Πέμπτη, 15 Νοεμβρίου 2018

Κωστής Μοσκώφ, "Ποιήματα"




                              ~*~


Φως παρόν και φως άδειο,
φως πέρα από την αγωνία,
φως που ξέχασε την ελπίδα του,
«εσύ,
που κατέχεις μιαν ελευθερία αρχαία»
– και που από αυτήν κατέχεσαι,
ζώντας μέσα στον έρωτα που πηγάζει από την άβυσσο
στο κέντρο της Απουσίας,
φως που κόβεις κάθετα τον Καιρό
και έτσι βλέπω τον Άλλο
– και Τον αγάπησα…





                              ~*~


Ο χρόνος βρήκε πάλι το χρώμα της νιότης του,
ωχρός και γαλάζιος
αναβλύζει μέσα από το χάος·
«χτες, ήμουν μια χώρα έρημη»,
κατοικημένη από τον θάνατο της,
σήμερα,
επληρώθη η γη πάσα της αγάπης σου
είμαι παρών σε όλα της κτίσεώς σου…





                              ~*~


Σ’ αυτόν τον τόπο
ο άνεμος δεν κουράστηκε
τρεις χιλιάδες χρόνια·
– η Ιστορία
τραυλίζει την ταυτότητά της·
τα πράγματα
γίνονται πρόσωπα
– ματώνουν,
καθώς ενσαρκώνονται…
Σιωπή,
«Εσύ που ψιθυρίζεις όλη νύκτα
μέσα μου την ροή σου»
–μυστικό αηδόνι μου
δυο φορές και χίλιες
κελάρι
μιας αγάπης πεθαμένης…





                              ~*~


Αυτό το είδωλο
θέλει να γίνει ζωή·
αυτός ο χρόνος
πάσχει να γίνει Πράξη…
Πρέπει να διώξω τον Καιρό
πριν μιλήσει,
πρέπει να σταματήσω την Ιστορία
πριν γεννηθεί το Πρόσωπο
– έρημο μες στην μοναδικότητά του…





                              ~*~


Τα βράχια αυτά, η θάλασσα,
φωτίζουν μυστικά την νεκρή ψυχή μας
είναι το σώμα μας που περιμένει να γεννηθεί
– διασχίζοντας τα έτη του φωτός
διασχίζοντας τις νύκτες του ανέμου
ζεσταίνοντας με το βλέμμα τους
αιώνες υπομονής τους θεούς που πέθαναν.
Ο έρωτας
που κάποτε κτίσαμε
έμεινε η μόνη μας μνήμη
ανάμεσα στο Τίποτα και στο πιο Τίποτα.





                              ~*~


Πάλεψα με την παγωνιά του πλήθους,
όπως το αηδόνι
μυστικά ξεπέρασα την μνήμη μου,
λησμόνησα τι θα πει χτες
τι σήμερα, τι αύριο…
Μες στον Ακίνητο
δύναμαι το Αιώνιο…





                              ~*~


Τον Νοέμβριο
«οι θεοί κρύβονται», είπες, «στον νου»,
περιμένοντας να τελειώσει ο Βαρδάρης
και συ
σαν αυτόν «που είχε φτιάξει καράβι το φεγγάρι»
περιμένεις να πέσει
«εκείνη η μισή βροχή που ξεχάστηκε»…
Πετώ πάνω από την Ρούμελη,
πάνω από την Απουλία,
μαζί με την χώρα μου πεθάναν και οι Σεμνές,
κι ο Τειρεσίας, σαν τυφλός, είναι στον Άδη
− αμφίς πάντα και τίποτα,
μάντις του πουθενά και του ποτέ…

Κοιμάμαι μόνος, ξέρεις
είκοσι αιώνες τώρα,
στο παλιό διπλό μας κρεβάτι…





                              ~*~


Γεννήθηκα την εποχή του χαλκού
τώρα
δεν με θυμάται πια κανένας
σκεπάσαν τους βωμούς μου δάφνες και φρύγανα.
Πικραμύγδαλο, συ έρωτά μου,
ήπια τρία βαρέλια ρετσίνα στην Δόμνα
χτες, για να ξεχάσω
ρούφηξα τον Αλιάκμονα, τον σφοδρό Βαρδάρη
– οι λιμναίοι οικισμοί της Θεσσαλίας
μείναν ξεροί για χάρη σου.
Περιμένω τρεις χιλιάδες χρόνια να πεθάνω,
αδύναμος να αποσυντεθώ τόσο που σ’ αγαπώ.





                              ~*~


Παράξενα λόγια των ερτζιανών κυμάτων,
χρησμοί παλιών θεών
που τώρα ξεχαστήκανε
και γίναν «οι ψυχές των παγκοσμίων τραγουδιών».
Τα χείλη σου, τα χείλη σου,
Ερμή παλιοτόμαρο,
πάνδημη Αφροδίτη
− να πουλάς κάτω από τον Παρθενώνα
τρεις χιλιάδες χρόνια το ίδιο εμπόρευμα,
το βράδυ
να μένεις ακίνητος,
στην αγκαλιά των Γαλαξιών,
αφουγκραζόμενος την Σιωπή,
το κρυφό νόημά τους…






                              ~*~

                                        στον Βάσια Τσοκόπουλο


Όταν γύρισα στους βράχους της Ιθάκης
είχες ξεχάσει πια ν’ αγαπάς
− κι εγώ να τρώω, για σένα,
δέκα χρόνους παξιμάδι
το αλμυρό κρέας των βοδιών του Υπερίωνα.
Φύγαν τώρα, φύγαν και οι σύντροφοι
φύγαν κι οι δούλοι, δεν είχαμε πια να τους θρέψουμε·
πρώτος μπάρκαρε σ’ ένα γκαζάδικο ό Ελπήνορας,
μετά, μέσα σε λίγες μέρες, και οι άλλοι.
Μείναμε μόνοι
εσύ, εγώ και ο Τηλέμαχος,
μισός πικραμύγδαλο, μισός αγόρι…





Από το βιβλίο «Κωστής Μοσχώφ - Ποιήματα», (Δεύτερη έκδοση με 24 καινούρια ποιήματα), εκδ. Καστανιώτη 1987.

Τετάρτη, 14 Νοεμβρίου 2018

Χριστίνα Καραντώνη, "Σε κλοιό σώματος"





Σε κλοιό σώματος


Σε κλοιό σώματος ασφυκτικό
διαρκώς
επιχειρεί έξοδο
ρήγμα
σεμνήν ανάληψη
χωρίς φωτοβολίδες
στον ουρανό





Για τη θέα


Κάποτε κάστρο
Ερείπιο τώρα
Τι να αλώσεις
όλα ανοιχτά
Μπες για τη θέα
Αν βέβαια αντέχεις
της αποσύνθεσης
την αποφορά





Περιμένοντας το ανέφικτο


Χρόνια περίμενε το ανέφικτο
σε περίκλειστη αίθουσα αναμονής
γυμνή
Ώσπου άσπρισαν τα μαλλιά της
Ξεχείλωσε του λαιμού η καμπύλη
αναποφάσιστη αιωρείται θηλιά κενή
Σε αχρηστία τα χείλη από προσώπου χάθηκαν
       βουβά
Τα μέλη κάμφθηκαν
τεθλασμένες πλέον οι κάποτε ευθείες γραμμές

Στηρίζεται όλη
σε αναμμένα επάνω
από ατσάλι καρφιά





Finale


Και μετά την κοινωνία
σώματος
αίματος
ψυχής
Παραμένει ο πόθος αήττητος
Περισσότερον ασεβής





Στου κειμένου το σώμα


Στου κειμένου το σώμα
ασέλγησε
σβήνοντας ολόκληρες γραμμές
Στα περιθώρια
ανελέητες όμως
ανεξίτηλες
μία μία οι Ερινύες
έθεταν

υπογραφές





Επιτάφιος νόμος

                     τριαντατρία χρόνια ράγισα στις πέτρες
                                     Κ.Θ. Ριζάκης, ο κυρίως ναός


Επιτάφιος νόμος
άλλα τριάντα χρόνια δίσεκτα να
       προστεθούν
κι ακόμα ένα εκ γενετής χωλό
ως χρέος από τον ισολογισμό της γης προς
       τον ουρανό
που μεριμνά το χώμα να διατηρείται
       αρκούντως νωπό
όσο πρέπει
για να ευδοκιμούν μακρά τα φωνήεντα
και τ’ αη-Γιωργιού ανήμερα στην καλύτερή
       τους να είναι στιγμή
για τη γενέθλια κραυγή
τον εαρινό θρήνο
τον ατελεύτητο





Από τη συλλογή «Σε κλοιό σώματος», Εκδόσεις του Φοίνικα, 2016. 

Κυριακή, 11 Νοεμβρίου 2018

Γιάννης Ρίτσος, "Όταν έρχεται ο Ξένος"





ΟΤΑΝ ΕΡΧΕΤΑΙ Ο ΞΕΝΟΣ
(Αποσπάσματα)


Την ώρα που μέναμε κλεισμένοι στη μεγάλη κάμαρα με τους
σκεπασμένους καθρέφτες
ήρθε Εκείνος, ακάλεστος, ξένος – τι ζητούσε;

[…]

Από πού έρχονταν αυτός ο Ξένος; Τι ζητούσε; Ο δρόμος του
ερχόταν απ’ το χτες ή απ’ το αύριο; Στ’ άλουστα μαλλιά του
ήταν στάχτες και σταγόνες δροσιάς – φανερό πως είχε οδοιπορήσει
μες στη νύχτα
κ’ ίσως νά’χε περάσει απ’ τη φωτιά, κάτω απ’ τ’ αποκαΐδια. Στη φωνή
του αναγνωρίζαμε
το τρίξιμο της πόρτας όταν ανοίγουν να μας φέρουν ένα ζεστό,
όταν τα συνεργεία των ξυλουργών στη γειτονιά μας πλανίζουν μεγάλα
σανίδια
για νέες οικοδομές, όταν στον ίσκιο της μάντρας τα θερινά μεσημέρια,
συνάζονται μαστόροι και τεχνίτες, χειρώνακτες και θεληματάρηδες
και κουβεντιάζουν για το μεροκάματο, απλοποιώντας το χρόνο,
στρογγυλεύοντας τη ζωή σε δυο μονάχα κανονικά ημισφαίρια,
τό’να φωτεινό και τ’ άλλο σκοτεινό· κ’ ύστερα, στη μικρή σιωπή που
        μεσολαβούσε
ακουγόταν το τελευταίο περσινό φύλλο που ξεκολλούσε απ’ το δέντρο
κ’ έπεφτε μ’ έναν τρομαχτικό κι ανήκουστο θόρυβο ανάμεσα στα
γόνατά τους
κι αυτοί συνέχιζαν πάλι τη δίκαιη κουβέντα τους για το ψωμί και
το αλάτι
ενώ ο Ξένος συνέχιζε μόνος του πιο πέρα.

Έξω απ’ το παράθυρο φωτίζονταν ο αντικρυνός τοίχος
κάτασπρος με το διαγώνιο ήλιο· τραβούσε το βλέμμα· τραβούσε
την ακοή·
δεν ακούγαμε το ίδιο μας το κλάμα. Εκείνα που χάσαμε και χάνουμε,
έλεγε,
εκείνα που έρχονται, προπάντων εκείνα που φτιάχνουμε,
είναι δικά μας, μπορούμε να τα δώσουμε − έτσι έλεγε·−
ακάλεστος, ξένος, απαράδεχτος,
κ’ είταν τα λόγια του σα μια σειρά σταμνιά σε νησιώτικα παράθυρα,
γερά, καλόκαρδα σταμνιά, ιδρωμένα,
θυμίζοντας το δροσερό νερό σε νεανικά στόματα
κι ας αρνιόμαστε το νερό και τη δίψα μας − θυμίζανε,
ή τις γλάστρες με τα βασιλικά, τα γεράνια, την αρμπαρόριζα,
την ώρα που βραδιάζει και γυρίζουν τα ζώα απ’ τη βοσκή,
κι ο χρόνος είναι μαλακός κι απέραντος, διακεκομμένος μόνο απ’ τα
κουδούνια των προβάτων
– διάφορα μέταλλα, διάφοροι ήχοι, διάφορη απόσταση,
πιστοποιώντας την απεραντοσύνη σε κάθε κατεύθυνση
μπροστά ή πίσω, απ’ τό’να ή τ’ άλλο πλάι, πάνω ή κάτω.

[…]

Αρκεί να σπάσουμε την πολιορκία της στιγμής, έλεγε. – Πώς; Πες
μας. Δεν απάντησε.
Αρκεί να θυμηθούμε, – τότε που κόβαμε καλάμια απ’ τους όχτους και
φτιάχναμε κοντάρια,
πετώντας τα πάνω απ’ τα ψηλά αρχοντόσπιτα, δοκιμάζοντας
τη δύναμη των χεριών μας, του ξύλου, του σίδερου, της πέτρας,
του άνεμου,
πολλαπλασιάζοντας ανύποπτα τη δύναμη των χεριών μας,
μαθαίνοντας να κυβερνάμε όχι μόνο το στέρεο μα και το ανάλαφρο.

Η εξοχή μοιραζόταν σε κύκλους μοναξιάς δίπλα στις πικροδάφνες, τις
αλυγαριές, τα βάτα,
τα πουλιά πρωτομάθαιναν τα ονόματά τους, το ίδιο και τα δέντρα και
τα πράγματα
[…]
κι ας ήταν ο κάμπος απέραντος σαν μια αθανασία. Σαν θυμηθούμε,
είπε,
ποτέ δεν έχει περάσει η ώρα αυτού που θυμόμαστε. Τα φραγκόσυκα
δεν έχουν μόνο σχήμα και γεύση – συγκεντρώνουν
έναν κόσμο σπόρους και νοήματα μέσα στην πράσινη τριχωτή
γροθιά τους,
θυμίζουν τις αναβολές μας, θυμίζουν ένα «αργότερα»
σαν συνέχεια της δικής μας παράλειψης,
σαν ελπίδα ανασύνθεσης όλου του κάμπου,
όταν την αυγή τινάζεται ο κορυδαλλός στα ύψη κι ο ύμνος του
κάθετος κ’ ελικοειδής κάνει τη γη να γυρίζει σα σβούρα στην
ανοιχτή μας παλάμη.

[…]
Τότε ακούγονταν απόμακρα
τα όργανα απ’ το πανηγύρι του άλλου χωριού,
στον Άη-Δημήτρη ή πιο πέρα, στα Τάλαντα,
κ’ η στρογγυλή αυριανή βουή πύκνωνε μέσα στις καμπάνες·
ακούγονταν τ’ αλυχτήματα των σκυλιών στα χωράφια, το απόμακρο
βήμα του δραγάτη,
τα χελιδόνια που αναδεύονταν στον ύπνο τους μες στις χλιαρές
φωλιές τους,
οι μυστικές ομιλίες που ρυθμίζανε τη διανομή του νερού στα μποστάνια,
το χτύπημα της τσάπας στο μαλακό υγρό χώμα και πιότερο απ’ όλα
τ’ αστέρια που’παιρναν βαθειές εισπνοές κι αναστενάζαν ήσυχα,
λέγοντας το’να στ’ άλλο, και σε μας, «Τι όμορφη που’ναι η πλάση!»

[…]

Όλα δικά μας, πιο δικά μας με τη μνήμη μας – έλεγε ο Ξένος –
πιο ευτυχισμένα,
οι μυστικοί ελαιώνες στους μικρούς λόφους με τ’ αποστολικά σούρουπα,
τα καλαμένια τσαρδιά των χωρικών κουρνιασμένα στα δέντρα
που τα φώτιζαν μόνο τα μικρά μάτια των πουλιών,
τα δεμάτια οι λυγαριές που μαλακώναμε βδομάδες στο ρυάκι να
φτιάξουμε καλάθια,
τα μελωμένα μαύρα σύκα, παγωμένα απ’ την αυγή, όταν αφήναμε
τα σαντάλια μας
μπροστά στη ρίζα της συκιάς και σκαρφαλώναμε στον ουρανό,
όχι απ’ τη σκάλα, μήτε απ’ τα κλαδιά, μα απ’ τα πατήματα του αγέρα
Κάθε βράδυ – θυμάσαι; –
το μέγα αστέρι σαν το μάτι του παντοκράτορα επιτηρούσε τον ύπνο
των βοσκών και των ψαράδων,
και τα πόδια των γυναικών, όταν βγάζαν τις κάλτσες τους,
είταν πλατιά και φωτεινά – φώτιζαν τις μεγάλες ταράτσες όπου
λιάζαν τη μαύρη σταφίδα,
φώτιζαν τα σκαμνιά και τις πόρτες· πριν κοιμηθούν οι γυναίκες
χτένιζαν τα μακριά μαλλιά τους με ιερατικές κινήσεις
σα νά’βρεχαν τα δάχτυλά τους σε αθώρητα, κάθετα ποτάμια,
σα να συνομιλούσαν μ’ έναν άλλον έρωτα, ενώ οι άντρες είχαν
κιόλας κοιμηθεί […]

Απρόσιτες γυναίκες, δεσποτικές, αυταρχικές, αειπάρθενες,
φιλενάδες της νύχτας, φιλενάδες της μουγγής βλάστησης,
− είχαν συναντηθεί με τις μάγισσες μες στις βαθειές πέτρινες
σπηλιές γεμάτες τυφλές νυχτερίδες,
κι όταν έρριχναν το αλάτι στο φαΐ ποτέ δεν ήξερες τι προετοιμάζανε·
το τσουκάλι, το καζάνι, το τηγάνι
φορούσαν μια προσωπίδα καπνιά· δε μαρτυρούσαν τα μυστικά
της γυναίκας, δε μαρτυρούσαν
τα κρυφά τους βότανα, τους συνδυασμούς της μαγειρικής τους,
τη μοναξιά τους όταν ψιλοκόβουν το μαϊντανό,
όταν σιδερώνουν στην κάμαρα ως αργά, και τις προφταίνει το
φεγγάρι στο ανοιχτό παράθυρο
κι αυτές προσέχουν μην πατήσουν το τετράγωνο του φεγγαριού
πάνω στο πάτωμα
την ώρα που τα σιδερωμένα εσώρρουχα, στοίβα στο τραπέζι,
είναι σαν άκοπα φύλλα βιβλίων που εκείνες τα διάβασαν
και ξέρουν όλα τα μυστικά του σώματός μας.
Εμείς δε γνωρίζουμε
τα ξόρκια τους όταν γυαλίζουν στην αυλή με χώμα τα χαλκώματα
κι αστράφτουν τα χαλκώματα στον ήλιο σαν επίγεια ουράνια
σώματα, κι αστράφτουν
κ’ οι γυναίκες μες στο θρίαμβο της ηγεμονίας τους
μπροστά απ’ τις βουβές στρατιές των κλεισμένων πραγμάτων.

[…]

Κ’ είναι σαν μια έξοδος απ’ το χρόνο, σαν καθήλωση του χρόνου,
σαν κατάργησή του
απ’ την ταχύτητα της σκέψης και της μνήμης και του ονείρου,
κι απ’ την υπομονή της ανθρώπινης πράξης.
Είναι η ένωση, είπε,
του άντρα και της γυναίκας, της σιωπής και της φωνής,
της ζωής και της ποίησης,
και πια το σφύριγμα της σιγαλιάς μέσα στις κλειδαρότρυπες
των σπιτιών δε γίνεται πίσω απ’ τις πλάτες σου
και το φύσημα της νύχτας μες στις τρύπες των άστρων δεν είναι
ένα σύνθημα
για κάποιον άλλον που εσύ δεν τον βλέπεις και υπονοεί εσένα.

[…]

Τότε τα κόκκαλα των Ελλήνων – των Ενετών, των Φράγκων,
των Τούρκων, των Ελλήνων,
θαμμένα κάτω από ολόκληρα βουνά χρόνια και χώματα, αρθρώνονται
έξω απ’ τις πρασινισμένες πανοπλίες τους, και τα σάπια τους ρούχα –
γυμνά σώματα, ευαίσθητα, ακέρια,
στέρεα κ’ ερωτικά, μέσα στην πρώτη γνωριμία των αισθήσεων,
όχι εχθρικά το’να στ’ άλλο, όχι αντίπαλα,
με μόνο τους όπλο την αρχαία επιθυμία τους, το αίμα μας, τη μνήμη μας.
Τα χέρια των αντρών φαρδαίνουν,
ο αντίχειρας γίνεται ένα μεγάλο γεφύρι πάνω απ’ τους αιώνες,
τα βουνά είναι σα γόνιμα στήθεια γυναίκας, λεία κι αγέρωχα,
ογκωμένα απ’ το γάλα.
Και τα ιερά ανθρώπινα εργαλεία
κρέμονται στα καρφιά του σπιτιού, ή στα εργαστήρια,
ήσυχα, σοβαρά, ανεξίθρησκα,
σάμπως να μην υπήρχε χωρισμός και χάσμα κι απουσία και στέρηση.

[…]

Όλα δικά μας – είπε ο Ξένος. – Όλα του κόσμου τούτου –
και τους νεκρούς μας τους κουβαλάμε μέσα μας
χωρίς ο χώρος να στενεύει, χωρίς να βαραίνουμε–
συνεχίζουμε τη ζωή τους απ’ τις βαθειές στοές και τις έρημες ρίζες,
τη δική τους ζωή, τη δική μας ακέρια μες στον ήλιο. Τότε ακριβώς είναι
που γίνεται
μια μεγάλη ησυχία, μια μεγάλη διαφάνεια,
διακρίνονται πέρα τα γαλανά νησιά και τα νησίδια που ποτέ ως τότε δε
φάνηκαν
κι ακούγεται ευδιάκριτα η χορωδία των μικρών κοριτσιών απ’ την
αντίπερα όχθη
των μικρών κοριτσιών που φύγανε νωρίς, αφήνοντας
μισοτελειωμένη την πρώτη τους συνομιλία με μια μαργαρίτα.

Σας έλεγα, λοιπόν, πως δεν υπάρχει ο θάνατος – τελείωσε ο Ξένος
ήμερα, απλά, τόσο που εμείς χαμογελάσαμε χωρίς δισταγμό·
δε φοβηθήκαμε τους σκεπασμένους καθρέφτες.
[...]



ΑΘΗΝΑ Φεβρουάριος 1958




Από τον τόμο «Τέταρτη διάσταση», εκδ. Κέδρος, 28η έκδοση, 1990.

Στην εικόνα: πορτραίτο του Γιάννη Ρίτσου, φιλοτεχνημένο από τον Μπάμπη Ζαφειράτο.

Τρίτη, 6 Νοεμβρίου 2018

Γιώργης Παυλόπουλος, "Τα αντικλείδια"





Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΚΑΙ ΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ

                                  Χαιρετισμός στον Jorge Luis Borges


Κοιμάται και το φεγγάρι τον κατέχει.

