Πέμπτη, 17 Ιανουαρίου 2019

Χρήστος Μπράβος, "Ορεινό καταφύγιο"





ΓΕΝΕΘΛΙΟΣ ΤΟΠΟΣ


Πατρίδα των απόντων.

Οι φράχτες
κι οι φωλιές των βράχων
κρατούν ακόμα βογκητά.

Ο χρόνος μετριέται
με Ψυχοσάββατα.





ΑΝΕΠΙΔΟΤΟ
                                                                            Ε.Τ.


Πραματευτής κατέβαινε πάν’ από την Αυλώνα
και συ λιώνεις στη Λάρισα με ταραγμένο νου
άγριο πουλί τα δόντια του τροχίζει σε κυκλώνα
και καρτεράει το μήνυμα στην πόρτα τ’ ουρανού.

Σέρνει και μια καλόμουλα να περπατεί καβάλα
θα σ’ έχει πισωκάπουλα σε δημοσιά ανοιχτή.
Μαστόροι που σ’ αγάπησαν στεριώνουνε τη σκάλα
κι αράχνες σου υφαίνουνε νυφιάτικο σταχτί.

Το λόγο δεν απόσωσε κι ούτε τον αποσώνει
και συ τα μάτια εκάρφωσες απάνω μου και κλαις.
Φάντασμα το τραγούδι σου να ’ρχεται μες στο χιόνι
και να φυσάει το γέλιο σου στου κήπου τις μηλιές.

                                                                               21.5.81





ΜΗΚΟΣ ΧΡΟΝΟΥ

                                                  στον Μιχάλη Γκανά


Θα είναι νύχτα και θα ουρλιάζουν τα βατράχια
και τα σκυλιά θα σεργιανούν στην αγορά
και συ μ’ ένα μαχαίρι στα νεφρά
θα συντροφεύεις τα φαντάσματα στα βράχια.

Εκείνος θα ’ρχεται απ’ τ’ ανέμου τον κρυψώνα
−ξύλινα πόδια που κοντεύουν την οργιά−
και συ με τον ανάπηρο σουγιά
θα σκάβεις πάλι τ’ όνομά του στον αιώνα.

Σε κούφια μέρα θα γλιστράς τυφλός σακάτης
θα ’ν’ όλος αίμα του σκυλιού σου ο ζουρνάς
κι αν φύγεις όλο πίσω θα γυρνάς
στα μαυρολίθαρα δεμένος απελάτης.





ΘΑΝΑΤΟΣ ΜΙΣΘΩΤΟΥ


Στη νεκροψία θα βρουν
σφηνωμένη στο λαρύγγι του
τη λέξη που κατάπιε.





ΑΣΤΡΑ
Οικολογική αποκάλυψη του μικρού Ιωάννη


Καπνίζουν κι οι άγγελοι, είπε.
Άμα σηκώσετε τη νύχτα
το κεφάλι σας θα τις ιδείτε
τις καύτρες των τσιγάρων τους.

Τι καφενείο τι ουρανός
ντουμάνι και φτυσιές
κι αέρας σάπιος

(κι ο κάτω κόσμος
στάχτες κι αποτσίγαρα).





Από τη συλλογή «Ορεινό καταφύγιο», (1983).
Πηγή: «Χρήστος Μπράβος - Βραχνός προφήτης
(Ποιήματα & Κριτικά κείμενα, 1981 - 1987)», εκδ. Μελάνι, 2018.

Δευτέρα, 14 Ιανουαρίου 2019

Γιώργος Δελιόπουλος, "Επιβάτης στο ποίημα της ανάγκης"




Γιώργος Δελιόπουλος

ΕΠΙΒΑΤΗΣ ΣΤΟ ΠΟΙΗΜΑ ΤΗΣ ΑΝΑΓΚΗΣ

Για την ποιητική συλλογή του Δημήτρη Γ. Παπαστεργίου, Έλαβον,
εκδ. Σαιξπηρικόν, 2017

(Αναδημοσίευση από το λογοτεχνικό περιοδικό Θευθ, τχ. 8)


