Κυριακή, 14 Ιανουαρίου 2018

Ξανθίππη Ζαχοπούλου, "Μάρερμα"




Μάρερμα


Μάρερμα
Παλιό ξεχασμένο φυλαχτό των Ίνκας
Μάρερμα
Χάδι βαμμένο με βερνίκι λατρείας
Μάρερμα
Αρμύρα που καίει το βράδυ τα χείλια
Στενεύω τον κόσμο να γίνει ευθεία
να τον ταξιδέψω με μία ταχεία
Αέρας η ζωή

Ώρα την ώρα χάνουμε χρόνια
Φιλί φιλί γινόμαστε παλιοί

Μάρερμα
Γεύση κορμιού στο χώμα
Μάρερμα
Γραμμή πρωινού στου πόνου το χρώμα
Μάρερμα
Χρυσό δαχτυλίδι με πέτρα την τύχη
Σκαλίζω τον κόσμο να γίνει δυο στήθη
ν’ ακουμπήσω μια νύχτα τα χείλη
Δωσ’ μου ζωή.





Ένωση


Ό,τι αντέχει στη σιωπή κρατάει αιώνια
Ό,τι φοβάται τη ζωή μαραίνεται σαν φύλλο

Ό,τι ανοίγει σαν φτερό κερδίζει ουρανούς
Ό,τι τη γη αγαπάει σαν δέντρο μεγαλώνει

Ανοίγεις τη ζωή σου διάπλατα
άμμος αμέτρητη στα δάχτυλα η αγάπη

Αρχίζει ο χρόνος στην παλάμη σου να τρέχει
σαν δυο σταγόνες που ενώθηκαν σε μία.





Αόρατη γεωμετρία


Ανήλιαγη η πρώτη μέρα
φως και βυθός οι επόμενες

Κρύσταλλο περίμενα το γέλιο σου
μέσα να δω τη διάφανη ζωή σου

Οι ρόμβοι του πατώματος
στήνουν τη γεωμετρία τους στα βήματά σου

Φειδωλές οι εικόνες
προσθέτουν στη μνήμη

Όσες φορές ζυγίσεις ένα δάκρυ
τόσο πιο λίγο μετράει ο πόνος στη ζωή σου

Η γεωμετρία του σύμπαντος
οργανώνει τη ζωή μας

Η γεωγραφία του σώματος
ταξιδεύει τις μνήμες

Όσο αντέξει η στιγμή στον χρόνο
τόσο πιο πολύ ζωή αντέχουμε

Η ανέμη του σώματος
γυρίζει τις ώρες μας

Όσο κοιτάς ένα αστέρι
τόσο χάνει από τη λάμψη του
και φωτίζει τα σκοτάδια σου.





Από τη συλλογή «Μάρερμα», εκδ. Πηγή, 2016.

Πέμπτη, 11 Ιανουαρίου 2018

Νίκος Καββαδίας, "Πούσι"




ΠΟΥΣΙ

                                                  Στην Ελένη Χαλκούση


Έπεσε το πούσι αποβραδίς
− το καραβοφάναρο χαμένο −
κ’ έφτασες χωρίς να σε προσμένω
μες στην τιμονιέρα να με δεις.

Κάτασπρα φοράς κ’ έχεις βραχεί,
πλέκω σαλαμάστρα τα μαλλιά σου.
Κάτου στα νερά του Port Pegassu
βρέχει πάντα τέτοιαν εποχή.

Μας παραμονεύει ο θερμαστής
με τα δυο του πόδια στις καδένες.
Μην κοιτάς ποτέ σου τις αντένες
με την τρικυμία· θα ζαλιστείς.

Βλαστημά ο λοστρόμος τον καιρό
κ’ είν’ αλάργα τόσο η Τοκοπίλλα.
Από να φοβάμαι και να καρτερώ
κάλλιο περισκόπιο και τορπίλλα.

Φύγε! Εσέ σου πρέπει στέρεα γη.
Ήρθες να με δεις κι όμως δε μ’ είδες
έχω απ’ τα μεσάνυχτα πνιγεί
χίλια μίλια πέρ’ απ’ τις Εβρίδες.





