Τετάρτη, 28 Νοεμβρίου 2018

Ιβάν Γκολ, "Υπόγειος σιδηρόδρομος του θανάτου"




ΥΠΟΓΕΙΟΣ ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΟΣ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ
(MÉTRO DE LA MORT)



ΕΝΑΣ ΜΙΚΡΟΣ ΣΤΕΝΑΓΜΟΣ


Ένας μικρός στεναγμός
χάιδεψε τον κρόταφό μου
ένας στεναγμός πολύ μικρός ακόμα
που ήρθε από μακριά
παρ’ όλη την οργή του ανέμου
παρ’ όλο το βρόντο των σιδερικών
διαπερνώντας το πάχος της γης
αψηφώντας την αμίμητη σιωπή του θανάτου
ήρθε σ’ εμένα
ο τελευταίος στεναγμός
ενός ρόδου





ΟΙ ΜΑΡΑΓΚΟΙ


Οι μαραγκοί από τον εικοστό έβδομο όροφο
ρίχνονται στον ουρανό
σαν αράχνες
που τραβάνε απ’ την κοιλιά τους
τις αόρατες δυνάμεις

Χορευτές με μολυβένια πόδια
φορούν στολές από άνεμο
τραγιάσκες από καπνιά
τρώνε ψωμί από τσιμέντο
τυλιγμένο στην «Ουμανιτέ»
και πίνουν λίγο κόκκινο κρασί
από μια μποτίλια που υψώνεται στον ουρανό
σαν σάλπιγγα της Ιεριχούς





Η ΑΠΑΓΟΡΕΥΜΕΝΗ ΦΩΤΙΑ

                                                           Στον Jean Cassou 

Ανασήκωσε τα χαμηλωμένα βλέφαρα μιας γυναίκας
και θα ξεσκεπάσεις
τη φωτιά που ήταν τόσο καιρό απαγορευμένη
την ίδια φωτιά που κρυφοκαίει στ’ άδυτα των ναών
και μες στο μάτι του πουλιού
τη φωτιά που τρεμουλιάζει το νερό
και που σ’ αναστατώνει επάνω στο κόκκινο άστρο·
πλάι σου
μια θεά φλέγεται!





ΟΙ ΕΡΑΣΤΕΣ ΤΗΣ ΜΟΝΑΞΙΑΣ


Μες στα δωμάτιά τους τη νύχτα
παραμερίζουν με τα εύθραυστα χέρια τους
τα βαριά −σαν μολύβι− σεντόνια

Το εκκρεμές έχει ένα μάτι τυφλό
η μοναξιά κρεμάστηκε στο μάνταλο του παραθύρου
και το παραθυρόφυλλο
χτυπάει σαν τη φτερούγα πληγωμένου αγγέλου

Αυτοί που δεν κοιμούνται περιμένουν
περιμένουν τον άνεμο
περιμένουν το τέλος του κόσμου

Και να η αυγή με χρώματα βατόμουρου·
η ζωή παίρνει πάλι τη στυφή γεύση του αίματος



Μετάφραση: Ε.Χ. Γονατάς




Από τη συλλογή «Métro de la mort» (1936).
Πηγή: «Ιβάν Γκολ - Ποιήματα [1920-1950] - Επιλογή, μετάφραση, επίμετρο, σημειώσεις, Ε.Χ. Γονατάς», εκδ. Στιγμή, 2003.
Στην εικόνα: George Terry McDonald, «Ivan Goll».

Κυριακή, 25 Νοεμβρίου 2018

Γιάννης Βαρβέρης, "Άκυρο θαύμα"





ΚΑΙΣΑΡ


Ποιος να τολμήσει τώρα τη συνέχεια
υπέρκομψε ποιητή μου Καίσαρ Εμμανουήλ;
Αναζητώ τις μυστηριώδεις ολομόναχες κυρίες
δοκίμασα τους ριγηλούς πληθυντικούς
ψάχνω για μιούζικ χολ και για σαξόφωνα
για βάκιλους του Κοχ και ντεσπεράντος εμιγκρέδες
για διανοούμενους ρατέ και για ευπατρίδες
δίπλα σ’ αβρότατες εταίρες από μουσελίνα.
Χίμαιρες όλα, Καίσαρ
τώρα πια ρίχνουμε λιοντάρια
και τα τρων οι Χριστιανοί
χίμαιρες, Καίσαρ, όλα χίμαιρες
και μελλοθάνατες μας χαιρετούν·
πόσο μπορούσανε ν’ αντέξουν
σ’ ετοιμοπόλεμη κατάσταση μεσοπολέμου;





ΜΑΣΚÉ


Στον τελευταίο χορό μεταμφιεσμένων
καθένας θα ντυθεί το τολμηρότερο.
Εδώ τις έχω τις στολές
αναποφάσιστες:
Άγγλος αποικιοκράτης στην Ινδία
συγκλητικός του Κόμμοδου με πλήρη γούστα
λόρδος απρόσιτος σε ιπποδρομίες του Άσκοτ
κρουπιέρης μεγιστάνων στο Λας Βέγκας
ποιητής μιας ρίζας άδικης, ξεριζωμένης.

Αν όμως οι άποικοι ξεσηκωθούν;
Κι αν τ’ όργιο κλείσει μ’ εντολή σφαγής;
Τι πλήξη ο διαρκής θρίαμβος των αλόγων μου!
Πάντα θα παίζουνε και πάντα θα μοιράζω;
Και πώς να μου ριζώσει η ρίζα για καλά,
αν πρώτα δεν την κόψω από τη ρίζα;

Α μπα. Μ’ ό,τι φοράω θα πάω.
Κανείς δεν αναγνώρισε ποτέ
έναν εκ γενετής συνταξιούχο.





ΜΑΣΚΟΤ ΤΩΝ ΛΟΥΤΡΟΠΟΛΕΩΝ, Γ΄


Όμως κι εσείς οι εναπομείναντες
πλησίστιες ζακετούλες και ψαθάκια
θυμάστε όπως ξεχνούν: λέτε πως είναι ίδια εδώ
κι ας έχουν όλ’ αλλάξει.
Ξενοδοχείων ερειπιώνες, φέρετρα θερέτρων.
Τώρα παντού ξενώνες και φαστφούντ
φωτίσανε σε κίτρινο το κάθε γκρίζο.

Με μια ριχτή ζακέτα πιθανής ψυχρούλας
ανάμεσα σε ηλιοκαμένα βούρλα της ακτής
τι ανακατώνω, κόβω και μοιράζω
μια τράπουλα καημένες στάχτες μνήμες;

Φέρνει καμένο ο φλοίσβος
σκόνη μετακόμισης.
Με μια ριχτή στον ώμο μου ψυχρούλα
πριν καν έρθει Σεπτέμβρης
πρέπει να πηγαίνω.

Επείγει ό,τι δε γίνεται –
ν’ αλλάξω παρελθόν.





Από τη συλλογή «Άκυρο θαύμα» (1996).
Πηγή: «Γιάννης Βαρβέρης - Ποιήματα, Τόμος Α΄ [1975-1996]», εκδ. Κέδρος, γ΄ έκδοση, 2008.

Στην εικόνα: Edward Hopper, «People In The Sun», (1960).

Παρασκευή, 23 Νοεμβρίου 2018

Κώστας Μίζας, "Καλοκαίρι σε μικρό ελληνικό νησί"

 


ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ ΣΕ ΜΙΚΡΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΝΗΣΙ


Νύχτα. Πολύ αργά. Το πλοίο με καθυστέρηση φθάνει στο λιμάνι. Λιγοστοί επιβάτες κατεβαίνουν. Σίγουρες κινήσεις. Πιθανόν να είναι ντόπιοι. Σε λίγα λεπτά έχουν φύγει όλοι. Σκοτάδι. Ερημιά. Το πλοίο μία μικρή φωτισμένη γραμμή μακριά μόλις διακρίνεται. Κάποια φώτα σε μακρινή απόσταση υποδηλώνουν ύπαρξη μικρών οικισμών. Νύξεις ζωής. Θολά περιγράμματα και σκιές. Μακρινά γαβγίσματα σκυλιών από κάπου ψηλά, πιθανόν από τη Χώρα. Την ψάχνουμε με το βλέμμα αλλά δεν φαίνεται. Μήπως κατεβήκαμε σε λάθος νησί;
Κρυώνουμε. Ίσως από την κούραση. Παίρνουμε τον ανηφορικό δρόμο. Ψάχνουμε για δωμάτιο. Βρίσκουμε. Συμφωνούμε και αμέσως το μετανιώνουμε. Βρόμικο. Χωρίς παράθυρο. Κοιμόμαστε με τα ρούχα. Θα ξημερώσει σκεφτόμαστε. Παρηγοριά.
Ξημερώνει. Φεύγουμε βιαστικά. Μία κόκκινη βουκαμβίλια στην είσοδο του σπιτιού σαν βουβός χαιρετισμός μιας συνάντησης που θα ξεχαστεί.
Στα σοκάκια της Χώρας. Η τύχη μάς φέρνει στη γυναίκα του ταχυδρόμου. Μας προσκαλεί στην αυλή. Κάτω από την κληματαριά. Μας προσφέρει καρπούζι για καλωσόρισμα. Ρωτάει από πού ερχόμαστε.
Μπαίνουμε στο αγροτικό. Τα πράγματα στην καρότσα. Οδηγεί ο ταχυδρόμος. Χωματόδρομος. Φθάνουμε σε λίγη ώρα. Είναι το σπίτι της γιαγιάς. Δεν το νοικιάζουν συνήθως. Αλλά μας συμπάθησαν. Θα τους θύμισε κάτι η παρουσία μας. Μνήμες. Ίσως πράγματα που έγιναν διαφορετικά απ’ ότι θα επιθυμούσαν.
Θα είμαστε μόνοι μας. Μία μεγάλη αυλή γεμάτη δέντρα. Συκιές, δαμασκηνιές και αμπέλι φορτωμένα καρπούς. Και στην άκρη μερικές φραγκοσυκιές. Ένα τραπεζάκι με δύο καρέκλες μπροστά στην πόρτα. Ακουμπάμε τα βιβλία μας. Τα πουλιά  από πάνω μας σε ένα διαρκές πηγαινέλα.
Μας δείχνει πώς να καθαρίζουμε τα φραγκόσυκα. Ρουφάμε αχόρταγα κάθε στιγμή. Σε λίγο φεύγει. Θα έρχεται κάθε δύο μέρες. Μήπως χρειαστούμε κάτι.
Πεθαίνουμε της πείνας. Σε τρία λεπτά φθάνουμε στην παραλία. Πολύ κοντά βρίσκεται μία ταβέρνα. Παλιά ρεμπέτικα ακούγονται σε χαμηλή ένταση. Χταπόδι στα κάρβουνα. Ο μαγαζάτορας φιγούρα βγαλμένη από βιβλίο του Καββαδία. Ήταν ναυτικός. Έχει πολλές ιστορίες από  μακρινά λιμάνια που περιμένουν πρόθυμα αφτιά για να ειπωθούν.
Βράδυ στη Χώρα. Μετά τους ανεμόμυλους ανηφορίζουμε προς το κάστρο. Λίγο πιο κάτω ένα γραφικό μαγαζάκι. Αυλή. Άδειο ακόμη. Κάτασπρο με μπλε παράθυρα. Φρεσκοβαμμένο. Γλάστρες με γεράνια και βουκαμβίλιες. Καθόμαστε. Γκρεμός. Από κάτω μακριά η θάλασσα. Μουσική της Καραΐνδρου. Συγκίνηση. Η στιγμή έχει κάτι εύθραυστο, σχεδόν μεταφυσικό. Το τοπίο κρατάει την ανάσα του. Περιμένει τη στιγμή. Να έρθει πιο κοντά. Εξαρτάται από εμάς.
Δεν θα διαρκέσει πολύ. Κάποια στιγμή έρχονται παρέες. Θόρυβος. Χτυπάνε διαρκώς κινητά. Φλας. Το τοπίο κρύβεται. Τρομαγμένο. Απογοητευμένο από το ναυάγιο της επαφής. Η μουσική δεν ακούγεται. Σκεπάζεται. Σε λίγο αλλάζει και δυναμώνει. Φεύγουμε. Επιστρέφουμε με τα πόδια. Σε κάποια σημεία το φως του δρόμου είναι λιγοστό. Έχουμε φακό. Ο ουρανός γεμάτος αστέρια. Στα αυτιά μας το βουητό των ανθρώπων.
Γιατί η ομορφιά να είναι σε διωγμό;



Κώστας Μίζας




Πρώτη δημοσίευση: εφημερίδα Λαός.

Τετάρτη, 21 Νοεμβρίου 2018

Μαρία Πατακιά, "Ζυγός ψυχοστασίας"





ΖΥΓΟΣ ΨΥΧΟΣΤΑΣΙΑΣ
(ένα τάνκα)


Κλέβω στο ζύγι.
Στα κρυφά, με ζαβολιά
προσθέτω λέξεις
μη βαρύνει η σιωπή
στον ζυγό ψυχοστασίας.





ΚΡΑΔΑΣΜΟΙ


Σαν η σιωπή τούς κραδασμούς απορροφήσει
Και η στιγμή μες στο κενό λιποθυμήσει
Σαν το αιώνιο μπερδευτεί μέσα στο άπειρο
Κι η λογική βγάλει το νόημα ανάπηρο
Σαν το συναίσθημα δειλά θα προχωρήσει
Το αίνιγμα της ύπαρξης να λύσει

Σαν τότε και σαν τώρα και σαν πάντοτε
Μες στα συντρίμμια των παθών όλα θα χάνονται
Μες στις ρωγμές και τα κενά θα εισχωρούμε
Και νεκροζώντανοι τυφλά θα προχωρούμε
Σαν μέσα σ’ ένα φως και μια συνάντηση
Τα όρια της ζωής μας είν’ η απάντηση.





ΣΦΑΓΗ


Λέω ν’ ακονίσω τη σιωπή
για να σφαχτούν οι λέξεις
να ανακτήσει η νύχτα
τη λευκότητά της
να λάμψει η διάρκεια
−διά της απουσίας της−
να ξεδιπλωθεί
−σε όλο το μήκος του−
ο χρόνος.
Κι ας πάρει φως
η στιγμή
στον σκοτεινό θάλαμο
της μνήμης.
Μήπως δεν ήτανε
κι αυτή
ένα ακόμα είδωλο
ανυπαρξίας;





ΟΙ ΑΤΑΞΙΕΣ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ


Πες μου για τις αταξίες σου,
σιωπή.
Για τότε που έπαιζες παιχνιδιάρικα
με τις λέξεις…
κι ακόμα για τότε που τις άφησες
να ασελγήσουν πάνω σου,
να νομίσουν πως σε κατέκτησαν
ενώ εσύ τις εξαντλούσες,
τις έσβηνες και τις διέλυες
μέσα στην καταλυτική
λευκότητά σου.





MISE EN ABYME

                              μνήμη Δάφνης Βουδούρη


Με πικρό καμάρι σε κοίταζα
πικρά να κοιτάς τη θνητότητα
κατάματα,
γυμνή από ψιμύθια και μύθους.
Mise en abyme βλεμμάτων
να γκρεμιστούν οι λέξεις.
Αντικατοπτρισμοί ματαιοτήτων.
Το καθρεφτάκι θαμπώνει
απ’ την ανάσα της μνήμης.
Σφιγμένα δόντια
κάνουν barrage στον Χρόνο.
Γι’ αυτό,
τον οβολό στο βλέμμα σου
τον κρέμασα
Να σε περάσει βολικά
στην άλλη όχθη.

Στο μεταξύ,
στη χόβολη της μνήμης,
ψήνεται μαύρος και πικρός
καφές παρηγοριάς.





Από τη συλλογή «Ζυγός ψυχοστασίας», εκδ. Μελάνι, 2018.

Κυριακή, 18 Νοεμβρίου 2018

Πάνος Κυπαρίσσης, "Νησί δίχως φύλλα"





ΠΥΡΟΓΡΑΦΙΑ


Θ’ απλωθώ κάποτε χωράφι
να κυλιστείς στα σπαρτά
Να πάρουν τα ρούχα σου φωτιά





ΑΝΤΟΧΗ ΤΩΝ ΥΛΙΚΩΝ


Σκοτεινό κορμί καθώς εκκλησία
Ψιθυρίζει ο άνεμος στα υπέρθυρα
ονόματα ξεχασμένα·
ώσπου υποχωρούν τα θεμέλια





ΘΥΣΙΑ


Τα χείλη σβηστά

Ωστόσο των ματιών του σπασμένοι καθρέφτες
πολλαπλασιάζουν τους ζωντανούς





ΧΡΕΟΣ


Τώρα πρέπει να σ’ το γυρίσω
το χρυσόμαλλο δέρας
περνώντας πάλι τις συμπληγάδες





ΥΔΑΤΟΓΡΑΦΙΑ


Γλιστρούν ποτάμια ζεστά στους λαγόνες σου
ως το δέλτα το έναστρο

Τα ναυάγια στις λίμνες των ματιών σου





ΑΠΟ ΤΑ ΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΠΑΤΕΡΑ


Τρωτός αντέχεις κάποτε κάποιες πληγές
Άτρωτος μονάχα μία





ΜΕ Ή ΔΙΧΩΣ ΤΥΨΕΙΣ


Μια καμπύλη ρηχού ποταμού
δυο δέντρα σε στάση προσευχής
Δεν θα μιλήσω για των νεκρών τις πλαγιές
και τα όνειρα που κοιμίζουν

Δυστυχώς περιλήψεις μόνον κρατώ






Από τη συλλογή «Νησί δίχως φύλλα» (1992).
Πηγή: «Πάνος Κυπαρίσσης - Ποιήματα [1977-2013] Α΄ τόμος», εκδ. Γαβριηλίδης, 2016.

Στην εικόνα: Vincent van Gogh, « Noon - La Sieste».

Πέμπτη, 15 Νοεμβρίου 2018

Κωστής Μοσκώφ, "Ποιήματα"




                              ~*~


Φως παρόν και φως άδειο,
φως πέρα από την αγωνία,
φως που ξέχασε την ελπίδα του,
«εσύ,
που κατέχεις μιαν ελευθερία αρχαία»
– και που από αυτήν κατέχεσαι,
ζώντας μέσα στον έρωτα που πηγάζει από την άβυσσο
στο κέντρο της Απουσίας,
φως που κόβεις κάθετα τον Καιρό
και έτσι βλέπω τον Άλλο
– και Τον αγάπησα…





                              ~*~


Ο χρόνος βρήκε πάλι το χρώμα της νιότης του,
ωχρός και γαλάζιος
αναβλύζει μέσα από το χάος·
«χτες, ήμουν μια χώρα έρημη»,
κατοικημένη από τον θάνατο της,
σήμερα,
επληρώθη η γη πάσα της αγάπης σου
είμαι παρών σε όλα της κτίσεώς σου…





                              ~*~


Σ’ αυτόν τον τόπο
ο άνεμος δεν κουράστηκε
τρεις χιλιάδες χρόνια·
– η Ιστορία
τραυλίζει την ταυτότητά της·
τα πράγματα
γίνονται πρόσωπα
– ματώνουν,
καθώς ενσαρκώνονται…
Σιωπή,
«Εσύ που ψιθυρίζεις όλη νύκτα
μέσα μου την ροή σου»
–μυστικό αηδόνι μου
δυο φορές και χίλιες
κελάρι
μιας αγάπης πεθαμένης…





                              ~*~


Αυτό το είδωλο
θέλει να γίνει ζωή·
αυτός ο χρόνος
πάσχει να γίνει Πράξη…
Πρέπει να διώξω τον Καιρό
πριν μιλήσει,
πρέπει να σταματήσω την Ιστορία
πριν γεννηθεί το Πρόσωπο
– έρημο μες στην μοναδικότητά του…





                              ~*~


Τα βράχια αυτά, η θάλασσα,
φωτίζουν μυστικά την νεκρή ψυχή μας
είναι το σώμα μας που περιμένει να γεννηθεί
– διασχίζοντας τα έτη του φωτός
διασχίζοντας τις νύκτες του ανέμου
ζεσταίνοντας με το βλέμμα τους
αιώνες υπομονής τους θεούς που πέθαναν.
Ο έρωτας
που κάποτε κτίσαμε
έμεινε η μόνη μας μνήμη
ανάμεσα στο Τίποτα και στο πιο Τίποτα.





                              ~*~


Πάλεψα με την παγωνιά του πλήθους,
όπως το αηδόνι
μυστικά ξεπέρασα την μνήμη μου,
λησμόνησα τι θα πει χτες
τι σήμερα, τι αύριο…
Μες στον Ακίνητο
δύναμαι το Αιώνιο…





                              ~*~


Τον Νοέμβριο
«οι θεοί κρύβονται», είπες, «στον νου»,
περιμένοντας να τελειώσει ο Βαρδάρης
και συ
σαν αυτόν «που είχε φτιάξει καράβι το φεγγάρι»
περιμένεις να πέσει
«εκείνη η μισή βροχή που ξεχάστηκε»…
Πετώ πάνω από την Ρούμελη,
πάνω από την Απουλία,
μαζί με την χώρα μου πεθάναν και οι Σεμνές,
κι ο Τειρεσίας, σαν τυφλός, είναι στον Άδη
− αμφίς πάντα και τίποτα,
μάντις του πουθενά και του ποτέ…

Κοιμάμαι μόνος, ξέρεις
είκοσι αιώνες τώρα,
στο παλιό διπλό μας κρεβάτι…





                              ~*~


Γεννήθηκα την εποχή του χαλκού
τώρα
δεν με θυμάται πια κανένας
σκεπάσαν τους βωμούς μου δάφνες και φρύγανα.
Πικραμύγδαλο, συ έρωτά μου,
ήπια τρία βαρέλια ρετσίνα στην Δόμνα
χτες, για να ξεχάσω
ρούφηξα τον Αλιάκμονα, τον σφοδρό Βαρδάρη
– οι λιμναίοι οικισμοί της Θεσσαλίας
μείναν ξεροί για χάρη σου.
Περιμένω τρεις χιλιάδες χρόνια να πεθάνω,
αδύναμος να αποσυντεθώ τόσο που σ’ αγαπώ.





                              ~*~


Παράξενα λόγια των ερτζιανών κυμάτων,
χρησμοί παλιών θεών
που τώρα ξεχαστήκανε
και γίναν «οι ψυχές των παγκοσμίων τραγουδιών».
Τα χείλη σου, τα χείλη σου,
Ερμή παλιοτόμαρο,
πάνδημη Αφροδίτη
− να πουλάς κάτω από τον Παρθενώνα
τρεις χιλιάδες χρόνια το ίδιο εμπόρευμα,
το βράδυ
να μένεις ακίνητος,
στην αγκαλιά των Γαλαξιών,
αφουγκραζόμενος την Σιωπή,
το κρυφό νόημά τους…






                              ~*~

                                        στον Βάσια Τσοκόπουλο


Όταν γύρισα στους βράχους της Ιθάκης
είχες ξεχάσει πια ν’ αγαπάς
− κι εγώ να τρώω, για σένα,
δέκα χρόνους παξιμάδι
το αλμυρό κρέας των βοδιών του Υπερίωνα.
Φύγαν τώρα, φύγαν και οι σύντροφοι
φύγαν κι οι δούλοι, δεν είχαμε πια να τους θρέψουμε·
πρώτος μπάρκαρε σ’ ένα γκαζάδικο ό Ελπήνορας,
μετά, μέσα σε λίγες μέρες, και οι άλλοι.
Μείναμε μόνοι
εσύ, εγώ και ο Τηλέμαχος,
μισός πικραμύγδαλο, μισός αγόρι…





Από το βιβλίο «Κωστής Μοσχώφ - Ποιήματα», (Δεύτερη έκδοση με 24 καινούρια ποιήματα), εκδ. Καστανιώτη 1987.

Τετάρτη, 14 Νοεμβρίου 2018

Χριστίνα Καραντώνη, "Σε κλοιό σώματος"





Σε κλοιό σώματος


Σε κλοιό σώματος ασφυκτικό
διαρκώς
επιχειρεί έξοδο
ρήγμα
σεμνήν ανάληψη
χωρίς φωτοβολίδες
στον ουρανό





Για τη θέα


Κάποτε κάστρο
Ερείπιο τώρα
Τι να αλώσεις
όλα ανοιχτά
Μπες για τη θέα
Αν βέβαια αντέχεις
της αποσύνθεσης
την αποφορά





Περιμένοντας το ανέφικτο


Χρόνια περίμενε το ανέφικτο
σε περίκλειστη αίθουσα αναμονής
γυμνή
Ώσπου άσπρισαν τα μαλλιά της
Ξεχείλωσε του λαιμού η καμπύλη
αναποφάσιστη αιωρείται θηλιά κενή
Σε αχρηστία τα χείλη από προσώπου χάθηκαν
       βουβά
Τα μέλη κάμφθηκαν
τεθλασμένες πλέον οι κάποτε ευθείες γραμμές

Στηρίζεται όλη
σε αναμμένα επάνω
από ατσάλι καρφιά





Finale


Και μετά την κοινωνία
σώματος
αίματος
ψυχής
Παραμένει ο πόθος αήττητος
Περισσότερον ασεβής





Στου κειμένου το σώμα


Στου κειμένου το σώμα
ασέλγησε
σβήνοντας ολόκληρες γραμμές
Στα περιθώρια
ανελέητες όμως
ανεξίτηλες
μία μία οι Ερινύες
έθεταν

υπογραφές





Επιτάφιος νόμος

                     τριαντατρία χρόνια ράγισα στις πέτρες
                                     Κ.Θ. Ριζάκης, ο κυρίως ναός


Επιτάφιος νόμος
άλλα τριάντα χρόνια δίσεκτα να
       προστεθούν
κι ακόμα ένα εκ γενετής χωλό
ως χρέος από τον ισολογισμό της γης προς
       τον ουρανό
που μεριμνά το χώμα να διατηρείται
       αρκούντως νωπό
όσο πρέπει
για να ευδοκιμούν μακρά τα φωνήεντα
και τ’ αη-Γιωργιού ανήμερα στην καλύτερή
       τους να είναι στιγμή
για τη γενέθλια κραυγή
τον εαρινό θρήνο
τον ατελεύτητο





Από τη συλλογή «Σε κλοιό σώματος», Εκδόσεις του Φοίνικα, 2016. 

Κυριακή, 11 Νοεμβρίου 2018

Γιάννης Ρίτσος, "Όταν έρχεται ο Ξένος"





ΟΤΑΝ ΕΡΧΕΤΑΙ Ο ΞΕΝΟΣ
(Αποσπάσματα)


Την ώρα που μέναμε κλεισμένοι στη μεγάλη κάμαρα με τους
σκεπασμένους καθρέφτες
ήρθε Εκείνος, ακάλεστος, ξένος – τι ζητούσε;

[…]

Από πού έρχονταν αυτός ο Ξένος; Τι ζητούσε; Ο δρόμος του
ερχόταν απ’ το χτες ή απ’ το αύριο; Στ’ άλουστα μαλλιά του
ήταν στάχτες και σταγόνες δροσιάς – φανερό πως είχε οδοιπορήσει
μες στη νύχτα
κ’ ίσως νά’χε περάσει απ’ τη φωτιά, κάτω απ’ τ’ αποκαΐδια. Στη φωνή
του αναγνωρίζαμε
το τρίξιμο της πόρτας όταν ανοίγουν να μας φέρουν ένα ζεστό,
όταν τα συνεργεία των ξυλουργών στη γειτονιά μας πλανίζουν μεγάλα
σανίδια
για νέες οικοδομές, όταν στον ίσκιο της μάντρας τα θερινά μεσημέρια,
συνάζονται μαστόροι και τεχνίτες, χειρώνακτες και θεληματάρηδες
και κουβεντιάζουν για το μεροκάματο, απλοποιώντας το χρόνο,
στρογγυλεύοντας τη ζωή σε δυο μονάχα κανονικά ημισφαίρια,
τό’να φωτεινό και τ’ άλλο σκοτεινό· κ’ ύστερα, στη μικρή σιωπή που
        μεσολαβούσε
ακουγόταν το τελευταίο περσινό φύλλο που ξεκολλούσε απ’ το δέντρο
κ’ έπεφτε μ’ έναν τρομαχτικό κι ανήκουστο θόρυβο ανάμεσα στα
γόνατά τους
κι αυτοί συνέχιζαν πάλι τη δίκαιη κουβέντα τους για το ψωμί και
το αλάτι
ενώ ο Ξένος συνέχιζε μόνος του πιο πέρα.

Έξω απ’ το παράθυρο φωτίζονταν ο αντικρυνός τοίχος
κάτασπρος με το διαγώνιο ήλιο· τραβούσε το βλέμμα· τραβούσε
την ακοή·
δεν ακούγαμε το ίδιο μας το κλάμα. Εκείνα που χάσαμε και χάνουμε,
έλεγε,
εκείνα που έρχονται, προπάντων εκείνα που φτιάχνουμε,
είναι δικά μας, μπορούμε να τα δώσουμε − έτσι έλεγε·−
ακάλεστος, ξένος, απαράδεχτος,
κ’ είταν τα λόγια του σα μια σειρά σταμνιά σε νησιώτικα παράθυρα,
γερά, καλόκαρδα σταμνιά, ιδρωμένα,
θυμίζοντας το δροσερό νερό σε νεανικά στόματα
κι ας αρνιόμαστε το νερό και τη δίψα μας − θυμίζανε,
ή τις γλάστρες με τα βασιλικά, τα γεράνια, την αρμπαρόριζα,
την ώρα που βραδιάζει και γυρίζουν τα ζώα απ’ τη βοσκή,
κι ο χρόνος είναι μαλακός κι απέραντος, διακεκομμένος μόνο απ’ τα
κουδούνια των προβάτων
– διάφορα μέταλλα, διάφοροι ήχοι, διάφορη απόσταση,
πιστοποιώντας την απεραντοσύνη σε κάθε κατεύθυνση
μπροστά ή πίσω, απ’ τό’να ή τ’ άλλο πλάι, πάνω ή κάτω.

[…]

Αρκεί να σπάσουμε την πολιορκία της στιγμής, έλεγε. – Πώς; Πες
μας. Δεν απάντησε.
Αρκεί να θυμηθούμε, – τότε που κόβαμε καλάμια απ’ τους όχτους και
φτιάχναμε κοντάρια,
πετώντας τα πάνω απ’ τα ψηλά αρχοντόσπιτα, δοκιμάζοντας
τη δύναμη των χεριών μας, του ξύλου, του σίδερου, της πέτρας,
του άνεμου,
πολλαπλασιάζοντας ανύποπτα τη δύναμη των χεριών μας,
μαθαίνοντας να κυβερνάμε όχι μόνο το στέρεο μα και το ανάλαφρο.

Η εξοχή μοιραζόταν σε κύκλους μοναξιάς δίπλα στις πικροδάφνες, τις
αλυγαριές, τα βάτα,
τα πουλιά πρωτομάθαιναν τα ονόματά τους, το ίδιο και τα δέντρα και
τα πράγματα
[…]
κι ας ήταν ο κάμπος απέραντος σαν μια αθανασία. Σαν θυμηθούμε,
είπε,
ποτέ δεν έχει περάσει η ώρα αυτού που θυμόμαστε. Τα φραγκόσυκα
δεν έχουν μόνο σχήμα και γεύση – συγκεντρώνουν
έναν κόσμο σπόρους και νοήματα μέσα στην πράσινη τριχωτή
γροθιά τους,
θυμίζουν τις αναβολές μας, θυμίζουν ένα «αργότερα»
σαν συνέχεια της δικής μας παράλειψης,
σαν ελπίδα ανασύνθεσης όλου του κάμπου,
όταν την αυγή τινάζεται ο κορυδαλλός στα ύψη κι ο ύμνος του
κάθετος κ’ ελικοειδής κάνει τη γη να γυρίζει σα σβούρα στην
ανοιχτή μας παλάμη.

[…]
Τότε ακούγονταν απόμακρα
τα όργανα απ’ το πανηγύρι του άλλου χωριού,
στον Άη-Δημήτρη ή πιο πέρα, στα Τάλαντα,
κ’ η στρογγυλή αυριανή βουή πύκνωνε μέσα στις καμπάνες·
ακούγονταν τ’ αλυχτήματα των σκυλιών στα χωράφια, το απόμακρο
βήμα του δραγάτη,
τα χελιδόνια που αναδεύονταν στον ύπνο τους μες στις χλιαρές
φωλιές τους,
οι μυστικές ομιλίες που ρυθμίζανε τη διανομή του νερού στα μποστάνια,
το χτύπημα της τσάπας στο μαλακό υγρό χώμα και πιότερο απ’ όλα
τ’ αστέρια που’παιρναν βαθειές εισπνοές κι αναστενάζαν ήσυχα,
λέγοντας το’να στ’ άλλο, και σε μας, «Τι όμορφη που’ναι η πλάση!»

[…]

Όλα δικά μας, πιο δικά μας με τη μνήμη μας – έλεγε ο Ξένος –
πιο ευτυχισμένα,
οι μυστικοί ελαιώνες στους μικρούς λόφους με τ’ αποστολικά σούρουπα,
τα καλαμένια τσαρδιά των χωρικών κουρνιασμένα στα δέντρα
που τα φώτιζαν μόνο τα μικρά μάτια των πουλιών,
τα δεμάτια οι λυγαριές που μαλακώναμε βδομάδες στο ρυάκι να
φτιάξουμε καλάθια,
τα μελωμένα μαύρα σύκα, παγωμένα απ’ την αυγή, όταν αφήναμε
τα σαντάλια μας
μπροστά στη ρίζα της συκιάς και σκαρφαλώναμε στον ουρανό,
όχι απ’ τη σκάλα, μήτε απ’ τα κλαδιά, μα απ’ τα πατήματα του αγέρα
Κάθε βράδυ – θυμάσαι; –
το μέγα αστέρι σαν το μάτι του παντοκράτορα επιτηρούσε τον ύπνο
των βοσκών και των ψαράδων,
και τα πόδια των γυναικών, όταν βγάζαν τις κάλτσες τους,
είταν πλατιά και φωτεινά – φώτιζαν τις μεγάλες ταράτσες όπου
λιάζαν τη μαύρη σταφίδα,
φώτιζαν τα σκαμνιά και τις πόρτες· πριν κοιμηθούν οι γυναίκες
χτένιζαν τα μακριά μαλλιά τους με ιερατικές κινήσεις
σα νά’βρεχαν τα δάχτυλά τους σε αθώρητα, κάθετα ποτάμια,
σα να συνομιλούσαν μ’ έναν άλλον έρωτα, ενώ οι άντρες είχαν
κιόλας κοιμηθεί […]

Απρόσιτες γυναίκες, δεσποτικές, αυταρχικές, αειπάρθενες,
φιλενάδες της νύχτας, φιλενάδες της μουγγής βλάστησης,
− είχαν συναντηθεί με τις μάγισσες μες στις βαθειές πέτρινες
σπηλιές γεμάτες τυφλές νυχτερίδες,
κι όταν έρριχναν το αλάτι στο φαΐ ποτέ δεν ήξερες τι προετοιμάζανε·
το τσουκάλι, το καζάνι, το τηγάνι
φορούσαν μια προσωπίδα καπνιά· δε μαρτυρούσαν τα μυστικά
της γυναίκας, δε μαρτυρούσαν
τα κρυφά τους βότανα, τους συνδυασμούς της μαγειρικής τους,
τη μοναξιά τους όταν ψιλοκόβουν το μαϊντανό,
όταν σιδερώνουν στην κάμαρα ως αργά, και τις προφταίνει το
φεγγάρι στο ανοιχτό παράθυρο
κι αυτές προσέχουν μην πατήσουν το τετράγωνο του φεγγαριού
πάνω στο πάτωμα
την ώρα που τα σιδερωμένα εσώρρουχα, στοίβα στο τραπέζι,
είναι σαν άκοπα φύλλα βιβλίων που εκείνες τα διάβασαν
και ξέρουν όλα τα μυστικά του σώματός μας.
Εμείς δε γνωρίζουμε
τα ξόρκια τους όταν γυαλίζουν στην αυλή με χώμα τα χαλκώματα
κι αστράφτουν τα χαλκώματα στον ήλιο σαν επίγεια ουράνια
σώματα, κι αστράφτουν
κ’ οι γυναίκες μες στο θρίαμβο της ηγεμονίας τους
μπροστά απ’ τις βουβές στρατιές των κλεισμένων πραγμάτων.

[…]

Κ’ είναι σαν μια έξοδος απ’ το χρόνο, σαν καθήλωση του χρόνου,
σαν κατάργησή του
απ’ την ταχύτητα της σκέψης και της μνήμης και του ονείρου,
κι απ’ την υπομονή της ανθρώπινης πράξης.
Είναι η ένωση, είπε,
του άντρα και της γυναίκας, της σιωπής και της φωνής,
της ζωής και της ποίησης,
και πια το σφύριγμα της σιγαλιάς μέσα στις κλειδαρότρυπες
των σπιτιών δε γίνεται πίσω απ’ τις πλάτες σου
και το φύσημα της νύχτας μες στις τρύπες των άστρων δεν είναι
ένα σύνθημα
για κάποιον άλλον που εσύ δεν τον βλέπεις και υπονοεί εσένα.

[…]

Τότε τα κόκκαλα των Ελλήνων – των Ενετών, των Φράγκων,
των Τούρκων, των Ελλήνων,
θαμμένα κάτω από ολόκληρα βουνά χρόνια και χώματα, αρθρώνονται
έξω απ’ τις πρασινισμένες πανοπλίες τους, και τα σάπια τους ρούχα –
γυμνά σώματα, ευαίσθητα, ακέρια,
στέρεα κ’ ερωτικά, μέσα στην πρώτη γνωριμία των αισθήσεων,
όχι εχθρικά το’να στ’ άλλο, όχι αντίπαλα,
με μόνο τους όπλο την αρχαία επιθυμία τους, το αίμα μας, τη μνήμη μας.
Τα χέρια των αντρών φαρδαίνουν,
ο αντίχειρας γίνεται ένα μεγάλο γεφύρι πάνω απ’ τους αιώνες,
τα βουνά είναι σα γόνιμα στήθεια γυναίκας, λεία κι αγέρωχα,
ογκωμένα απ’ το γάλα.
Και τα ιερά ανθρώπινα εργαλεία
κρέμονται στα καρφιά του σπιτιού, ή στα εργαστήρια,
ήσυχα, σοβαρά, ανεξίθρησκα,
σάμπως να μην υπήρχε χωρισμός και χάσμα κι απουσία και στέρηση.

[…]

Όλα δικά μας – είπε ο Ξένος. – Όλα του κόσμου τούτου –
και τους νεκρούς μας τους κουβαλάμε μέσα μας
χωρίς ο χώρος να στενεύει, χωρίς να βαραίνουμε–
συνεχίζουμε τη ζωή τους απ’ τις βαθειές στοές και τις έρημες ρίζες,
τη δική τους ζωή, τη δική μας ακέρια μες στον ήλιο. Τότε ακριβώς είναι
που γίνεται
μια μεγάλη ησυχία, μια μεγάλη διαφάνεια,
διακρίνονται πέρα τα γαλανά νησιά και τα νησίδια που ποτέ ως τότε δε
φάνηκαν
κι ακούγεται ευδιάκριτα η χορωδία των μικρών κοριτσιών απ’ την
αντίπερα όχθη
των μικρών κοριτσιών που φύγανε νωρίς, αφήνοντας
μισοτελειωμένη την πρώτη τους συνομιλία με μια μαργαρίτα.

Σας έλεγα, λοιπόν, πως δεν υπάρχει ο θάνατος – τελείωσε ο Ξένος
ήμερα, απλά, τόσο που εμείς χαμογελάσαμε χωρίς δισταγμό·
δε φοβηθήκαμε τους σκεπασμένους καθρέφτες.
[...]



ΑΘΗΝΑ Φεβρουάριος 1958




Από τον τόμο «Τέταρτη διάσταση», εκδ. Κέδρος, 28η έκδοση, 1990.

Στην εικόνα: πορτραίτο του Γιάννη Ρίτσου, φιλοτεχνημένο από τον Μπάμπη Ζαφειράτο.