Ο Δημήτρης Παπαστεργίου με την ως τώρα παρουσία του στον χώρο της ποίησης έχει αποδείξει ότι αναμετράται συνεχώς με την τέχνη του, επιδεικνύοντας επιμονή, υπομονή και άοκνη εργατικότητα. Αν και η καλαίσθητη συλλογή Έλαβον αποτελεί την τέταρτη ολοκληρωμένη ποιητική του κατάθεση, εντούτοις συνεχίζει να πειραματίζεται –όπως και στις προηγούμενες συλλογές– με την ποιητική του γραφή, επιχειρώντας διάφορους συνδυασμούς στοιχείων της ποιητικής μας παράδοσης, στα πλαίσια όμως μιας διαμορφωμένης και αναγνωρίσιμης ταυτότητας.
Σε ορισμένα ποιήματα της συλλογής, όπως στα ανομοιοκατάληκτα σονέτα του, γίνεται πιο νοσταλγικός, λυρικός και ελεγειακός, θυμίζοντάς μας τα ερωτικά ποιήματα της προηγούμενης συλλογής του, Ο άστεγος της οδού Χαμογέλων (εκδ. Σαιξπηρικόν, 2015). Ωστόσο, η ποίησή του είναι κατά βάση ρεαλιστική, χωρίς να καλλωπίζει τα κακώς κείμενα ή να κρύβει τις βαθιές πληγές. Αντιθέτως, ανατέμνει πράγματα, ανθρώπους και μνήμες με χειρουργική ακρίβεια, μέσα από μια μετρημένη και εγκεφαλική χρήση της γλώσσας, με το ύφος του άλλοτε (αυτό)σαρκαστικό και άλλοτε καταγγελτικό.

Θα ψηφίσω μικρό κόμμα
Επαναστατικό
Άλλοθι στην αγωνιστική μου ανυπαρξία
Ανασφαλής, ασήμαντος
Μια Κυριακή
Στον ουρανό των ψευδαισθήσεων
Θα τρυπώσω
(«Εκλογών φάσμα», σελ. 50)

Η ποίηση του Παπαστεργίου αξιοποιεί πολλά μοτίβα από την Ιστορία και την αρχαιοελληνική γραμματεία. Στα ιστορικά του ποιήματα, όπως στο ποίημα «Ίασις (Βέροια 51 μ.Χ.)» (σελ. 26), λειτουργεί καβαφικά, δημιουργώντας ένα σκηνικό, όπου δρουν και στοχάζονται οι ήρωές του. Αυτή η δομή θυμίζει τα δώδεκα σύντομα ποιητικά πεζά από τη συλλογή του Furor Scribendi (εκδ. Ars Poetica, 2013). Αντιθέτως, τα αρχαιοελληνικά και μυθολογικά του μοτίβα συναιρούνται με το παρόν σε μια ιδιότυπη συνομιλία. Παράλληλα, ο ποιητικός του στοχασμός μετατοπίζεται μέσω συνειρμών και συμβολισμών από το συγκεκριμένο στο αφηρημένο και αντίστροφα, επιτρέποντας στον αναγνώστη εύληπτες αναγωγές.

Ζούμε σε μινωικά πιθάρια
όμορφα διακοσμημένα
δε βλέπουμε ουρανό,
ακούμε από πάνω
τους αρχαιολόγους.
Έχουν φτάσει στη βυζαντινή περίοδο.
Θέλουν πολύ ακόμη για μας εδώ κάτω.
Ασφυκτιούμε
τους φωνάζουμε απελπισμένοι
να κάνουν πιο γρήγορα
να μας βγάλουν στο φως
και χτυπάμε τα τοιχώματά μας.
Μια μέρα τα πιθάρια σπάνε
και γεμίζουμε χώματα.

Πεθαίνουμε με τη θλίψη
πως δε γίναμε κάτι
παραπάνω από χωμάτινοι αντίλαλοι.
(«Ανασκαφή», σελ. 32)