Είναι ο δρόμος μέσα στο φεγγάρι
ένα σακούλι κόκαλα και τ’ άλογο.
Είναι το τούλι της αγάπης του
η σάρκα της ο άμμος και η ερημιά.
Είναι το λασπωμένο πρόσωπο της Άρτεμης
κι ο Αλφειός κατεβαίνοντας ανάμεσα στ’ αηδόνια.
Είναι το φοβερό φαράγγι που κανείς δεν το πέρασε.
Είναι το άχερο του Χρόνου που πέφτει αιώνια
στη θάλασσα της λησμονιάς. Είναι το αναπότρεπτο:
η τελευταία φορά που θα ιδείς το φεγγάρι χωρίς να το ξέρεις.

Και βέβαια δεν είναι τίποτα απ’ όλα τούτα.
Είναι μονάχα το ποίημα που πέρασε στον ύπνο του
και μάταια θα παλεύει να θυμηθεί μετά
κι όταν ακόμα θα το έχει φτάσει σε τούτη τη γραφή.





ΤΟ ΑΓΑΛΜΑ ΚΑΙ Ο ΤΕΧΝΙΤΗΣ

                                  Στην Ισμήνη και στον Στέλιο Τριάντη


Σαν έκλεινε το μουσείο
αργά τη νύχτα η Δηιδάμεια
κατέβαινε από το αέτωμα.
Κουρασμένη από τους τουρίστες
έκανε το ζεστό λουτρό της και μετά
ώρα πολλή μπροστά στον καθρέφτη
χτένιζε τα χρυσά μαλλιά της.
Η ομορφιά της ήταν για πάντα
σταματημένη μες στο χρόνο.

Τότε τον έβλεπε πάλι εκεί
σε κάποια σκοτεινή γωνιά να την παραμονεύει.
Ερχόταν πίσω της αθόρυβα
της άρπαζε τη μέση και το στήθος
και μαγκώνοντας τα λαγόνια της
με το ένα του πόδι
έμπηγε τη δυνατή του φτέρνα
στο πλάι του εξαίσιου μηρού της.

Καθόλου δεν την ξάφνιαζε
κάθε φορά που της ριχνόταν.
Άλλωστε το περίμενε το είχε συνηθίσει πια.
Αντιστεκόταν τάχα σπρώχνοντας
με τον αγκώνα το φιλήδονο κεφάλι του
και καθώς χανόταν όλη
μες στην αρπάγη του κορμιού του
τον ένιωθε να μεταμορφώνεται
σιγά σιγά σε κένταυρο.

Τώρα η αλογίσια οπλή του
την πόναγε κάπου εκεί
γλυκά στο κόκαλο
και τον ονειρευότανε παραδομένη
ανάμεσα στο φόβο της και τη λαγνεία του
να τη λαξεύει ακόμη.





ΤΟ ΚΟΥΤΙ


Λίγο σκοτάδι από τα μαλλιά της κι ένα γιασεμί
Το γράμμα που επινόησα για κάποιον τάχα Βλαντιμίρ κι έβαλα
τη Βάλια Νελαβίτσκι να μου το γράψει στα ρώσικα για να
τη δαιμονίσω.
Ένα σαλιγκάρι γυάλινο από τη Σκωτία κι ένα νόμισμα
Βασιλέως Δημητρίου του Πολιορκητή δώρα του Πήτερ
από τα ταξίδια του
Η πέτρα με το στίχο: Et jamais je ne pleure et jamais je ne ris.
Το καλειδοσκόπιο που γύρευα στα παιδικά μου χρόνια και
το βρήκα σε κείνο το κινέζικο μαγαζί κοντά στο Ορλάντο.
Ένα φύλλο κισσού από τον τάφο του στο κοιμητήριο του Όβερ συρ
Οάζ σα να ’ναι το κομμένο του αυτί.
Το ένα σκουλαρίκι της Ελένης.
Η γκρίζα γραβάτα που μου χάρισε ο διαβόητος Στοππάκιος
Παπένγκους βρόχος για μένα όταν τη φορώ.
Ένα χαρτάκι από τσιγάρα με το τηλέφωνο της Πέλιας
που δεν θα πάρω ποτέ.
Όλα τούτα φυλαγμένα σ’ ένα φλωρεντινό κουτί.
Κι ακόμη το κομπολόι του Ποιητή – ενενήντα εννέα χάντρες
πέντε κοράλλια και μια γαλάζια φούντα.
Τριάντα τρεις να πας μέσα στον κόσμο
τριάντα τρεις ν’ ανέβεις στον ουρανό
τριάντα τρεις να κατεβείς στον Άδη.
Και τα κοράλλια πέντε όσα και οι αισθήσεις.
Και η γαλάζια φούντα ο άπειρος κυματισμός των ποιημάτων.









ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΔΕΙΛΙΝΟ


Κάπου εκεί
κατά το άβατο μέρος του κήπου
είδανε το πρώτο δειλινό
σαν ένα χρυσό πιθάρι
που κατρακύλαγε ανάμεσα στα κρίνα
κι από μέσα χυνόταν
μέλι μαύρο
η νύχτα.

Φιλήθηκαν χωρίς να ξέρουν
τι ήταν φιλί
χωρίς να ξέρουν
πως από κείνο το χρυσαφένιο φως
που τα μάτια τους βλέπανε για πρώτη φορά
είχανε γεννηθεί οι λέξεις
κήπος φιλί κρίνα πιθάρι νύχτα
σημαίνοντας τον έρωτα
στα σκοτεινά του βάθη.





ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ


Φεύγει νύχτα μ’ ένα παλιό αμάξι
γέρος πια φοράει μαύρα.
Ποιος είναι και πού πηγαίνει
κανείς δεν ξέρει.
Μέσα στη σκέψη του υπάρχει το ποίημα
που ποτέ δεν θα γράψει.
Τόσο αόριστο σαν τη ζωή του.
Μέσα στο κούφιο μπαστούνι του
υπάρχει ένα φίδι χρυσό.
Καθώς θα το τυλίγει απόψε στο λαιμό της
σε κάποιο ελεεινό ξενοδοχείο
θα τον κοιτάζει στον καθρέφτη
χλωμός ο άλλος εαυτός του.
Αυτός που χρόνια φτιάχνει το ποίημα
καλπάζοντας τώρα στο πλάι του
και ανάβοντας ολοένα τ’ άλογα που έχουν μεθύσει
απ’ το σκοτάδι και τη λάσπη.





ΤΑ ΑΝΤΙΚΛΕΙΔΙΑ


Η Ποίηση είναι μια πόρτα ανοιχτή.
Πολλοί κοιτάζουν μέσα χωρίς να βλέπουν
τίποτα και προσπερνούνε. Όμως μερικοί
κάτι βλέπουν, το μάτι τους αρπάζει κάτι
και μαγεμένοι πηγαίνουνε να μπουν.
Η πόρτα τότε κλείνει. Χτυπάνε μα κανείς
δεν τους ανοίγει. Ψάχνουνε για το κλειδί.
Κανείς δεν ξέρει ποιος το έχει. Ακόμη
και τη ζωή τους κάποτε χαλάνε μάταια
γυρεύοντας το μυστικό να την ανοίξουν.
Φτιάχνουν αντικλείδια. Προσπαθούν.
Η πόρτα δεν ανοίγει πια. Δεν άνοιξε ποτέ
για όσους μπόρεσαν να ιδούν στο βάθος.
Ίσως τα ποιήματα που γράφτηκαν
από τότε που υπάρχει ο κόσμος
είναι μια ατέλειωτη αρμαθιά αντικλείδια
για ν’ ανοίξουμε την πόρτα της Ποίησης.

Μα η Ποίηση είναι μια πόρτα ανοιχτή.





Από τη συλλογή «Τα αντικλείδια» (1988).
Πηγή: «Γιώργης Παυλόπουλος - Ποιήματα (1943-2008)», εκδ. Κίχλη, 2017.

Στην πάνω εικόνα: Σύμπλεγμα Κενταύρου και Λαπιθίδας, λεπτομέρεια από το δυτικό αέτωμα του ναού του Δία στην Ολυμπία, 472-456 π.Χ.