KURO SIVO

                                                  Στο Γιώργο Παπά


Πρώτο ταξίδι έτυχε ναύλος για το Νότο,
δύσκολες βάρδιες, κακός ύπνος και μαλάρια.
Είναι παράξενα της Ίντιας τα φανάρια
και δεν τα βλέπεις, καθώς λένε, με το πρώτο.

Πέρ’ απ’ τη γέφυρα του Αδάμ, στη Νότιο Κίνα,
χιλιάδες παραλάβαινες τσουβάλια σόγια.
Μα ούτε στιγμή δεν ελησμόνησες τα λόγια
που σου ’πανε μια κούφιαν ώρα στην Αθήνα.

Στα νύχια μπαίνει το κατράμι και τ’ ανάβει,
χρόνια στα ρούχα το ψαρόλαδο μυρίζει,
κι ο λόγος της μες στο μυαλό σου να σφυρίζει,
«ο μπούσουλας είναι που στρέφει ή το καράβι;»

Νωρίς μπατάρισε ο καιρός κ’ έχει χαλάσει.
Σκατζάρισες, μα σε κρατά λύπη μεγάλη.
Απόψε ψόφησαν οι δυο μου παπαγάλοι
κι ο πίθηκος που ’χα με κούραση γυμνάσει.

Η λαμαρίνα! ... Η λαμαρίνα όλα τα σβήνει.
Μας έσφιξε το Kuro Siwo σα μια ζώνη
κ’ εσύ κοιτάς ακόμη πάνω απ’ το τιμόνι,
πώς παίζει ο μπούσουλας καρτίνι με καρτίνι.






ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

                                                  Στο Γιώργο Κουμβακάλη


Ήτανε κείνη τη νυχτιά που φύσαγε ο Βαρδάρης,
το κύμα η πλώρη εκέρδιζεν οργιά με την οργιά.
Σ’ έστειλε ο πρώτος τα νερά να πας για να γραδάρεις,
μα εσύ θυμάσαι τη Σμαρώ και την Καλαμαριά.

Ξέχασες κείνο το σκοπό που λέγανε οι Χιλιάνοι
− Άγιε Νικόλα φύλαγε κι Αγιά Θαλασσινή. −
Τυφλό κορίτσι σ’ οδηγάει, παιδί του Modigliani
που τ’ αγαπούσε ο δόκιμος κ’ οι δυο Μαρμαρινοί.

Νερό καλάρει το fore peak, νερό και τα πανιόλα,
μα εσένα μια παράξενη ζαλάδα σε κινεί.
Με στάμπα που δε φαίνεται σε κέντησε η Σπανιόλα
ή το κορίτσι που χορεύει απάνω στο σκοινί:

Απάνου στο γιατάκι σου φίδι νωθρό κοιμάται
και φέρνει βόλτες ψάχνοντας τα ρούχα σου η μαϊμού.
Εκτός από τη μάνα σου κανείς δε σε θυμάται
σε τούτο το τρομακτικό ταξίδι του χαμού.

Ο ναύτης ρίχνει τα χαρτιά κι ο θερμαστής το ζάρι
κι αυτός που φταίει και δε νογάει, παραπατάει λοξά.
Θυμήσου κείνο το στενό κινέζικο παζάρι
και το κορίτσι που ’κλαιγε πνιχτά μες στο ρικσά.

Κάτου από φώτα κόκκινα κοιμάται η Σαλονίκη.
Πριν δέκα χρόνια μεθυσμένη μου είπες «σ’ αγαπώ».
Αύριο, σαν τότε, και χωρίς χρυσάφι στο μανίκι,
μάταια θα ψάχνεις το στρατί που πάει για το Dépôt.





ΣΤΑΥΡΟΣ ΤΟΥ ΝΟΤΟΥ

                                                  Στο Γιώργο Θεοτοκά


Έβραζε το κύμα του γαρμπή.
Ήμαστε σκυφτοί κ’ οι δυο στο χάρτη·
γύρισες και μου ’πες πως το Μάρτη
σ’ άλλους παραλλήλους θα ’χεις μπει.

Κούλικο στο στήθος σου τατού,
που όσο κι αν το καις δε λέει να σβήσει.
Είπαν πως την είχες αγαπήσει
σε μια κρίση μαύρου πυρετού.

Βάρδια πλάι σε κάβο φαλακρό
κι ο Σταυρός του Νότου με τα στράλια.
Κομπολόι κρατάς από κοράλλια
κι άκοπο μασάς καφέ πικρό.

Το Άλφα του Κενταύρου μια νυχτιά
με το παλινώριο πήρα κάτου.
Μου ’πες με φωνή ετοιμοθανάτου:
«Να φοβάσαι τ’ άστρα του Νοτιά».

Άλλοτε απ’ τον ίδιον ουρανό
έπαιρνες, τρεις μήνες στην αράδα,
με του καπετάνιου τη μιγάδα,
μάθημα πορείας νυχτερινό.

Σ’ ένα μαγαζί του Nossi Bé
πήρες το μαχαίρι, δυο σελλίνια,
μέρα μεσημέρι απά στη λίνια
ξάστραψε σα φάρου αναλαμπή.

Κάτου στις αχτές της Αφρικής
πάνε χρόνια τώρα που κοιμάσαι.
Τα φανάρια πια δεν τα θυμάσαι
και τ’ ωραίο γλυκό της Κυριακής.






ΛΥΧΝΟΣ ΤΟΥ ΑΛΑΔΔΙΝΟΥ

                                                  Στο Ν. Χατζηκυριάκο-Γκίκα


Την ανεξήγητη γραφή να λύσω πολεμώ
που σου χαράξαν πειρατές Κινέζοι στις λαγόνες.
Γυμνοί με ξύλινους φαλλούς τριγύρω απ’ το λαιμό,
μας σπρώχναν προς τη θάλασσα με τόξα οι Παταγόνες.

Κόκκαλο ρίξε στο σκυλί το μαύρο που αλυχτά
και στείλε την «φιγούρα» μας στον πειρατή ρεγάλο.
Πες μου, πού βρέθηκε η στεριά στου πέλαου τ’ ανοιχτά
και το δεντρί με το πουλί που κρώζει το μεγάλο;

Για το άστρο της Ανατολής κινήσαμε μικροί.
Πουλί, πουλάκι στεριανό, θάλασσα δε σου πρέπει!
Και σε που σε φυτέψαμε, παιδί, στο Κονακρί,
με γράμμα συμβουλευτικό της μάνας σου στην τσέπη.

Του ναύτη δος του στη στεριά κρεβάτι, και να πιει.
−Όλο τον κόσμο γύρισες, μα τίποτα δεν είδες…−
Μες στο μετάξι κρύβονταν της Ίντιας οι σκορπιοί
κ’ έφερνε ο αγέρας της νοτιάς στην πλώρη άμμο κι ακρίδες.

Σημάδι μαύρο απόμεινε κι ας έσπασε ο χαλκάς.
−Στην αγορά του Αλιτζεριού δεμένη να σε σύρω.−
Και πήδηξ’ ο μικρός θεός μια νύχτα, των Ινκάς,
στου Αιγαίου τα γαλανά νερά, δυο μίλια όξω απ’ τη Σκύρο.

Μεσάνυχτα και ταξιδεύεις δίχως πλευρικά!
Σκιάζεσαι μήπως στο γιαλό τα φώτα σε προδίνουν,
μα πρύμα πλώρα μόνη εσύ πατάς στοχαστικά,
κρατώντας στα χεράκια σου το λύχνο του Αναδδίνου.






Από τη συλλογή «Πούσι», εκδ. Άγρα, 1991. [Πρώτη έκδοση: Α. Καραβίας, 1947].
Στις εικόνες:
- Το εξώφυλλο της έκδοσης του 2010.
- Η προμετωπίδα του Γ. Τσαρούχη.
- Το εξώφυλλο της πρώτης έκδοσης.
- Το εξώφυλλο της έκδοσης του 1991.

Δευτέρα, 8 Ιανουαρίου 2018

Η πρωτοχρονιάτικη πίτα του Ποιητικού Πυρήνα




Η πρωτοχρονιάτικη πίτα του Ποιητικού Πυρήνα για το 2018


Την πρωτοχρονιάτικη πίτα για το 2018, έκοψε η συντροφιά του Ποιητικού Πυρήνα, το βράδυ του Σαββάτου (6/1), στο νέο καφέ «Εκτός χάρτη».
Ο Δημήτρης Παπαστεργίου, εκ μέρους του Ποιητικού Πυρήνα, καλωσόρισε τους φίλους που τίμησαν με την παρουσία τους την εκδήλωση και ευχαριστώντας τους οικοδεσπότες Βίκυ και Αντώνη Παπατζίκο για τη φιλοξενία, ευχήθηκε τα καλύτερα για τη λειτουργία του νέου χώρου *.
     Ακολούθησε συζήτηση που κεντρικό θέμα της ήταν «Φόβος και οι φοβίες». Με εισηγητές τους Παύλο Παρασκευαΐδη και Σούλη Λιάκο και τον Βασίλη Δασκαλάκη να διαβάζει επιλεγμένα λογοτεχνικά κείμενα, το θέμα απασχόλησε τους παρευρισκόμενους μέχρι αργά το βράδυ με καταθέσεις προσωπικών απόψεων και βιωμάτων.


(Φωτογραφία: Faretra.info)




(Φωτογραφία: Faretra.info)




 Η τυχερή της βραδιάς Γλυκερία Συναχείρη, η οποία βρήκε το φλουρί.
Το δώρο που το συνόδευε ήταν ένας πίνακας της Φωτεινής Χαμιδιελή.





* Το νέο Art Gallery, Books & Coffee, «Εκτός χάρτη» ξεκίνησε να λειτουργεί την παραμονή της Πρωτοχρονιάς (Βενιζέλου 43, Βέροια).

Πέμπτη, 4 Ιανουαρίου 2018

Κώστας Θ. Ριζάκης, "Ο βυθός μου τα πράγματα"





όταν το θέμα επιμένει (α)


σκέφτομαι να ξεφύγω από τη νύχτα
να το τολμήσω κάποτε κι αυτό

μα πάλι πώς στο άπλετο φως να φέρω
εσάς που χρόνια συντηρώ μες στο σκοτάδι
κάτω από φλέβες πίσω από ρυτίδες
όπως και να ’χει δεν αντέχω να προδώσω
στίχους που υπαινίχτηκαν πρώιμα ουρλιαχτά
απέτυχαν εμπορικά και θάφτηκαν

μαζί μου στο σκοτάδι





όταν το θέμα επιμένει (β)


πρέπει νά ’βρω ξανά
τα κομμένα απ’ τη ρίζα τους πόδια μου
σε μιαν άκρη πετώντας τα δυο δεκανίκια
το χαμένο κουράγιο να βρω να βαδίσω
απαλείφοντας τύψεις πικρές κι ενοχές

πρέπει νά ’βρω ξανά δίχως άλλο
το παιδί-αρνητή χαλασμένο χρονόμετρο
που ξεκίνησε χθες ή προχθές ή πριν χρόνια
και πριν χρόνια σταμάτησε
ή προχθές

μόλις χθες

στο ακόμη μετέωρο χάδι σου!





καρποί της στάχτης (α)


κάποτε η ανακύκλωση τελειώνει θες δε θες
χαμένος τότε ή κερδισμένος επιστρέφεις
στο σπίτι που φαντάσματα στερνά το κατοικούν
ονείρων ίσκιοι σε λυμφατικά κρεββάτια
πρόσωπα φορτωμένα οικείες ένοχες
μιας εποχής που χώρεσε παιδί έφηβο κι άντρα

με στάσιμο το κλάμα στη μεσαία κάμαρα
ν’ αναμοχλεύει την αγιότητα της μάνας σου





πολύ μόνο το φως


τα μάτια καρφωμένα στις παλάμες μου
ούτε μια χειραψία σου δε χάρηκαν
και ξιφολόγχες χώθηκαν βαθιά στο χώμα
άπλωσαν ρίζες με τα χρόνια τίναξαν κλαριά
λίγο ακόμα και θα βγάλουν φύλλα
λίγο ακόμα και θα δουν ξανά
κι όπως το φως στην πρώτη αίγλη του βουρκώνει
και η μορφή σου χάδι αποζητάει
πρόσεχε μη σκοντάψεις στον κορμό τους
και τυφλωθείς από το χτες που σκουριασμένη
τώρα ξιφολόγχη αγρυπνάει





η φωνή μου το χιόνι


μη σας τρομάζει ό,τι ακούτε στη φωνή μου
έχει το ράγισμα απύθμενου βυθού
αφετηρία της την άναρθρη κραυγή
ένα παιδί κλεμμένο βάναυσα να κλαίει
παιδί νύχτα και μέρα οδοιπορώντας
στη δύσβατη της ηλικίας πέτρα
με ματωμένα πέλματα επιστρέφει
την ένθεη μνήμη φέρνοντας στο φως

μη σας τρομάζει ό,τι ακούτε στη φωνή μου
χιόνι που χώνεψε ως τη ρίζα μου λυγμός
παγώνει κάποτε και ξεκουφαίνει





Από τη συλλογή «Ο βυθός μου τα πράγματα» [1985], που περιλαμβάνεται στην συγκεντρωτική έκδοση «Επιτάφιος δρόμος - Ποιήματα Α΄ [1985 - 2010]», εκδ. Γαβριηλίδη 2015.

Στην εικόνα: Fabian Perez, “Man at Bar”.

Δευτέρα, 1 Ιανουαρίου 2018

Βασίλης Νιτσιάκος, "Ρέματα"





ΣΤΙΧΟΠΛΑΚΙΑ


Ι

Τα βρεγμένα μου φτερά
ψάχνω σε τρύπιες τσέπες.

Αλλού κοιτάζει ο μήνας
κι ας έρχεται εδώ.

Αρματωμένος ο πόνος κι η λύπη πανσέληνη
βελάζουν τη μέρα.



ΙV

Γενάρης ήταν με είδα με τα τέσσερα
να περπατώ στα χιόνια.

Γενάρης ήταν, με άκουσα μεσάνυχτα
το χρόνο να βελάζω.



V

Όσο μου ρίχνω κόκκινο,
τόσο ματώνω.



VI

Ν’ απλώνουν οι άλλοι ρούχα
κι εγώ παράπονα.



VII

Είδα το μάτι μου
να σπάει,

να τρέχει ύστερα γυαλί
στο μάγουλό μου.





ΠΑΡΕΛΑΣΗ


Γυμνοί
γεμάτοι μώλωπες
άγνωστοι πρόγονοι
παρελαύνουν στις νύχτες μου.

Γνωρίζω τις πληγές
στα μπράτσα.

Μου γνέφουν ξενιτιές
σε ράχες γερασμένων μουλαριών

η Γκέσα και ο Μέρτζιος.

Κατόπι χάνονται
στα μαύρα δάση
των χρόνων μου.

Ταξιδεύουν ποτάμια
σε χώματα λευκά

στ’ ασπρόια,
στο Καράντερε.





ΡΕΜΑΤΑ


Πόσοι Κωσταντίνοι,
πόσα "πήματα",
χτισμένα βλέμματα,

πόσα υφαντά,
αδέρφια και ξαδέρφια,
φυλές κοτσύφια,
ρέματα.

Αδέρφια μου
Γιάννη και Γιώτα,
ο ένας απ’ το Πόποβο,
η άλλη από τη Μάνη,

κεντρικές ιδέες
και φαρμακεία πατρίδες

απ τον Τσαμαντά του Μιχάλη
ως το Συρράκο του Κρυστάλλη.





Από την συλλογή «Ρέματα», εκδ. Οδυσσέας, 2008. 

Θερμές ευχές σε όλους για το 2018





Τα μέλη και η συντακτική ομάδα
του ΠΟΙΗΤΙΚΟΥ ΠΥΡΗΝΑ

σας εύχονται ολόψυχα


ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ

και

ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ





____________
* Στην εικόνα "Ρόδια", έργο του Γιώργου Ιακωβίδη. 

Παρασκευή, 29 Δεκεμβρίου 2017

Μιχάλης Γκανάς, "Χριστουγεννιάτικη ιστορία"




ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ


Κάθεται μόνος
και καθαρίζει τ’ όπλο του δίπλα στο τζάκι.
Κανείς δε θά ’ρθει και το ξέρει,
κλείσαν οι δρόμοι από το χιόνι, σαν πέρυσι,
σαν πρόπερσι, Χριστούγεννα και πάλι
και τα ποτά κρυώνουν στο ντουλάπι.
Το τσίπουρο στυφό, το ούζο γάλα
και το κρασί ραγίζει τα μπουκάλια.
Εκείνη τρία χρόνια πεθαμένη.

Κάθεται μόνος του δίπλα στο τζάκι,
δεν πίνει, δεν καπνίζει, δε μιλάει.
Στην τηλεόραση χιονίζει,
το στρώνει αργά στο πάτωμα και στο τραπέζι
και στις παλιές φωτογραφίες,
γνώριμα μάτια των νεκρών,
που τον κοιτάζουν απ’ το μέλλον.
Εκείνη τρία χρόνια πεθαμένη
και μόνο το δικό της βλέμμα
έρχεται από τα περασμένα.

Κοντεύουνε μεσάνυχτα
και καθαρίζει τ’ όπλο του απ’ το πρωί.
Πώς να του πω «Καλά Χριστούγεννα»,
ευχές δε φθάνουν ως εδώ,
δρόμοι κλεισμένοι, τηλέφωνα κομμένα,
η σκέψη αρπάζεται απ’ το κλαδί της μνήμης,
μα να τρυπώσει δεν μπορεί στη μοναξιά του.
Μια μοναξιά που χτίστηκε σιγά σιγά
μ’ όλα τα υλικά και δίχως λόγια.

Κοντεύουνε ξημερώματα κι ακόμη
γυαλίζει τ’ όπλο του δίπλα στο τζάκι
με αργές κινήσεις σα να το χαϊδεύει.
Μένει στα δάχτυλα το λάδι
αλλά το χάδι χάνεται.
Θυμάται κυνηγετικές σκηνές
με αγριογούρουνα και χιόνια ματωμένα,
πριν γίνει θήραμα κι ο ίδιος
στην μπούκα ενός κρυμμένου κυνηγού,
που τον παραμονεύει αθέατος
αφήνοντας να τον προδίδουν κάθε τόσο
πότε μια λάμψη κάνης,
πότε μια κίνηση στις κουμαριές
κι η μυρωδιά απ’ τον βαρύ καπνό του.
Ξέρει καλά ότι κρατάει
μακρύκανο παλιό μπροστογεμές
γεμάτο σκάγια και μπαρούτι μαύρο.
Όταν αποφασίσει να του ρίξει
δε θα προλάβει πάλι να τον δει
πίσω απ’ το σύννεφο της ντουφεκιάς του.

Αν σκέφτεται στ’ αλήθεια κάτι τέτοια,
και δεν τον τιμωρώ εγώ μ’ αυτές τις σκέψεις,
πώς να πλαγιάσει και να κοιμηθεί.
Λέω να γίνω πατέρας του πατέρα μου,
ένας πατέρας που του έτυχε
σιωπηλό και δύστροπο παιδί,
και να του πω μια ιστορία
για να τον πάρει ο ύπνος.

Ύπνε που παίρνεις τα παιδιά πάρε και τον πατέρα…


Ύπνε που παίρνεις τα παιδιά
πάρε και τον πατέρα· απ’ τις μασχάλες πιάσ’ τονε
σα να ’ταν λαβωμένος. Όπου πηγαίνεις τα παιδιά
εκεί περπάτησέ τον, με το βαρύ αμπέχονο
                                           στις πλάτες του ν’ αχνίζει.

Δώσ’ του κι ένα καλό σκυλί
και τους παλιούς του φίλους, και ρίξε χιόνι ύστερα
άσπρο σαν κάθε χρόνο. Να βγαίνει η μάνα να κοιτά
από το παραθύρι, την έγνοια της να βλέπουμε
στα γαλανά της μάτια, κι όλοι να της το κρύβουμε
                                                      πως είναι πεθαμένη.

Ύπνε που παίρνεις τα παιδιά
πάρε κι εμάς μαζί σου, με τους ανήλικους γονείς,
παιδάκια των παιδιών μας. Σε στρωματσάδα ρίξε μας
μια νύχτα του χειμώνα, πίσω απ’ τα ματοτσίνορα
ν’ ακούμε τους μεγάλους, να βήχουν, να σωπαίνουνε,
να βλαστημούν το χιόνι. Κι εμείς να τους λυπόμαστε
που γίνανε μεγάλοι και να βιαζόμαστε πολύ
να μοιάσουμε σ’ εκείνους, να δούν πως μεγαλώσαμε
                                                           να παρηγορηθούνε.





Από τη συλλογή «Γυάλινα Γιάννενα» (1989), που περιλαμβάνεται στον συγκεντρωτικό τόμο «Μιχάλης Γκανάς - Ποιήματα, 1978-2012», εκδ. Μελάνι, 2013.

Στην εικόνα: Pieter Bruegel the Elder, “Hunters in Snow (Jäger im Schnee)”, 1565.