Ραγισματιές
Τι εύκολο που είναι με τα πράγματα· χαλάνε, τα φτιάχνεις και ούτε γάτα ούτε ζημιά. Αλλάζεις το γυαλί, βάζεις ένα άλλο ολοκαίνουργιο και το απολαμβάνεις.
Οι ανθρώπινες σχέσεις όμως; Με τους ανθρώπους τι γίνεται;
Έχεις έναν φίλο −καλό φίλο−, πας διακοπές, μοιράζεσαι το κρεβάτι τις νύχτες, τρως με το ίδιο κουτάλι, τα πίνεις μαζί του, λες στεναχώριες, χαρές, κλαις, γελάς, τον φιλοξενείς, του δίνεις το αυτοκίνητό σου, κάτι λεφτά που έχεις στην άκρη – οι φίλοι στα δύσκολα φαίνονται άλλωστε. Κάτι πάει στραβά και το μυαλό σου σκοτεινιάζει. Μάταια και φρούδη η ελπίδα ξεκαθαρίσματος. «Καθαρός καβγάς», συνηθίζεις να λες, «καθαρή συμφιλίωση». Έλα όμως που δεν είναι καθόλου έτσι. Γιατί θα τολμήσεις να πεις τις αλήθειες σου, θα επιχειρήσεις να ψελλίσεις τα παράπονά σου, να καταθέσεις τις ενστάσεις σου και τότε κάθε ένσταση θα γίνει και μια ρωγμή και κάθε σου «γιατί» ένα πισωπάτημα και κάθε πισωπάτημα μια πίκρα. Και αναρωτιέσαι μήπως αυτό το «παραπάνω» σου τρομάζει τους άλλους, ανοίγει χώρο και φταις. Μήπως ισχύει τελικά αυτό που κάποιοι λένε «ουδείς αχαριστότερος του ευεργετηθέντος»!
Και ύστερα ραγίζει το γυαλί. Αυτοί «οι δικηγόροι του διαβόλου» θα τοποθετούνταν με σαφήνεια εναντίον σου; «Ένοχος, φίλε, όφειλες να προσέχεις περισσότερο, αντί να τρέφεις μεγάλες προσδοκίες, πιο μεγάλες από εσένα. Ας πρόσεχες».
Χθες, πρωί πρωί, πήγα στον μάστορα για αλλαγή παρμπρίζ. Θαύμασα το νέο τζάμι. Έξοχο. Καθαρό. Όμορφο. Αποχώρησα με οδηγίες χρήσης. Μικρές χαρές τις λες αυτές και τελικά είναι αξιοθαύμαστο πώς σου αλλάζουν τη διάθεση.
Σήμερα, σαν πήγα στη δουλειά όμως, με σταμάτησε ο φύλακας και μου ζήτησε να επιδείξω το σήμα ελεύθερης εισόδου. Το είχα κολλήσει στο παρμπρίζ το χαλασμένο. Τώρα έχω αλλάξει όμως παρμπρίζ και το σήμα δεν είναι εκεί. Πετάχτηκε με τα θρύψαλα.
Ακόμη το σκέφτομαι εκείνο το σήμα. Ολόκληρη διαδικασία είναι να πάρω καινούργιο. Αναρωτιέμαι μήπως θα ’ταν καλύτερο να είχα φτιάξει τις ραγισματιές.
Γεύμα
− Μμμμ, ό,τι πρέπει είναι…
Ο νεαρός άντρας μιμείται τις κινήσεις του, αλλά δεν βάζει μπουκιά στο στόμα. Παίρνει την κορνίζα που έχει δίπλα του, σκύβει και του δείχνει τη φωτογραφία. Ο ηλικιωμένος αλλάζει θέση, σκύβει κι αυτός να τη δει καλύτερα. Βάζει τα γυαλιά και παρατηρεί ένα ένα τα πρόσωπα, χαμογελώντας κι αλλάζοντας τη διάθεσή του ανάλογα με τον εικονιζόμενο. Στο ξανθό νεογέννητο αγοράκι μένει περισσότερο χρόνο, η φωνή του γίνεται πιο βαθιά, κομπιάζει και σταματά.
Ο νεαρός άντρας σηκώνεται, βάζει δυνατά τη μουσική του Χατζιδάκι, το «Βαλς των χαμένων ονείρων», στροβιλίζεται και γελάει. Γελάει κι ο ηλικιωμένος, κουνώντας τα χέρια. Σε λίγο σηκώνεται αργά κι εκείνος και κάνει μικρά βήματα. Ο νεαρός τού υποδεικνύει άλλον βηματισμό. Ο ηλικιωμένος επιμένει στην άποψή του. Ο νεαρός «κάνει ένα βήμα πίσω» και πολλά βήματα μπροστά. Ο ηλικιωμένος άνδρας γελάει και χορεύει. Σε λίγο γελάνε και οι δυο με την καρδιά τους. Ο ηλικιωμένος άνδρας βήχει. Σταματάει να χορεύει. Επιστρέφει στο κρεβάτι του.
− Σ’ ευχαριστώ που φάγαμε μαζί. Ποιος ξέρει πότε θα το ξανακάνουμε… Αν δεν πάει καλά η εγχείρηση…
− Μη λες τέτοια, όλα καλά θα πάνε.
Ο ηλικιωμένος άνδρας κλείνει το λάπτοπ, καθώς μπαίνει η νοσοκόμα να του πάρει αίμα. Ο νεαρός άνδρας μένει με την οθόνη του υπολογιστή ανοιχτή να κοιτάζει τον εαυτό του. Μουρμουρίζει.
— Εγώ σ’ ευχαριστώ για όλα, πατέρα.
Χριστουγεννιάτικο
τραπέζι
Ανοίγω το ψυγείο και το μάτι μου βιαστικά αναζητά τη μαρμελάδα στην πόρτα: ένας μισάνοιχτος χυμός πορτοκάλι, ένα γάλα, μισό μπουκάλι τσίπουρο, η μαρμελάδα βύσσινο. «Η γαλοπούλα πάει με μαρμελάδα βύσσινο!» συνήθιζες να λες. Ύστερα το βλέμμα μου πέφτει στο τσίπουρο και το αγκαλιάζει. Ήταν δικό σου. Το έπινες κάθε Χριστούγεννα στο τραπέζι, λίγο λίγο να μην τελειώσει, να έχει και για την επόμενη χρονιά. Το παίρνω. Το βάζω κι αυτό πάνω στο τραπέζι μαζί με την μαρμελάδα, γεμίζω το ποτήρι μου και το πίνω. Αργά. Το πίνω, αλλά την ίδια στιγμή θα ’θελα να το αφήσω, όπως είναι, για σένα.
Με κάθε γουλιά γυρίζω πίσω σε άλλα Χριστούγεννα που σ’ έβλεπα με την ποδιά να ετοιμάζεις τους μεζέδες. Φορούσες πάντα τα καλά σου ρούχα από νωρίς, πρόσεχες να μην τα λερώσεις και μας περίμενες στην πόρτα. Το τραπέζι ήταν στρωμένο από την προηγούμενη και πάντα πρώτο πιάτο μεζεδάκια. Η μητέρα τσιγάριζε την γέμιση της γαλοπούλας εκείνη την ώρα, για να είναι ζεστή. Εσύ δίπλα την παρακολουθούσες με προσοχή και ανακάτευες να τελειώσετε πιο γρήγορα. Με το χέρι της σε έσπρωχνε να φύγεις, αλλά εσύ έκλεινες τα μάτια, εισέπνεες την μυρωδιά, μυρωδιά από Χριστούγεννα, κι έμενες δίπλα της. Τσιγάριζες θλίψη και προβλήματα και χαμογελούσες.
Ύστερα έπαιρνες το τσιπουράκι σου και καθόσουν στην κεφαλή του τραπεζιού, κοίταζες το πιάτο που ήταν μπροστά σου, έπιανες το πιρούνι και δεν έτρωγες. Τόσο μεγάλη ήταν η χαρά σου που σε χόρταινε· κατάπινες γουλιά γουλιά την απόλαυση και κοίταζες με έναν κόμπο στον λαιμό παιδιά κι εγγόνια. Αρράγιστος πάντα.
Μυρίζω τα Χριστούγεννα σήμερα. Μ’ ακουμπάει η χαρά που στροβιλίζεται γύρω μου και μπλέκεται με τις αγκαλιές και τα πρόσωπα. Μαγείρευα όλη τη νύχτα σε χαμηλή φωτιά να είναι ζουμερή η γαλοπούλα, πρόσθετα μπαχαρικά με ανατολίτικη γεύση και αυξομείωνα τη θερμοκρασία στον φούρνο. Έστρωσα από νωρίς το καλό σερβίτσιο κι έβαλα τα μαχαιροπήρουνα στη θέση τους. Σε κάθε πιάτο έβαλα κι ένα καρτελάκι. Τα είχα γράψει δυο χρόνια πριν και πρόσεχα να μπουν τα ονόματα στις σωστές θέσεις. Το δικό σου πατέρα, το άφησα στο συρτάρι, φέτος.
Μάταιη όμως προσπάθεια να σε χαντακώσω. Σηκώνομαι από την καρέκλα και ανοίγω το συρτάρι, βγάζω το όνομά σου και το αφήνω στο τραπέζι, εκεί δίπλα στο τσίπουρο.
Με ένα άλμα στη σκέψη εμφανίζεσαι μπροστά μου και σηκώνεις το ποτήρι σου ψηλά. Ψηλά το σηκώνω κι εγώ με μάτια διάπυρα.
Και του χρόνου, πατέρα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου