *

Πέρασε η μέρα, κι η γραμμή όλο λιγοστεύει·
άλλο ξεκίνημα· φυγή ξανά γι’ αλλού.
Με ελαφρό τίναγμα του ενός άσπρου δακτύλου
κόβω τα μυστικά τα αιώνια του νερού.

Απ’ το γαλάζιο ανάβρυσμα της μοίρας μου, ένα
κρύο κατακάθι μόνο αφρού, χτύπος βαθύς·
το ζαρωμένο χείλι το σφραγίζει τώρα
μια νέα ρυτίδα αιχμαλωσίας βουβής.

Μέρα τη μέρα γίνομαι πιο ξένος
στον εαυτό μου και στων άλλων τη ζωή·
απόνα αυλάκι του καθάριου κάμπου
ο ίσκιος του κορμιού μου έχει κοπεί.

Ίσκιος γυμνός, και χάθηκε από τότε
παίρνοντας τους γερμένους ώμους μου μαζί·
κάπου μακριά-μακριά θα υπάρχει τώρα
και κάποιον άλλον θ’ αγκαλιάζει θα φιλεί.

Κι ίσως − ποιος ξέρει − γέρνοντας σ’ εκείνον
θα λησμονήσει εμέ παντοτινά·
στη στοιχειωμένη σκοτεινιά του στηριγμένος
τα χείλη και το στόμα θάχει αλλάξει πια.

Και ζει στους ήχους των πανάρχαιων χρόνων
που τριγυρνούν στα δάση σαν ηχώ
κι εγώ το μαύρον ίσκιο του ίδιου μου πορτραίτου
με χείλη γαλάζια φιλώ.


                                                                          1916





* * *

Κόσμε μυστήριε, κόσμε μου αρχαίε,
κατάκατσες και κόπασες σαν τον αγέρα πια.
Το λαιμό, κοίτα, του χωριού πώς σφίγγει
με τα πέτρινα χέρια της η δημοσιά.

Τι φοβισμένα μες στη χιονισμένη ασπράδα
ο τρόμος φτεροκόπησε κουδουνιστός.
Χαίρε μου εσύ, θάνατε μαύρε, να με
έρχομαι προς συνάντησή σου σκοτεινός.

Ω, πόλη, πόλη, σε σκληρή διαμάχη
μας βάφτισες ψοφίμια και βρωμιά.
Παγώνει ο κάμπος μέσα στην αχνή του θλίψη
απ’ τα τηλεγραφόξυλα πνιγμένος για καλά.

Σκληροί οι μυώνες του διαβολεμένου σβέρκου
δε χαμπαρίζουν τις ατσάλινες γραμμές.
Ε, τι να γίνει; κι αν σκοντάψεις δε θα πέσεις −
μη κι είμαστε πρωτάρηδες μαθές;

Των άγριων νόμων το τραγούδι ετούτο
ας είναι αιώνιο κέντρισμα για την καρδιά!
… Έτσι κι οι κυνηγοί ερεθίζουνε το λύκο
κλείνοντάς τον σφιχτά με παγανιά.

Έπεσε το θεριό… κι από της γης την άχνα
κάποιος θα ρίξει τη στερνή βολή…
Ξάφνου ένα πήδημα… κι ο δίποδος εχθρός του
απ’ τα σκυλόδοντα κομμάτια θα γενεί.

Ω, χαίρε εσύ, θεριό μου αγαπημένο!
εύκολα στο μαχαίρι δεν αφήνεις το λαιμό·
όπως εσύ, το ίδιο κι εγώ, από δω διωγμένος,
μες από σιδερόφραχτους εχθρούς περνώ.

Κι αν τώρα ακούω των κυνηγών το νικητήριο κέρας
όπως εσύ, πάντα έτοιμος είμαι κι εγώ·
το εχθρικό αίμα για καλά θα δοκιμάσει
το τελευταίο πήδημα θανατερό.

Κι αν πέσω εδώ στη μαλακιάν ασπράδα
κι αν το κορμί μου μες στο χιόνι βυθιστεί,
τρανό τραγούδι εκδίκησης για το χαμό μου
θα μου το τραγουδήσουνε στην άλλη ακτή.


