επειδή γράφουμε ποιήματα
παρά γιατί σαν άγγελοι
μας όρισεν ο Ουρανός ένα διακόνημα:
να κατέβουμε στη γη,
να φανερώσουμε την Ομορφιά στους ανθρώπους.
σφετεριστήκαμε την Ομορφιά.
Σ’ έναν καθρέφτη
τη δική μας αντικρύσαμε μορφή.
Το είδωλό μας προσκυνήσαμε.
να σπάσουμε τον καθρέφτη,
να θυμηθούμε το παλιό εκείνο
ανεκτέλεστο
διακόνημα.
−μόνον τότε−
θα’ ναι οι στίχοι μας παιδιά της Ομορφιάς.
Κι εμείς
−επί τέλους−
πατέρες άξιοι
των παιδιών αυτών.
Οφειλή που δεν πληρώθηκεν ακόμη.
υφαίνει τον ιστό της
− Πηνελόπη της ερήμωσης.
Στα δίχτυα της μικρές ζωούλες
ξεψυχούν.
δεν κατοικεί πια ο Έρωτας,
κι ο οίκτος ταπεινώνει.
Τί χτίζεις κάθε μέρα με το ψέμα;
Το σπίτι λίγο λίγο βουλιάζει.
Κλαίει στα θεμέλια ο κόκκορας.
Ό,τι απομένει
οίκτος και κούραση.
Στο κομοδίνο τα χάπια για τη θλίψη.
Γάμοι βαφτίσια κηδείες.
Κι έν’ αεράκι πού και πού
να παίρνει τα σαρίδια της ψυχής σου.
παραμονεύοντας το θήραμα.
Η φυλακή,
ο σιωπηλός δεσμοφύλακας,
κελλιά
που ανοίγουν, κελλιά
που κλείνουν.
Κι ο άγγελος αναταράζει το νερό.
Θα προφτάσω;
είναι μια όμορφη δολοφόνος
θ’ ακολουθήσεις την Ευτυχία;
θα τολμήσεις να σκοτώσεις;
τρύπωσε στο ρέπιο σπιτικό,
βόηθα με να δραπετεύσω,
να διαβώ το συρματόπλεγμα...
Φύλλα στροβιλίζονταν στον άνεμο,
μες στην αλέα όπου
μάρμαρα υψώνονταν
και πάνω τους σταυροί.
Γύρεψα ένα ρούχο να φορέσω
μα δεν βρήκα.
Μέσα στις τρέμουσες του δάσους φυλλωσιές
ψίθυροι πως ο Άγιος ήταν εγγύς.
Γύρισα να ιδώ
και είχες φύγει, Καλή μου.
Πού πήγαν όλοι;
σκορπίζοντας τη θλίψη του ονείρου.
ανάμεσα σε τόσους φύλακες και πλάσματα
του δισταγμού.
Έξω αστράφτει.
έκοψε στα δύο το κίτρο της σελήνης.
Κρυώνω
μέσα σε τούτο το Κελλί.
κι όμως τρέχω να σε συναντήσω, Καλή μου.
μες στον συρμό της νύχτας
μονάχος ταξιδεύοντας
τώρα που είσαι μακριά
κι η βροχή θραύει τα κρύσταλλα
δεν αφήνω
−ούτε στιγμή− τη μουσική να πλαγιάσει
μήτε τον ύπνο να λυγίσει τα βλέφαρα
μην κοιμηθώ και μείνεις μόνη,
Καλή μου.
δεν περιμένω τριαντάφυλλα.
Δεν πρόλαβα.
αυτό που ξεγυμνώνει τους νεκρούς
απ’ τα φτιασίδια τους.
κανένα χτυποκάρδι.
Διπλώνεις λυπημένος τα φτερά σου.
καθώς κοιτάς τη σήραγγα
(την υπόγεια διαφυγή σου)
αυτή που από παιδί φαντάζεσαι πως σκάβεις.
Ο Ιωάννης
Σεβαστιανός Ρώσσης γεννήθηκε στον Πειραιά το 1954. Σπούδασε στην Πάντειο
Πολιτικές Επιστήμες. Εργάστηκε ως διοικητικός υπάλληλος σε ασφαλιστική εταιρία
ώς την συνταξιοδότησή του. Έχει εκδώσει επτά ποιητικές συλλογές. Τελευταία του
ποιητική συλλογή Η χώρα που δεν τιμωρεί
(εκδόσεις "κουκούτσι" 2019). Ποιήματά του έχουν δημοσιευθεί σε
διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά μεταξύ των οποίων, ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ, ΤΟ ΚΟΙΝΟΝ,
ΠΛΑΝΟΔΙΟΝ, ΠΟΙΗΣΗ, ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ καθώς και στην εφημερίδα ΑΥΓΗ. Ποίημά του θα
συμπεριληφθεί στο ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ ΒΑΛΚΑΝΙΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ που ετοιμάζουν οι εκδόσεις
Μαΐστρος ενώ στο ηλεκτρονικό περιοδικό "Πολύμνια, ARS POETICA" θα
αναρτηθούν ποιήματά του μεταφρασμένα και στα ισπανικά.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου