Τετάρτη, 12 Δεκεμβρίου 2018

Κώστας Λιννός, "Μετασχηματισμοί Δ΄ "





ΣΤΟ ΣΤΑΥΡΟΔΡΟΜΙ


Ένα μισοσβησμένο όνομα στο χώμα
Μια σπασμένη καρέκλα στην ερημιά
Κι οι άνθρωποι που λησμονήσαμε
Όπως το γράμμα στο μπαούλο.

Μια σοφία μυστικά διδαγμένη
Από το μακρινό σήμα της ησυχίας
Ξυπνά τη μέρα, τα πανιά λύνει
Των τραγουδιών που δεν ήρθαν ακόμη.





ΣΟΝΑΤΑ ΓΙΑ ΦΩΝΗ: ΣΕ ΑΡΓΟ ΡΥΘΜΟ


Δεν είναι απάντηση, κι ας μοιάζει έτσι απέναντι απ’ το νυχτωμένο
             πέλαγος
Η λάμπα που δεν άναψε, το τσέλο που δεν βγήκε απ’ τη θήκη του
Και το φεγγάρι που δεν κολύμπησε απόψε ανάμεσα στις μνήμες.
Ο φρέσκος αέρας τρίζει στις χορταριασμένες ζωές
Κι αν ο καθένας ήταν καθρέφτης, πάνω του θα έγραφε τώρα
Αφηρημένα σχέδια με το δάχτυλο, τα μονοπάτια στους γκρεμούς
             που προέκυψαν.
Ο θάνατος επιστρέφει απ’ τις εκδρομές, η ερημιά αγκαλιάζει πιο
             σφιχτά τον εαυτό της,
Τώρα η μουσική κοιμάται στο νερό, στα πρόσωπα, στα φτερά
             του περιστεριού
Η γερτή ράχη της μοίρας πότε φαίνεται, πότε χάνεται
Κι ένα παλιό μολύβι γράφει ακόμα το βιβλίο που απέμεινε·
Είναι σαν να ’χουνε γενέθλια τα κύματα και να γιορτάζουνε μια
             φώτιση
Και στο ψηλότερο σημείο της καρδιάς ο φάρος να μη σβήνει
Κι ένα τσέλο να καίγεται και μια φωνή να στρίβεται σαν
             ψαροκάικο στον κάβο μιας υπόσχεσης.





ΟΙ ΕΡΗΜΙΤΕΣ


Σπουδάζοντας τη μουσική των δέντρων
Μίλησαν με τα σύννεφα
Τα λόγια τους αρχαίο νόμισμα
Κι ανάλαφρος τρύγος.
Κρατήσανε τη φωτιά
Και κράτησαν τη βροχή
Τα χέρια τους πεδίο μάχης
Μιας ετοιμοθάνατης αιωνιότητας.
Σπουδάζοντας τη μουσική της θάλασσας
Άκουσαν τον ήλιο να τους διαβάζει
Το στοχασμό των ανέμων
Κι ήταν τότε που έλαμψαν για μια στιγμή
Άγνωστα ψάρια πίσω απ’ τις λέξεις.
Τα λόγια τους κήπος κρυφός
Κι ανέμελη κόμη·
Σπουδάζοντας τη μουσική των βουνών
Μίλησαν με τους ίσκιους.





ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΕ Ή ΧΩΡΙΣ ΤΙΤΛΟ


'Ίσως κάτι καινούργιο να μπορεί να βρεθεί
Πέρ’ από τη χειμωνιάτικη θάλασσα·
Αυτή την αρχαία θάλασσα που τις νύχτες
Σκάβει μες στα σιωπηλά λευκά σπίτια
                                                          τη μνήμη.

Σαν να χαθήκανε οι λέξεις απ’ τον κόσμο,
Κι ένα ακυβέρνητο σκαρί σαν να γυρεύει
Τον λιγοστό ήλιο που απέμεινε.





ΩΔΙΚΑ ΠΤΗΝΑ


α΄

Βαθαίνουν τα σώματα
Κι ο ψίθυρος του χρόνου
Ντύνει τον ορίζοντα
Με μνήμες νεκρών ίσκιων,
                             Μάσκες ανέμων.


β΄

Τα φιλιά στο πρόσωπο
Των χαμένων ημερών
Πλέκουνε τα όνειρα
Του μοναχικού πεύκου
                             Χωρίς χρώματα.


γ΄

Λάδι έρμου καντηλιού
Στάζει στο φτωχό ρούχο
Της απεραντοσύνης·
Τα πτηνά τσιμπολογούν
                             Κάθε θάνατο.


δ΄

Χορεύει τ’ απάνεμο
Ράσο πάνω στο φράχτη·
Να ο νόμος που ’γιναν
Για τον ήλιο ρήτορες
                             Οι ερημήτες.


ε΄

Τις λέξεις γυρεύοντας
Σαν χταπόδια στα βράχια
Ο ρυθμός μαντεύεται
Αγγίζοντας την πέννα
                             Ή την απόχη.





Από τη συλλογή «Μετασχηματισμοί Δ΄», Οι εκδόσεις των φίλων, 2018.

Πέμπτη, 6 Δεκεμβρίου 2018

Νίκος Μυλόπουλος, "Όπως η θάλασσα με το αύριο"





Πίσω απ’ αυτό το μπλε


ΣΥΝΤΟΜΗ ΣΥΝΟΜΙΛΙΑ


Ήταν μια σύντομη συνομιλία έμοιαζε φλόγα ετοιμοθάνατη
Όπως η ζωή κι ο έρωτας, το φιλί και το φως
Απ’ έξω περνούσαν απειλητικά τα τραμ σφυρίζοντας πως θα
      σ’ αρπάξουν
0 ουρανός ορφανός από βροχή χάριζε χαμόγελο ουράνιου
      τόξου
Υπήρχε τόση ομορφιά γύρω μας
Μα εμείς κοιτάζαμε περίλυποι τα μαραμένα φυλλαράκια
Ώσπου μαζέψαμε τα υπάρχοντά μας βιαστικά
Κι αναχωρήσαμε για χερσονήσους και στεριές ανεξερεύνητες
Για συγκυρίες κι επαφές σπαραχτικές
Καλοκαίρι ντυμένο Φθινόπωρο, καταπίεση ντυμένη ζωγραφιά.
Ύστερα ακουγόταν όλο και πιο καθαρά κάποιο σφύριγμα
Χωρίς κανείς να γνωρίζει αν αυτό σήμαινε επιστροφή ή
      αναχώρηση
Και κρατώντας στα ροζιασμένα χέρια μας δύο χρώματα
      κόκκινο κι ερυθρό
Αναπαλαίωση της αγάπης αρχινήσαμε, σε μια υπέρβαση
      δικαιοσύνης.





ΣΤΕΦΑΝΩΜΕΝΟΙ ΜΕ ΤΑ ΣΥΝΝΕΦΑ


Ο δρόμος ψέμα μακρύ με όλα τα φώτα του σβησμένα
Προκαλούσε ρίγος σαν ξυραφιά στην πλάτη της μνήμης
Η μέρα έπαιζε κουτσό στο πλακόστρωτο
Στεφανωμένοι με τα σύννεφα
Καλωσορίζαμε την ανάποδη νίκη
Σε χέρσο θάβοντας χωράφι τους φόβους μας
Ποτέ ξανά να μη φυτρώσουν.
Ύστερα οριοθετώντας το άγνωστο
Ξηλώναμε τις νάρκες και το παρελθόν που δεν γνωρίσαμε
Καθώς η λεπτή καμπύλη στο λαιμό σου
Λυπημένη θύμιζε νεροποντή
Κάθετη πλώρη καραβιού να μας πληγώνει.





Οπλίζοντας όνειρα


ΑΝΑΦΛΕΞΗ


Σφίξε λοιπόν με τα πελώρια μάτια σου
Πριν αυτά καταντήσουν δυο ελιές μαραμένες
Δυο περόνες τα πόδια σου, γραμμική ζυγαριά
Και εκείνα τα υπέροχα δάχτυλα ξεραμένα λιθάρια
Σαν ανθός βαμβακιού σε κατάμεστο από λάθη χωράφι
Τύλιξε με τώρα με φωτιά πριν το ευάερο φύλο σου
θυμίζει μόνο εφηβαίου αχλή
Με τα χείλη σκοτεινά τριαντάφυλλα σε θλιμμένο ροδώνα
Και γεμίζοντας με ακρίβεια ρολογιού
Το κενό μου ποτήρι της ύπαρξης
Ας λουστούμε μαζί στα κολλώδη νερά της πυρίτιδας
Σιωπηλά ναρκοπέδια λίγο πριν εκραγούμε.





ΚΑΤΑΚΑΛΟΚΑΙΡΟ


Ήταν κατακαλόκαιρο και τα κορμιά φλογισμένα
Θύμιζαν προπατορικό αμάρτημα
Τ’ αντρόγυνα ίδρωναν για ένα πιάτο φαγητό
Οι άντρες ονειρεύονταν μια νεαρή γυναίκα
Και τα κορίτσια ένα γέρικο χέρι αντρικό κρυφά να τ’ ασημώσει.
Οι λέξεις είχαν χάσει το νόημα και οι χαρές πάντα λίγες
Όλοι ζούσαμε για το χθες που τ’ ονομάζαμε αύριο
Οι τρελοί αυτοεξόριστοι στον μήνα της άδειάς τους
Κυκλοφορούσαν επιτέλους ελεύθεροι
Ενώ οι γιατροί κι οι δεσμοφύλακες πίσω απ’ τα σίδερα
Καφέ πίνοντας ελληνικό πυροβολούσαν.
Άφωνοι μπροστά στο χάος της σοφιστείας
Δεν μιλούσαμε πια ούτε στα όνειρά μας
Μικρές μερίδες θερισμού ψάχνοντας λίγο ακόμα.
Ύστερα ο χρόνος σκέπαζε τις κουβέντες των φτωχών
Όπως το χιόνι την αυλή
Όπως η θάλασσα τ’ αφηρημένα κοχυλάκια.





Γενικευμένη επίθεση


ΜΙΚΡΟ ΠΑΝΔΟΧΕΙΟ


Κοιτάζοντας τη ματαιότητα με μάτια γυάλινα
Καταπίναμε ατάραχοι την πρωινή παλίρροια
Ενώ τα βράδια στον πλάγιο φωτισμό της σελήνης
Μεγάλες ανοίγαμε τρύπες στη φαντασία
Ταΐζαμε με λάθη την ερωτική μας υπόσταση
Χωρίς υπεροψία φυγής και αντιπαραθέσεις φαντασμάτων
Κλυδωνιζόμαστε μόνο σε παθιασμένους εγκλεισμούς
Με λύσσα και μοσχοβολιά, απρέπειες και πάθος.
Αλήθεια με πόσα όνειρα ακόμη μπορείς να στολίσεις
Το μικρό πανδοχείο εκείνης της νύχτας.





ΣΕΛΙΔΕΣ ΣΙΩΠΗΣ


Ο χρόνος έτρεχε πίσω μας σαν τρύπιο λάστιχο καθηλωμένος
Ανεβασμένοι στο κατάστρωμα κάποιου αργού ποταμόπλοιου
Παρατηρούσαμε αμίλητοι τις ώρες να πνίγονται αναπάντεχα
Οι σκέψεις μας δολωμένα αγκίστρια σε αφρισμένα νερά
Κι ο πλούτος όλος μετρημένες σελίδες σιωπής
Σε σακούλι γεμάτο αναμνήσεις.
Σπάνια ο ήλιος ζωγράφιζε στα πρόσωπα στιγμιαίες χαρές
Όμως το άπειρο δεν διέθετε σκιά
Κι η αιωνιότητα μετρημένη αρχή και τέλος.





Αναπάντεχη Εδέμ

                                           στον Κώστα Θ. Ριζάκη


ΑΝΑΠΑΝΤΕΧΗ ΕΔΕΜ


Τα μεγάλα λόγια ανέμιζαν σε δρόμους φαρδείς και σε
      μπαλκόνια
Η προσωπκή ζωή του καθενός γραφόταν σε συντριβάνια
Και σε χώρους καλά φυλαγμένους στην ουτοπία
Με δαχτυλικά γεμάτους και χειλικά αποτυπώματα
Ένα χέρι ομίχλης τύλιγε τότε σε χαρτί διάφανο τις εμπειρίες
Προστατεύοντας τους ανθρώπους από τον χρόνο.
Η μοναξιά και η ζωή αδελφές δίδυμες
Μισούσαν πάντοτε η μία την άλλη
Αλληλογραφώντας με τα μάτια
Εμπλουτίζαμε με χαμόγελο τα άχρωμα χείλη
Μηρυκάζοντας αμίλητοι αλήθειες και ψέματα
Έτοιμοι για αναχώρηση από πλατείες οκταγωνικές
Όμως ήταν τόσοι πολλοί οι δρόμοι που ανοιγόντουσαν
Που δεν ξέραμε ποιον να πρωτοδιαλέξουμε
Κι όσο μιλούσαμε ρούχα απομείναμε ορφανά
Στης σιωπής την κουρασμένη λεωφόρο.

Στον κήπο με τις κατεστραμμένες ζωές
Όποιο λουλούδι κι αν μύριζες μοσχοβολούσε.





Από τη συλλογή «Όπως η θάλασσα με το αύριο», εκδ. Γαβριηλίδης 2016.

Τρίτη, 4 Δεκεμβρίου 2018

Αντώνης Μπουντούρης, "Δύο ποιήματα"




ΚΕΡΑΜΕΙΚΗ


Τα χέρια της σπιθίζουν
σα τροχός.
Μου πρόσφερε ξανά το λαιμό της
για πηλό.
Να μαθητεύσω στη γλυπτική.
Κι αυτή
Ωραία αφυπνισμένη
να παραμείνει πάντα.





ΜΟΙΡΑΣΙΑ


Ένα στέρνο που ομολογεί μη το φοβάσαι.