                                                                          1922





ΤΩΡΑ  ΚΙ  ΕΜΕΙΣ  ΓΙΑ  ΚΕΙ  ΤΡΑΒΑΜΕ


Τώρα κ’ εμείς για κει τραβάμε λίγοι-λίγοι
στη χώρα αυτή που βασιλεύει η ευλογία κ’ η σιωπή.
Ίσως κι εγώ, τα υπάρχοντά μου τα φθαρμένα,
θα πρέπει σύντομα να τα μαζεύω για τα κει.

Δάση μου εσείς αγαπημένα από σημύδες!
Άμμοι της στέπας άμετροι. Και γη μου εσύ!
Μπροστά σ’ αυτόν το μέγα πλούτο που μου φεύγει
δε βρίσκει τρόπο η θλίψη να κρυφτεί.

Α, πόσο, πόσο αγάπησα σ’ αυτόν τον κόσμο
ό,τι ολοζώντανο τυλίγει την ψυχή,
γαλήνη στις οξυές που ανοίγοντας τα κλώνια
ξεχάστηκαν κοιτώντας τον ορίζοντα τριανταφυλλή.

Μέσα στην ησυχία πλήθος σκέψεις έχω πλάσει,
πλήθος τραγούδια αρμόνισα για μένανε. Γι’ αυτό
νιώθω ευτυχής που ανάσαινα και ζούσα
στην αγριεμένη τούτη γη, στον άγριο αυτό καιρό.

Είμαι ευτυχής που φίλησα πολλές γυναίκες,
που μάδησα άνθη, που κυλίστηκα στη χλόη την απαλή·
τα ζώα, σαν τα μικρότερά μου αδέρφια
ποτέ μου δεν τα χτύπησα στην κεφαλή.

Το ξέρω πως εκεί τα δάση δεν ανθίζουν,
δεν κουδουνίζει η σίκαλη τον κύκνειο της λαιμό·
μπροστά σ’ αυτόν τον πλούτο που μου φεύγει
με περιτρέχει ρίγος παγερό.

Το ξέρω πως στη χώρα εκείνη δε θα υπάρχουν
οι κάμποι αυτοί που στο σκοτάδι λάμπουνε χρυσοί,
γι’ αυτό και τόσον ακριβοί μού είναι οι ανθρώποι
που ζουν μαζί μου πάνω εδώ σ’ αυτή τη γη.


                                                                          1924





* * *

Όχι φωνές, πικρίες και κλάματα.
Αντίο, μηλιές, πούχα αγαπήσει·
μ’ άγγιξε κιόλας το φθινόπωρο
κι η νιότη απόμακρα έχει σβήσει.

Τα καρδιοχτύπια, πάει, περάσανε·
ναι, λίγη ψύχρα − η πρώτη. Το ίσο
χαλί των χωραφιών που αγάπησα
γυμνόποδος δε θα πατήσω.

Αντίο, ωραίες περιπλανήσεις μου,
των αισθημάτων μου άγρια δάση·
νιότη τρελλή που τα τραγούδια μου
παράφορα είχες λαμπαδιάσει.

Κανένα πια τρανό λαχτάρισμα·
μη και μες στ’ όνειρο έχω ζήσει:
Καβάλλα σ’ ένα ρόδινο άλογο
μια χαραυγή έχω διασχίσει.

Φύλλα από μαυρισμένο μέταλλο
σκορπάει τριγύρω το σφεντάνι.
ευλογημένο ας είναι ό,τι άνθησε
πάνω στη γη και θα πεθάνει.





Από το βιβλίο «Σεργκέη Γεσένιν - Ποιήματα», εκδ. Κέδρος, 2000.
Απόδοση Γιάννη Ρίτσου
Βασισμένη στην κατά λέξη μετάφραση της Κατίνας Ζορμπαλά.

