Κυριακή, 25 Νοεμβρίου 2018

Γιάννης Βαρβέρης, "Άκυρο θαύμα"





ΚΑΙΣΑΡ


Ποιος να τολμήσει τώρα τη συνέχεια
υπέρκομψε ποιητή μου Καίσαρ Εμμανουήλ;
Αναζητώ τις μυστηριώδεις ολομόναχες κυρίες
δοκίμασα τους ριγηλούς πληθυντικούς
ψάχνω για μιούζικ χολ και για σαξόφωνα
για βάκιλους του Κοχ και ντεσπεράντος εμιγκρέδες
για διανοούμενους ρατέ και για ευπατρίδες
δίπλα σ’ αβρότατες εταίρες από μουσελίνα.
Χίμαιρες όλα, Καίσαρ
τώρα πια ρίχνουμε λιοντάρια
και τα τρων οι Χριστιανοί
χίμαιρες, Καίσαρ, όλα χίμαιρες
και μελλοθάνατες μας χαιρετούν·
πόσο μπορούσανε ν’ αντέξουν
σ’ ετοιμοπόλεμη κατάσταση μεσοπολέμου;





ΜΑΣΚÉ


Στον τελευταίο χορό μεταμφιεσμένων
καθένας θα ντυθεί το τολμηρότερο.
Εδώ τις έχω τις στολές
αναποφάσιστες:
Άγγλος αποικιοκράτης στην Ινδία
συγκλητικός του Κόμμοδου με πλήρη γούστα
λόρδος απρόσιτος σε ιπποδρομίες του Άσκοτ
κρουπιέρης μεγιστάνων στο Λας Βέγκας
ποιητής μιας ρίζας άδικης, ξεριζωμένης.

Αν όμως οι άποικοι ξεσηκωθούν;
Κι αν τ’ όργιο κλείσει μ’ εντολή σφαγής;
Τι πλήξη ο διαρκής θρίαμβος των αλόγων μου!
Πάντα θα παίζουνε και πάντα θα μοιράζω;
Και πώς να μου ριζώσει η ρίζα για καλά,
αν πρώτα δεν την κόψω από τη ρίζα;

Α μπα. Μ’ ό,τι φοράω θα πάω.
Κανείς δεν αναγνώρισε ποτέ
έναν εκ γενετής συνταξιούχο.





ΜΑΣΚΟΤ ΤΩΝ ΛΟΥΤΡΟΠΟΛΕΩΝ, Γ΄


Όμως κι εσείς οι εναπομείναντες
πλησίστιες ζακετούλες και ψαθάκια
θυμάστε όπως ξεχνούν: λέτε πως είναι ίδια εδώ
κι ας έχουν όλ’ αλλάξει.
Ξενοδοχείων ερειπιώνες, φέρετρα θερέτρων.
Τώρα παντού ξενώνες και φαστφούντ
φωτίσανε σε κίτρινο το κάθε γκρίζο.

Με μια ριχτή ζακέτα πιθανής ψυχρούλας
ανάμεσα σε ηλιοκαμένα βούρλα της ακτής
τι ανακατώνω, κόβω και μοιράζω
μια τράπουλα καημένες στάχτες μνήμες;

Φέρνει καμένο ο φλοίσβος
σκόνη μετακόμισης.
Με μια ριχτή στον ώμο μου ψυχρούλα
πριν καν έρθει Σεπτέμβρης
πρέπει να πηγαίνω.

Επείγει ό,τι δε γίνεται –
ν’ αλλάξω παρελθόν.





Από τη συλλογή «Άκυρο θαύμα» (1996).
Πηγή: «Γιάννης Βαρβέρης - Ποιήματα, Τόμος Α΄ [1975-1996]», εκδ. Κέδρος, γ΄ έκδοση, 2008.

Στην εικόνα: Edward Hopper, «People In The Sun», (1960).