Τη ματιά που σημαδεύει τον ώμο από ντροπή
να την εμπιστεύεσαι.

Το λέγαμε από παλιά.

Οι αυθεντικοί άνθρωποι είναι βαθιά σκαμμένοι.
Εύκολα γίνονται παιδιά.

Βρίσκουν με άνεση ένα λιακωτό
και κάθονται.

Να μοιράσουν και να μοιραστούν.




Αντώνης Μπουντούρης




Στην εικόνα: «Γαλάζια κόρη» (με βεντάλια και μαντήλι στα μαλλιά). Μουσείο του Λούβρου, Παρίσι, περ. 330-300 π.Χ. (Πηγή: https://el.wikipedia.org/)

Σάββατο, 1 Δεκεμβρίου 2018

Τάσος Κόρφης, "Ποιήματα"





ΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ


Πίσω από το παράθυρο το ίδιο πάντα δέντρο.
Κάποτε ξεμπλέκαμε τους χαρταετούς μας
από τους κλώνους του.
Αργότερα χαράζαμε στον κορμό του
το αλφαβητάριο των ενθουσιασμών.
Τώρα
ξεκουραζόμαστε στη ρίζα του.


                                                      (Ημερολόγιο, 1963)





Η ΘΑΛΑΣΣΑ ΓΙΝΕΤΑΙ ΚΗΠΟΣ


Μικραίνει ο κόσμος κι η θάλασσα γίνεται κήπος.
Στερεύει το φως στις γυμνές αποβάθρες. Μ’ ασβέστη
σκεπάζουν τα δάκρυα. Σεντόνι λευκό χειρουργείου
σκεπάζει τ’ ανήσυχα χέρια.

Μικραίνει ο κόσμος μα εσύ, ματωμένη καρδιά μου, πολύκαρπο ρόδι,
και πάλι μαζί μου με πας ταξιδιώτη για ναυάγιο και πάλι
και πάλι σκιρτάς σαν πουλί μες στο χιόνι, σαν ελπίδα αιχμαλώτου.





ΠΟΜΠΗΙΑ 1979


Πέρασε επάνω μου η λάβα σου. Έγινε
πέτρωμα η φωτιά. Άδικα προσπαθούν οι ελιές
να πιάσουν ρίζες.

Τίναγμα της καταστροφής. Στιγμή τού θάμπους
και του ολέθρου. Δύο χιλιάδες χρόνια τώρα
σε θυμάμαι.
Όμορφος σαν τα ερείπια. Έρχονται πολλοί
και μ’ επισκέπτονται. Κανένας δε μένει
μαζί μας τη νύχτα.





ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΤΗΝ ΟΛΥΜΠΙΑ


Όλες αυτές οι ασκήσεις, οι κλίμακες
της μοναξιάς μ’ έχουν κουράσει
για να πάρουν φωνή οι ακαθόριστοι ήχοι,
μορφή οι χαμένες σκιές,
να πάει ψηλά, να χορέψει τρελά, το στοιχειό
που κοιμάται.

Αγρίμια τ’ ουρανού και του λόγγου, ξέφρενες κραυγές
της σάρκας και της απώλειας, φωτιά
που καίγοντας φλέγεσαι,
πάρτε με κοντά σας.





ΤΟ ΜΑΝΤΑΡΙΝΙ


Όμορφη σα μανταρίνι.
Ξεφλουδίζοντας τον καρπό σου
μ’ άρπαξε τ’ άρωμα
                                      πριν απ’ τη γεύση!


                                                       (Από τα «Εργόχειρα»: Ποιήματα, 1983).





ΤΟ ΠΕΡΑΣΜΑ


Και πάλι μόνος στο ίδιο γραφείο. Έτοιμος ν’ ακούσω
Τη διαταγή στα μεγάφωνα. Το κουδούνι του Στρατηγού.
Βρέχει ερημιά στις Βρυξέλλες. Ιδρωμένα τα τζάμια
Απ’ τις έμπυρες νύχτες μου και το ψύχος του δρόμου.

Θέλω απέναντι να διαβώ, μα το κανάλι βαθύ
Κι εσύ, νιόκοπη βάρκα, φοβάσαι να περάσεις,
Μη πάρουν φωτιά τα μαλλιά σου, μη λιώσουν τα ρούχα σου,
και μείνεις γυμνή σαν το δέντρο
Που μάγεψαν οι αστραπές και φλέγεται
Για το αψύ μπαχάρι.


                                                      («Χρυσάνθεμα»: Ποιήματα-Β΄, 1997)





Πηγή: «Α. Ευαγγέλου - Γ. Αράγης, Δεύτερη Μεταπολεμική Ποιητική Γενιά (1950-2012) - Ανθολογία», εκδ. Gutenberg (β΄ έκδοση, συμπληρωμένη), Μάρτιος 2017.