Στα περισσότερα ποιήματα της συλλογής το ποιητικό υποκείμενο έρχεται αντιμέτωπο με την πνιγηρή καθημερινότητα, την πίεση της επιβίωσης, τις ευθύνες, τις ενοχές και τους αναγκαίους συμβιβασμούς. Πρόκειται για την υπαρξιακή του περιπέτεια, καθώς προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα στην ποιητική του ιδιότητα και τη σκληρή όψη της ζωής. Η ανάγκη της επιβίωσης οδηγεί το ποιητικό υποκείμενο στην αποξένωσή του από τον κόσμο και τον ίδιο του τον εαυτό.
Ο Κωστής Παλαμάς στο σονέτο του «Αγορά» από την Ασάλευτη Ζωή, γράφει πολύ εύστοχα για την ψυχική εξουθένωση και τη διαρκή ματαίωση που βιώνει ο ποιητής, όταν αναγκάζεται να συμβιβαστεί για βιοποριστικούς λόγους και να εγκαταλείψει την τέχνη του. Σύμφωνα με το παλαμικό σονέτο, στο τέλος ο ποιητής καταλήγει «ξένος και για τους ξένους και για τους δικούς του».
Η αλλοτρίωση, ο θρυμματισμένος εαυτός και τα συνεπακόλουθα αισθήματα πίκρας και μοναξιάς κυριαρχούν σε πολλά ποιήματα του Έλαβον. Σ’ αυτόν τον κόσμο που σιδεροφράζει την ποιητική ψυχή στα στενά όρια ενός υλιστικού πραγματισμού, που καταργεί τον Άνθρωπο ως σκοπούμενο και τον υποβιβάζει σε μέσο πλουτισμού, σ’ αυτόν τον κόσμο ο ποιητής δηλώνει πρόσφυγας και ξένος.

Να πώς περνούν τα χρόνια:
Βαστάζος του ενός
Εμψυχωτής του άλλου
Ενισχυτής κάποιου τρίτου...

Οικοδόμος ξένων μύθων
χωρίς ένσημα και δώρα

Στο τέλος
μόνος
λίγος
ελαφρύς
(«Συνδικαλιστικό», σελ. 35)

Στην αναμέτρηση του ποιητή με την καθημερινότητα το ερειπωμένο παρελθόν και το παλίμψηστο των αναμνήσεων λειτουργούν ως πύλες διαφυγής προς μια χαμένη ουτοπία, όπου το ποιητικό υποκείμενο διατηρούσε ακόμη την ακεραιότητά του χωρίς εκπτώσεις. Πρόκειται για ένα παρελθόν ωραιοποιημένο από τη νοσταλγική πατίνα της μνήμης. Η ανάκλησή του δε αποτελεί σχεδόν αναγκαιότητα και προκαλείται με πολύ απλά ερεθίσματα. Σ’ αυτό το παρελθόν κυρίαρχη και αφετηριακή μορφή είναι η μάνα, σύμβολο της αιώνιας και απαράμιλλης αφοσίωσης, η οποία όμως στοιχειώνει τα όνειρα σαν ανοιχτή πληγή.

Το όνειρο χρησμός βγαλμένος
από της κάθε νύχτας
τα σκοτεινά εντόσθια:
Εγώ ασπρόρουχο στης μάνας μου τα χέρια
μια στον πάτο της χλωρίνης
μια στο τοίχωμα της σκάφης
και μια να τρίβομαι στην ίδια μου τη σάρκα.

Κι έπειτα διάπλατα απλωμένος
μπαλωμένος
στο φως
στα τέσσερα στοιχεία
στα τέσσερα στοιχεία
στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα

ν’ ασπρίζω σαν τα κόκαλα της μάνας μου.
(«Το όνειρο», σελ. 43)

Μολαταύτα, η ποίηση του Παπαστεργίου δεν είναι πλήρως παραδομένη στο αναπόδραστο της μοίρας, παραιτημένη από κάθε ελπίδα ανάτασης. Αν και δεν αισιοδοξεί φωναχτά, σε καμιά περίπτωση δεν αποδέχεται αδιαμαρτύρητα μια τετελεσμένη πορεία. Βρίσκεται σε πνευματική εγρήγορση, ενώ προτείνει την απόδραση από τη μοναξιά μέσω της ποιητικής τέχνης και της διαρκούς έμπνευσης. Η Ποίηση για τον Παπαστεργίου είναι το έσχατο φυλάκιο της ζωής, το αλεξίθραυστο κέλυφος που ξεχνά την ασχήμια του κόσμου, ίσως και το μοναδικό όπλο απέναντι στην ευτέλεια.

Τη μηχανή κοπής ποιημάτων
Στο υπόγειο να την έχετε
Σαν πολύγραφο της Κατοχής

Ανάγκη να μην έχετε
Όταν ο θεός φυσάει
Και ο διάβολος σκορπάει
(«Μηχανή κοπής ποιημάτων», σελ. 22)

Το Έλαβον αποτελεί μια τίμια ποιητική κατάθεση, η οποία δε θρηνολογεί πεισιθάνατα, δεν εξαντλείται σε πομπώδεις διακηρύξεις, δεν κατηγορεί αδιάκριτα, δε μασκαρεύεται τη χαρά. Πρώτα και πάνω απ’ όλα, αναδεικνύει τη χρεία της αισιοδοξίας ως λυτρωτικής του καρυωτακικού πόνου των ανθρώπων και των πραγμάτων. Αυτή η ανάγκη της απόδρασης πραγματώνεται μέσω ενός επίμονου, εσωτερικού αγώνα. Άλλωστε, αυτό είναι η Ποίηση. Γι’ αυτό και στο πρώτο ποίημα της συλλογής ο ποιητής διατρανώνει την ανάγκη:

Πρέπει σκληρά
να εξασκηθώ να ελκύω το Ωραίο.
(«Απόδραση», σελ. 11)

Όμως, στο τελευταίο ποίημα οι παραπάνω στίχοι παραφράζονται, για να δηλώσουν την κοινωνική διάσταση της ποιητικής αποστολής. Ανάμεσα στους πολυποίκιλους ιριδισμούς της ζωής ο ποιητής δεν ιδιοποιείται την κατακτημένη ωραιότητα, αλλά οφείλει να λειτουργεί ως πολλαπλασιαστής της και να την προσφέρει αφειδώλευτα στους άλλους, με τον ίδιο τρόπο που η ελάχιστη φυσική ομορφιά ενός κυκλάμινου χαρίζεται ως απροϋπόθετο θαύμα. Γι αυτό κι οι παρακάτω στίχοι από το τελευταίο ποίημα της συλλογής:

Πρέπει σκληρά
Να εξασκηθώ να εκλύω το Ωραίο
Κι αυτό είναι ενός κυκλάμινου
Στερνή επιθυμία
(«Τα χρώματα του τέλους», σελ. 53)





Πηγή: Το εξαμηνιαίο περιοδικό λογοτεχνίας και λογοτεχνικής κριτικής «Θευθ - Οι δύο όψεις της γραφής», Τεύχος 8, Δεκέμβριος 2018, εκδ. Ρώμη.




Ο Γιώργος Δελιόπουλος γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια Ημαθίας. Σπούδασε Αρχαιολογία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και σήμερα ζει μόνιμα με την οικογένεια του στην Κοζάνη, όπου εργάζεται ως φιλόλογος στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση. Παράλληλα, συμμετέχει σε πανεπιστημιακές ανασκαφές ως διδάκτορας Προϊστορικής Αρχαιολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου.
Το 2009 κυκλοφόρησε η πρώτη του ποιητική συλλογή, ο "Μικρός Οδυσσέας" από τις εκδόσεις Ιωλκός και το 2015 η δεύτερη ποιητική του συλλογή, ο "Επισκέπτης άγγελος" από τις εκδόσεις της Κοβεντάρειου Δημοτικής Βιβλιοθήκης Κοζάνης. Ποιήματά του έχουν βραβευθεί σε διάφορους λογοτεχνικούς διαγωνισμούς, ενώ έχουν δημοσιευθεί σε διάφορα περιοδικά και συλλογικούς τόμους. Το 2013 ανέβηκε από το Θεατροδρόμιο Κοζάνης το θεατρικό του έργο "Επέστρεφε..." με θέμα την ποίηση του Καβάφη, ενώ το 2015 η θεατρική ομάδα "Οχληροί" Κοζάνης ανέβασαν το θεατρικό του έργο "Τα ίχνη της μνήμης".

Παρασκευή, 11 Ιανουαρίου 2019

Νίκος Καββαδίας, "Στο άλογό μου"





ΣΤΟ ΑΛΟΓΟ ΜΟΥ


ΤΟ ΝΑ ΓΡΑΨΕΙ ΚΑΝΕΙΣ σ’ έναν άνθρωπο, είναι ίσως εύκολο στους πολλούς. Το να γράψει σ ένα ζώο, είναι αφάνταστα δύσκολο. Για τούτο φοβάμαι. Δε θα τα καταφέρω.

Τα χέρια μου έχουνε σκληρύνει από τα λουριά σου, κι η ψυχή μου από άλλη αιτία. Όμως πρέπει. Αισθάνομαι την ανάγκη. Γι αυτό θα σου γράψω.

Στην αρχή δεν με ήθελες. Καταλάβαινες σε μένα τον άπραγο με το αδύνατο χέρι. Είχες δίκιο. Ίσως για πρώτη φορά έβλεπα άλογο από τόσο κοντά. Τ’ άλογα που είχα δει στη ζωή μου ήτανε στα τσίρκα, που τα δουλεύανε κοζάκοι, και στις κούρσες, που τα παίζαν οι άνθρωποι. Αυτό με είχε πειράξει. Δεν είστε προορισμένα για τόσο χαμηλές πράξεις. Ας είναι... Αυτό είναι μιαν άλλη ιστορία, καθώς λέει ο Κίπλινγκ, αυτός που τόσο σας είχε αγαπήσει και ιστορήσει.

Το ξέρω πόσο σε κούρασα. Στραβά φορτωμένο ακολούθησες υποταχτικά στις πορείες της νύχτας. Γρήγορα γίναμε φίλοι. Με συνήθισες. Έπαψα πια να σε χάνω μέσα στ’ άλλα τα ζώα της Μονάδας μας. Έπαψα να μη σε γνωρίζω.

Αν αρχίσω τα «θυμάσαι» δε θα τελειώσω ποτέ. Λατρεύω τη συντομία! Θα σου θυμίσω μονάχα τρεις νύχτες μας. (Απορώ με τον εαυτό μου απόψε. Τόσο στοργικά δε μίλησα ποτέ σε κανένα).

Θυμάσαι τη νύχτα με τη βροχή; Ανελέητα κι οι δυο μουσκεμένοι, προχωρούσαμε μέσα στη νύχτα. Μόνοι. Σε οδηγούσα ή με οδηγούσες; Κάρφωνα τα νυσταγμένα μου μάτια στο νυχτερινό παραπέτασμα, όπως δεν τα κάρφωσα τότε που αναζητούσα φανάρια στη Βόρειο θάλασσα. Η όσφρησή σου μας έσωσε. Ένας στάβλος μάς έγινε άσυλο. Παραμερίσαμε το σανό κι ανάψαμε μεγάλη φωτιά. Λέω, ανάψαμε. Εσύ μου δινες θάρρος. Ξαπλωμένος σ άκουα να μασάς. Κατόπι σου μίλησα. Ποτέ δε συμφώνησα με τους ανθρώπους όπως τότε με σένα. Κοιμηθήκαμε συζητώντας. Εγώ ξαπλωμένος στο χόρτο. Εσύ όρθιο. Πόσοι άνθρωποι δεν κοιμούνται όρθιοι περπατώντας δίχως να ’χουν τη δική σου νόηση; Ας είναι...

Η δεύτερη νύχτα: Τότε που μπήκαμε μ’ άλλους πολλούς μες στη μάχη. Μπορούσε κοντά από κει να κουβαλήσουμε τραυματίες. Ακούσαμε μαζί τον θόρυβο του πολέμου και τον συνηθίσαμε. Πήραμε το παλικάρι με το πληγωμένο πόδι και φύγαμε. Ποτέ μου δε σε είδα πιο προσεχτικό και τόσο αλαφροπάτητο. Είχες ξεχάσει κείνο το νευρικό σου συνήθειο να πηδάς σηκώνοντας το σαμάρι. Τα ’χες όλα νιώσει ίσως πριν από μένα.

Και τώρα, η νύχτα στο βουνό με τη λάσπη: βαρυφορτωμένοι, κατάκοποι προχωρούσαμε. Είν’ αφάνταστη η λύπη κι η κακομοιριά που δοκιμάζεις σαν αισθάνεσαι να ’σαι και να βλέπεις ανθρώπους και ζώα και τα πάντα μες στη λάσπη.

Άλογα και μουλάρια πεσμένα μας κόψανε το δρόμο. Εμείς προχωρούσαμε. Άξαφνα έπεσες. Πέσαμε θέλω να πω. Με τα δυο σου πόδια σπασμένα, με το κεφάλι χωμένο στις λάσπες. Θυμάσαι πόσο προσπάθησα. Δεν το κατόρθωσα. Πρέπει να νιώσεις καλά πως δε φταίω. Ποτέ δεν προσπάθησα τόσο. Έμεινα δίπλα σου ολόκληρη νύχτα. Πιο πέρα από μας ένας Ιταλός σκοτωμένος. Πάνω μας η Μεγάλη Άρκτος, το Βόρειο Στέμμα, ο Αστερισμός του Ωρίωνα ψιχάλιζαν φως.

Δεν είδα ποτέ πώς πεθαίνουν οι άνθρωποι. Γύρισα πάντα τα μάτια μου από το θάνατο. Μα φαντάζομαι...

Παύω. Φοβάμαι μήπως πω λόγο μεγάλο.

Φυλάω ακόμη το ξυστρί και τη βούρτσα σου. Κι όταν κάποτε κι αυτά θα τα παραδώσω, θα σε φυλάξω στη μνήμη μου.

Οι κάλοι των χεριών μου από τα λουριά σου μου είναι τόσο αγαπητοί, όσο εκείνοι που κάποτε απόχτησα στις θαλασσινές μου πορείες. Θα σου ξαναγράψω!...


Κούδεσι, Μάρτης 1941





Από το βιβλίο «Του πολέμου - Στο άλογό μου», εκδ. Άγρα, στ΄ ανατύπωση, 1997.

Τρίτη, 8 Ιανουαρίου 2019

Κώστας Θ. Ριζάκης, "Ο κυρίως ναός"





ο καιρός των ποιητών


αν με γυρεύεις αναγνώστη – ψάξε:

πλάι στη φωτιά τη ρίζα μου θα βρεις
μες στο νερό την πρώτη μου ανάσα

αυτά τα μάτια που στυλώνονται μακριά
(κι ο κυνηγός αναίτια τα τρομάζει)
δεν ξέρουν ήλιο δεν κατέχουν ουρανό

«πριονισμένα τα δεσμά σου» λέει η μοίρα
μα ένα κλαρί ξερόκλαδο που σπάζει
κρυφή πληγή τη λύπη αναταράζει
– αναχαιτίζεται η πνοή στο δειλινό –

ρίχνει τη φλόγα μέσα στη σταγόνα
κι ο ήλιος σβήνει – κόβεται η ανάσα
καίγεται η ρίζα κι ούτε ουρανός!

μόνον η δίνη δίνη δίνη

κι ο ποιητής:
η μνήμη που αφήνει

ανεμοστρόβιλος στο χώμα ο καιρός!





23.4.1993


τριαντατρία χρόνια ράγισα στις πέτρες
πέσανε και τα ράκη που φορώ
κρυώνω τώρα ανυπεράσπιστος μητέρα

λύσσαξε ο βοριάς που με φυσάει
πάντα ερημίτης πάντοτε ασκητής
οδεύω απ’ την απόγνωση στο τέρμα

(θα γράφουν κι αύριο οι στίχοι μου στο μνήμα
μες στης ζωής το απόμακρο ακρογιάλι
θα επιστρέφω αφρισμένο κύμα

− θάλασσα στη φωνή σου θα πνιγώ!)





για μια μπουκιά πατρίδα


μόνο κάτι μισόλογα ξερνούσε με το ζόρι
κομμάτια εικόνες άλλοτε (ασύνδετες κι αυτές)
στη λεία του επιφάνεια δε γνώρισα βυθό

ούτε ποτέ κατόρθωσε για μένα άρτιο λόγο
ούτε μ’ απαθανάτισε σε κρίσιμη στιγμή
να φτάσω κάποτε σωστός σε ’κείνα που του δίνω
δίχως να υπολείπομαι
χωρίς να περισσεύω

τόσο λοιπόν ωμά με διέγραψε ο καθρέφτης
χαύνα κι αναποφάσιστα μάτια που δε μ’ αγγίξαν
τα μάτια ο καθρέφτης σας αδίστακτοι φονιάδες
μου σκότωσαν ό,τι μπορώ
με σκύλεψαν νεκρό

το ίδιο φτηνά σαν τον Ησαύ μού κλέψαν την ελπίδα
μ’ ένα πινάκιο ποίηση

για μια μπουκιά πατρίδα!