Κυριακή, 25 Δεκεμβρίου 2016

Γιώργος Αλισάνογλου, "Παιχνιδότοπος"




[ Παιχνιδότοπος ]


Η βροχή έφερε στάχτη
επέστρεψε σαν πέπλο
το γκρίζο παρελθόν
οι τάφοι χρόνια ανοιχτοί
ξεκοιλιασμένοι

μικρή ψυχή τερπνή περιπλανώμενη
ξένε και συνοδοιπόρε του κορμιού μου

νεκροί, κρατώντας την ανάσα
όλο συμπόνοια ο ένας για τον άλλο
μοιράζονται προμήθειες
στο τελευταίο σύνορο του χρόνου
ανταλλάσσουν νέα, εφημερίδες στις συγκεντρώσεις

οι ψυχές τους αναμαλλιασμένες στον αέρα
καρφωμένες σημαίες στα διστακτικά κόκαλα
ανεμίζουν καθώς βροντούν οι θύρες του παιχνιδότοπου

στο σιωπητήριο τη νύχτα
τα κόκαλα επιστρέφουν πίσω στις σάρκες
οι προβολείς φωτίζουν τα ραμμένα κορμιά
τα κοράκια σκαρφαλώνουν στα
αστερωμένα μάρμαρα

οι νεκροί αγαπάνε τα ποιήματα
ντύνονται στρατιώτες, ψάχνουν για γλώσσα
ανοίγουν τις οθόνες του ουρανού
συνωστίζονται στο χιονοκρύσταλλο

δύσκολα κυλά η κυκλοφορία
μέσα σε τόσους πολέμους


Από την ενότητα [ Πόλεμος ]




[ Μεμβράνη ]


Το παιδί αγαπά να κρύβεται σε απαλή μεμβράνη ενώ
η τηλεόραση παίζει σκηνές από το Ολοκαύτωμα
επαναφέροντας στον χώρο μια επιθανάτια αγωνία

Πέρασαν δεκαετίες από εκείνη την ασφυκτική βροχή
της ντροπής και το παιδί πέθανε ξανά και ξανά
πιο πολύ από την εποχή του    Έζησε με δρασκελιές μες
στα ποιήματα που αγάπησε και δεν θέλει πια να γεννηθεί
στα σκοτεινά νερά αυτής της πόλης με τις σύνθετες
γεωμετρικές μορφές που ξεπετάγονται ξεδοντιασμένοι
κίονες μέσα απ’ την ελεγχόμενη σιωπή των σημερινών
        στίχων

Δεν κατέχει πια τον εαυτό του    Αποτελεί το σώμα του
μια μεγάλη απουσία μεταξύ εκείνου κι εκείνου
του μωσαϊκού κενού    Ασθμαίνοντας σε αίθουσες αναμονής
γίνεται μέρος της ιστορίας

Ένα χνούδι ζεστό μα αραιωμένο στην κοιλιά της μητέρας
έτσι όπως κείται θαρρείς σφυρήλατη στο χώμα
από φιλάργυρη μανία του καιρού    Ετοιμόγεννη εδώ
και χρόνια πλάι στο κινέζικο λούνα παρκ,
                                                   στους προμαχώνες του θανάτου


Από την ενότητα [ Μνήμη ]




[ Λάφυρο Άνοιξης ]


Αυτή η ξαφνική ρωγμή στον ουρανό
η απειλητική εμφάνιση της φύσης
με έσπρωχναν στην ευφυΐα

Το σώμα αδυνατεί να πει
ο πόθος διατρέχει τις κνήμες
η νύχτα αγαπά χωρίς λεπτομέρειες

Γυμνώνομαι με τρόπο θανάτου
ορκίζομαι να συνεχίσω να αγωνιώ
με το χέρι οπλισμένο λέξεις

[ κι όμως, το ποίημα δεν είναι από λέξεις
είναι από διάστημα βουβό, καθώς χάνεται
στο βάθος αυτής της εικόνας
που είχε κιόλας αλλάξει σε  ά ν ο ι ξ η ]


Από την ενότητα [ Λάφυρα ]




[ Επίγραμμα ΙΙΙ ]


Να εξέπνεα εδώ, να εξέπνεες κι εσύ
σ’ αυτό το μικρό κομματάκι γης·
να τελειώναμε με τα ζητήματα της ύπαρξης

……………………………………………………..

Μπαίνουμε επιτέλους στην ανήλικη φάση του κινδύνου
η αριστερή κατάσταση του στήθους, Ιστορία·
ο έρωτας απολιθώνει πολέμους, η αγωνία μας περιγελά
        τα πάντα

Η φωνή αρνείται να πεθάνει
εκδικείται με μέλλον, ελλείψει βεβαιότητας


Από την ενότητα [ Όρια Άνοιξης ]




Από τη συλλογή «Παιχνιδότοπος», εκδ. Κίχλη 2016