Δευτέρα, 24 Δεκεμβρίου 2018

Τόλης Νικηφόρου, "Ίχνη του δέους"





ένα παιδί


με το πρόσωπο κολλημένο στο τζάμι
κοιτάζω εκστατικά
πίσω απ’ τις στάλες της βροχής
ένα πολύχρωμο κόσμο

κρύβω μέσα μου ένα παιδί
με τις τσέπες γεμάτες μπίλιες
μέσα στο χειμώνα
ένα παιδί με δακρυσμένα μάτια
για το γατάκι του που πέθανε
για το λουλούδι που μαράθηκε
για όσους έφυγαν χωρίς επιστροφή

κρύβω μέσα μου ένα παιδί
με τρύπιο παλτό
που λαχταράει τα ζεστά κάστανα
τη γειτονιά και τους φίλους
την άνοιξη που θα ’ρθει

κρύβω μέσα μου ένα παιδί
που δεν δέχεται
πως μπορώ να γελάω
όταν την ίδια στιγμή κάποιος κλαίει

κρύβω μέσα μου ένα παιδί
απαρηγόρητο
που θα ’θελε να φτιάξει τη ζωή
στα μέτρα της καρδιάς του



Αναρχικά (1979)





επίλογος


έστω λοιπόν
όταν στεγνώσει το ποτάμι
όταν στερέψει η μνήμη
αίμα, δάκρυ κι ιδρώτα
ας είναι η αθωότητα το τελευταίο ψήγμα
στης φύσης που απομένει την τραχιά παλάμη

έστω λοιπόν
η έσχατη αυτή γαλήνη
τα πρόσωπα ας κρυσταλλώσει των πεθαμένων
για να βλαστήσουν στα τυφλά τους μάτια
κίτρινες πεταλούδες
φωνές παιδιών
μια στήλη ίσως καπνού που χαιρετίζει
τον γυρισμό από ατέλειωτο σκοτάδι

έστω λοιπόν
αν είναι η νύχτα να σφραγίσει αυτόν τον κύκλο
κάτω απ’ τις ρημαγμένες πέτρες
ας μπουμπουκιάσει ένα καινούριο φως



Ο πλοηγός του απείρου (1986)





αυτοβιογραφία, 1


κρατάω την ανθρωπότητα στην αγκαλιά μου
απλώνω τα σπασμένα δάχτυλα
και της χαϊδεύω τα μαλλιά
της γράφω παραμύθια
της ψιθυρίζω ποιήματα
και τη φιλάω τρυφερά στα μάτια
λες κι είναι ένα μικρό παιδί
ζεστό καφτό
και με τον εφιάλτη από τον ύπνο τρομαγμένο

λες κι είναι το δικό μου το παιδί
λες κι είναι όλα τα παιδιά του κόσμου
που αξίζουν ένα θαύμα καθημερινό
όπως το βότσαλο όταν αστράφτει
με χίλια χρώματα στα διάφανα νερά
και ζουν μέσα στο ψέμα και τον θάνατο

κρατάω την ανθρωπότητα στην αγκαλιά μου
να τη ζεστάνω για να ζεσταθώ κι εγώ
και της μιλάω για ν’ ακούσω ζωντανή φωνή
και κλαίω



Την κοκκινόμαυρη ανεμίζοντας της ουτοπίας (1997)





λάμπουν σαν δάκρυα τα Χριστούγεννα


ένας μικρός χριστός γεννιέται πάλι αύριο
μόνος στον κόσμο
ένας μικρός χριστός που ζωγραφίζει θαμπά στο τζάμι
δέντρα για τα παιδιά
καράβια για τα όνειρα
ένα παραμύθι της αγάπης για τους απελπισμένους
παραμονή
και τα χιλιάδες φώτα της πλατείας
στα μάτια του λάμπουν σαν δάκρυα



Γαλάζιο βαθύ σαν αντίο (1999)





και ούτε καν γνωρίζει τ’ όνομά της


υπάρχουν, είπε, μυριάδες ενοχές
η αθωότητα όμως είναι μία
μία και μόνη στη δική της χώρα
και ούτε καν γνωρίζει τ’ όνομά της
έκθαμβη μέσα στα θηρία περιφέρεται
όλα τα βλέπει
όλα τα ανέχεται
σ’ όλα σκορπίζει το δικό της φως
φως ολοφάνερο και μυστικό
που σβήνει και δεν χάνεται
με χίλια χρώματα λευκό
απορημένο φως

μικρό μου χειμωνιάτικο πουλί
ανυπεράσπιστο τραγούδι τ’ ουρανού



Μυστικά και θαύματα,
ο ανεξερεύνητος λόγος της ουτοπίας (2007)





γιατί το φως


υμνώ το φως
για να εξορκίσω το σκοτάδι
γιατί πίσω απ’ το κόκκινο
και το βαθύ γαλάζιο
κυλάει ένα ποτάμι θλίψης

υμνώ το φως
σαν χάδι στο παιδί
που ακόμα ελπίζει μέσα μου
σαν κάποια λύτρωση
απ’ τα πολλά μου τραύματα

υμνώ το φως
γιατί είμαι πλάσμα του βυθού
που απώλεσε τον ουρανό
και τον αναζητά
και τον επικαλείται απελπισμένα

υμνώ το φως
γιατί το φως πηγάζει μέσα μου
γιατί δεν έχω άλλη πατρίδα



Φλόγα απ’ τη στάχτη (2017)





Από το βιβλίο «Τόλης Νικηφόρου - Ίχνη του δέους [Επιλεγμένα ποιήματα 1966-2017]», εκδ. Ρώμη 2018.