επιτάφιος δρόμος


επιτάφιος δρόμος νωρίς που με ξύπνησε
και με πήρε και πάει κι ούτε φτάνει
πόσα χρόνια ποιες μέρες και πόσες
φιλικές μου οι στιγμές

έχει μνήμη η ζωή μα διαρκεί όσο ο θάνατος πρέπει
μόν’ ο στίχος απόκτησε μάκρος και δύοντας
ηλιαχτίδα στο βλέμμα παράπονο άλγους θανάσιμο μήνυμα

νέο ποίημα ανέτειλε πάλι μητέρα
τη σινδόνη της αποκαθήλωσης άπλωσε
ν’ ανασαίνει γλυκύτατο τέκνο σου

καταχείμωνον έαρ





ο κυρίως ναός


«ας πάει και το παλιάμπελο» μητέρα
ξεπούλησα καινούργιο μοιρολόγι

κατατρεγμένος πιο βαθιά στο παρελθόν

κ’ είναι το πρόσωπό μου μπρος στο φως
αγκιστρωμένο όπως εγώ
μες στο σκοτάδι

(τί να μου δώσεις μάνα – αλήθεια! – πες μου
ποιο ρούχο ακριβό να μου φορέσεις
να ξεχάσω)

τί δάκρυα πολυέξοδα χρειάστηκε η τέχνη
μπροστά σου πάλι λάσπη: ποιητή
άρπαξε πηλοφόρι την καρδιά σου

κέρμα το κέρμα εξαργυρώνοντας
ό,τι σου δόθηκε

όρθωσε νέα μνήμη στο μυστρί
μη βλαστημώντας αρνηθούν την εκκλησία
μη λερωθούν

όσοι προσέρχονται πιστοί!





Από τη συλλογή «Ο κυρίως ναός» (2006).
Πηγή, η συγκεντρωτική έκδοση: «Επιτάφιος δρόμος - Ποιήματα Α΄ [1985 - 2010]»,
εκδ. Γαβριηλίδης, 2015.

Στην εικόνα: το εκκλησάκι Επτά Μάρτυρες, στο Κάστρο της Σίφνου.
(Αρχείο Ποιητικού Πυρήνα).

Παρασκευή, 4 Ιανουαρίου 2019

T. S. Eliot, "Ποιήματα του Άριελ"




Marina


Quis hic locus, quae
regio, quae mundi plaga?


Τι θάλασσες, τι ακτές, τι γκρίζοι βράχοι και τι νήσοι
Τι νερό παφλάζοντας την πλώρη
Και οσμή του πεύκου και η κίχλη απ’ την ομίχλη ψαλμωδώντας
Τι είδωλα ξαναγυρνούν
Ω κόρη μου.

Αυτοί που ακόνιζαν το δόντι του σκύλου, σημαίνοντας
Θάνατο
Αυτοί που αστράπτουν απ την δόξα του κεκράχτη, σημαίνοντας
Θάνατο
Αυτοί που στέκονται στον σταύλο της αυτάρκειας, σημαίνοντας
Θάνατο
Αυτοί που υποφέρουν την έκσταση των ζώων, σημαίνοντας
Θάνατο

Έγιναν επουσιώδεις, ανάχθηκαν στον άνεμο,
Ένα χνώτο πεύκου και η δασολάλητη ομίχλη
Μ’ αυτή την χάρη, διαλύθηκαν κατάλληλα.

Τι πρόσωπο είν’ αυτό, πιο λίγο φωτεινό και φωτεινότερο
Κι ο παλμός στο χέρι, πιο λίγο δυνατός και δυνατότερος
Δοσμένο ή δάνειο; απώτερο από τ’ άστρα κι εγγύτερο απ’ το
   μάτι

Ψίθυροι και χαμόγελα μεταξύ φύλλων κι ανυπόμονων ποδιών
Υπό τον ύπνο, που όλα τα νερά έκβάλλουν.
Μποπρέσο σκασμένο από πάγο, σκασμένη από κάψα μπογιά.
Έκανα τούτο, ξέχασα
Και θυμούμαι.
Η αρματωσιά δειλή και σάπιο καραβόπανο
Μεταξύ ενός Ιουνίου κι ενός άλλου Σεπτεμβρίου.
Έκανα τούτο, ανήξερα, μισοσυνειδητός, αγνώριστος, δικό μου.
Το πίσω πέτσωμα διαρρέει, θέλουν στούπωμα οι αρμοί.
Αυτό το σχήμα, το πρόσωπο, η ζωή
Ζώντας να ζεις σ’ έναν κόσμο χρόνου πέραν μου· ας
Αποσύρω την ζωή μου για ζωή, την λαλιά μου για το αλάλητο,
Το ξυπνημένο, χείλη χωρισμένα, την ελπίδα, τα νέα πλεούμενα.

Τι θάλασσες, τι ακτές, τι γρανιτώδεις νήσοι προς τα ξύλα μου
Και η κίχλη απ’ την ομίχλη προσκαλώντας
Κόρη μου.





Η καλλιέργεια των Χριστουγεννιάτικων
Δέντρων


Για τα Χριστούγεννα υπάρχουν άφθονες διαθέσεις,
Μερικές μπορούμε να τις αψηφήσουμε:
Την μουδιασμένη, την κοινωνική, την ισχυρώς εμπορική,
Την θορυβώδη (όπου οι ταβέρνες λειτουργούν ως τα μεσάνυχτα)
Την παιδική − όχι εκείνη του παιδιού
Όταν είναι άστρο το κερί, κι ο χρυσωμένος άγγελος
Απλώνοντας πτερά στην κορυφή του δέντρου
Δεν είναι απλώς διακόσμηση, μα ο άγγελος.
Θαυμάζει το παιδί το Χριστουγεννιάτικο Δέντρο:
Αφήστε το να συνεχίζει με πνεύμα θαυμασμού
Την Εορτή σαν γεγονός, όχι δεκτή σαν πρόσχημα·
Ώστε η λάμπουσα έκσταση, η έκπληξη
Από το πρωτοθυμημένο Χριστουγεννιάτικο Δέντρο,
Ώστε οι εκπλήξεις να γοητεύονται με νέες προσκτήσεις
(Η καθεμιά με την δική της ερεθιστική ευωδιά),
Την προσδοκία της χήνας ή του διάνου
Το προσδοκούμενο δέος στην εμφάνισή τους,
Ώστε το σέβας και η χαρά
Να μην λησμονηθούν στην ύστερη εμπειρία,
Την γνώση του θανάτου, την συνείδηση της πτώσης,
Ή την ευλάβεια του προσύλητου
Που μπορεί να χρωματίζεται από έπαρση
Δυσάρεστη προς τον Θεό και ασεβή προς τα παιδιά
(Κι εδώ μ’ ευγνωμοσύνη αναπολώ επίσης
Τα κάλαντα της Αγίας Λουκίας και το στέμμα της από φωτιά):
Ώστε πριν από το τέλος, στα ογδοηκοστά Χριστούγεννα
(Δια «ογδοηκοστού» εννοώντας οποιοδήποτε είναι το τελευταίο)
Οι αθροισμένες μνήμες μιας συγκίνησης ετήσιας
Ίσως συγκεντρωθούν σε μια χαρά μεγάλη
Που θα είν’ επίσης ένας μέγας φόβος, όπως επ’ ευκαιρία
Ο φόβος έρχεται σε καθεμιά ψυχή:
Διότι η αρχή θα μας θυμίζει το τέλος
Και η πρώτη παρουσία την δευτέρα παρουσία.





Από το βιβλίο, «Τ.Σ. Έλιοτ - Άπαντα τα ποιήματα»,
Ελληνική μεταγλώττιση - εισαγωγή: Αριστοτέλης Νικολαΐδης, εκδ. Κέδρος, 4η έκδοση, 1992.

Στην εικόνα: Thomas Stearns Eliot by Lady Ottoline Morrell (1934).
Πηγή για την εικόνα: Wikipedia.

Τρίτη, 1 Ιανουαρίου 2019

2019 ποιητικές ευχές




Τα μέλη και η συντακτική ομάδα
του ΠΟΙΗΤΙΚΟΥ ΠΥΡΗΝΑ
σας εύχονται ολόψυχα

ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ

και

ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ

με αγάπη, αισιοδοξία, δημιουργικότητα
και πάνω απ’ όλα

ΠΟΙΗΣΗ