Κυριακή 11 Ιανουαρίου 2026

Ιωάννης Σεβαστιανός Ρώσσης, "Επιλήσμονες" & "Ο καιρός των ρόδων πέρασε"





ΕΠΙΛΗΣΜΟΝΕΣ


Ανοιχτός λογαριασμός η Ομορφιά.

Δεν είμαστε ποιητές
επειδή γράφουμε ποιήματα
παρά γιατί σαν άγγελοι
μας όρισεν ο Ουρανός ένα διακόνημα:
να κατέβουμε στη γη,
να φανερώσουμε την Ομορφιά στους ανθρώπους.

Μα εμείς
σφετεριστήκαμε την Ομορφιά.
Σ’ έναν καθρέφτη
τη δική μας αντικρύσαμε μορφή.

Αυτή φανερώσαμε.
Το είδωλό μας προσκυνήσαμε.

Μένει
να σπάσουμε τον καθρέφτη,
να θυμηθούμε το παλιό εκείνο
ανεκτέλεστο
                       διακόνημα.

Τότε
         −μόνον τότε−
θα’ ναι οι στίχοι μας παιδιά της Ομορφιάς.
Κι εμείς
     −επί τέλους−
πατέρες άξιοι
                         των παιδιών αυτών.

Η ποίηση εκκρεμεί.
Οφειλή που δεν πληρώθηκεν ακόμη.


                                                 21.1.2012





Ο ΚΑΙΡΟΣ ΤΩΝ ΡΟΔΩΝ ΠΕΡΑΣΕ

    (αποσπάσματα από ένα ημερολόγιο)


Κοιτάζω ψηλά την αράχνη καθώς
υφαίνει τον ιστό της
− Πηνελόπη της ερήμωσης.
Στα δίχτυα της μικρές ζωούλες
                     ξεψυχούν.

Εδώ
δεν κατοικεί πια ο Έρωτας,
κι ο οίκτος ταπεινώνει.
Τί χτίζεις κάθε μέρα με το ψέμα;
Το σπίτι λίγο λίγο βουλιάζει.
Κλαίει στα θεμέλια ο κόκκορας.
Ό,τι απομένει
                οίκτος και κούραση.

Τρως δουλεύεις κοιμάσαι.
Στο κομοδίνο τα χάπια για τη θλίψη.
Γάμοι βαφτίσια κηδείες.
Κι έν’ αεράκι πού και πού
να παίρνει τα σαρίδια της ψυχής σου.

Έντιμος νεκρός ή τίμια θύελλα;

Νιώθω θηρίο
παραμονεύοντας το θήραμα.
Η φυλακή,
                    ο σιωπηλός δεσμοφύλακας,
κελλιά
που ανοίγουν, κελλιά
                              που κλείνουν.
Κι ο άγγελος αναταράζει το νερό.
                                       Θα προφτάσω;

Αν η Ευτυχία
είναι μια όμορφη δολοφόνος
θ’ ακολουθήσεις την Ευτυχία;
θα τολμήσεις να σκοτώσεις;

--------------------------------------------

Ξανθό μου ξωτικό
τρύπωσε στο ρέπιο σπιτικό,
          βόηθα με να δραπετεύσω,
να διαβώ το συρματόπλεγμα...

--------------------------------------------

Τί όνειρο το χθεσινό!

Θύμιζε κοιμητήριο η Ανάγκη.
Φύλλα στροβιλίζονταν στον άνεμο,
μες στην αλέα όπου
μάρμαρα υψώνονταν
                       και πάνω τους σταυροί.

Ήμουν γυμνός.
           Γύρεψα ένα ρούχο να φορέσω
                                 μα δεν βρήκα.
Μέσα στις τρέμουσες του δάσους φυλλωσιές
ψίθυροι πως ο Άγιος ήταν εγγύς.
                                                     Γύρισα να ιδώ
και είχες φύγει, Καλή μου.
                                           Πού πήγαν όλοι;


Το ξύπνημα με γέμισε χαρά
                  σκορπίζοντας τη θλίψη του ονείρου.

--------------------------------------------

Σε σκέφτομαι στο φως των κεριών
ανάμεσα σε τόσους φύλακες και πλάσματα
                                          του δισταγμού.

Έσβησε η φωτιά στο παραγώνι.
Έξω αστράφτει.

Ψηλά το μαύρο σύννεφο
έκοψε στα δύο το κίτρο της σελήνης.
                                                             Κρυώνω
μέσα σε τούτο το Κελλί.

Δεν θα σμίξουμε
κι όμως τρέχω να σε συναντήσω, Καλή μου.

--------------------------------------------

Έτσι
μες στον συρμό της νύχτας
                     μονάχος ταξιδεύοντας
τώρα που είσαι μακριά
κι η βροχή θραύει τα κρύσταλλα
δεν αφήνω
−ούτε στιγμή− τη μουσική να πλαγιάσει
μήτε τον ύπνο να λυγίσει τα βλέφαρα
                 μην κοιμηθώ       και μείνεις μόνη,
                                             Καλή μου.

--------------------------------------------

Κι ωστόσο
δεν περιμένω τριαντάφυλλα.
 
Ο καιρός των ρόδων πέρασε.
                                 Δεν πρόλαβα.

Τα σάρωσε το Φως
αυτό που ξεγυμνώνει τους νεκρούς
απ’ τα φτιασίδια τους.

Κανένα θήραμα στα νύχια του,
κανένα χτυποκάρδι.
Διπλώνεις λυπημένος τα φτερά σου.

Μειδιάς
καθώς κοιτάς τη σήραγγα
(την υπόγεια διαφυγή σου)
αυτή που από παιδί φαντάζεσαι πως σκάβεις.


                                  Νοέμβριος-Δεκέμβριος 2013

                        Ιωάννης Σεβαστιανός Ρώσσης




Πρώτη δημοσίευση

Στην εικόνα: Nikolai Yaroshenko, «The Prisoner» (1878).
Πηγή για την εικόνα: Wikimedia Commons.





Ο Ιωάννης Σεβαστιανός Ρώσσης γεννήθηκε στον Πειραιά το 1954. Σπούδασε στην Πάντειο Πολιτικές Επιστήμες. Εργάστηκε ως διοικητικός υπάλληλος σε ασφαλιστική εταιρία ώς την συνταξιοδότησή του. Έχει εκδώσει επτά ποιητικές συλλογές. Τελευταία του ποιητική συλλογή Η χώρα που δεν τιμωρεί (εκδόσεις "κουκούτσι" 2019). Ποιήματά του έχουν δημοσιευθεί σε διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά μεταξύ των οποίων, ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ, ΤΟ ΚΟΙΝΟΝ, ΠΛΑΝΟΔΙΟΝ, ΠΟΙΗΣΗ, ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ καθώς και στην εφημερίδα ΑΥΓΗ. Ποίημά του θα συμπεριληφθεί στο ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ ΒΑΛΚΑΝΙΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ που ετοιμάζουν οι εκδόσεις Μαΐστρος ενώ στο ηλεκτρονικό περιοδικό "Πολύμνια, ARS POETICA" θα αναρτηθούν ποιήματά του μεταφρασμένα και στα ισπανικά.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου