Τετάρτη, 31 Οκτωβρίου 2018

Νίκος Εγγονόπουλος, "Μην ομιλείτε εις τον οδηγόν"




Τελ Αβίβ


η Ελεωνόρα
η χρυσή κόρη
έπαιζε άρπα
με τα ωραία
λευκά της
χέρια

από την άρπα
όμως
δεν ακουγότανε
ήχος κανείς

όλη η μουσική
ήτανε
μέσα
στα έμορφά της μάτια
ανάμεσα
στα πράσινά της τα μαλλιά

από την άρπα
όμως
βγήκαν
το ένα κατόπιν του άλλου
ένα πουλί
μια πλάκα πράσινο σαπούνι
κι’ ένα
σίδερο
του σιδερώματος
− από τα κοινότατα −
αυτά ακριβώς
που οι Ζυγιώται
ονομάζουν
εν ώρα καταιγίδας
Ars Amantis





Ο μυστικός ποιητής

                        hommage a raveL

η σκιά της λίμνης
απλώνονταν μέσ’ στο δωμάτιο
και κάτω από κάθε καρέκλα
κι’ ακόμη κάτω απ’ το τραπέζι
και πίσω απ’ τα βιβλία
και μέσ’ στα σκοτεινά βλέμματα
των γύψινων προπλασμάτων
ακούγονταν σαν ψίθυρος
το τραγούδι τής
μυστικής ορχήστρας
του νεκρού ποιητή

και τότε μπήκε η γυναίκα που περίμενα
τόσον καιρό
ολόγυμνη
μέσ’ στ’ άσπρα ντυμένη
κάτω απ’ το φως του φεγγαριού
με τα μαλλιά λυμένα
με κάτι μακριά πράσινα χορτάρια μέσα στα μάτια
που κυματίζανε αργά
ωσάν τις υποσχέσεις
που δεν δοθήκανε ποτές
σε μακρινές άγνωστες πόλεις
και σ’ άδεια
ερειπωμένα
εργοστάσια

κι’ έλεγα να χαθώ κι’ εγώ
σαν το νεκρό ποιητή
μέσα στα μακριά
μαλλιά της
με κάτι λουλούδια
π’ ανοίγουν το
βράδυ
και
κλείνουν
το πρωί
με κάτι ψάρια ξερά
που κρέμασαν
μ’ ένα σπάγγο
ψηλά
στην καρβουναποθήκη

κι’ έτσι να φύγω
μακριά
απ’ την οχλαγωγή
και το θόρυβο
του σκοπευτηρίου
να φύγω μακριά
μέσ’ στα σπασμένα
τζάμια
και να ζήσω
αιώνια
πάνω στο ταβάνι
έχοντας όμως
πάντα
μέσα στα μάτια
τα μυστικά τραγούδια
της νεκρής ορχήστρας
του
ποιητή





Νυκτερινή Μαρία


Την επομένην ακριβώς του θανάτου μου, ή μάλλον της θανατώσεώς μου, πήρα να διαβάσω όλες τις εφημερίδες, για να μάθω όσο το δυνατόν περισσοτέρας λεπτομερείας ως προς τα της εκτελέσεώς μου. Φαίνεται ότι ωδηγήθην εις το ικρίωμα υπό αυστηράς συνοδείας. Φορούσα, λέει, κιτρίνου χρώματος επενδύτην, δικτυωτόν λαιμοδέτην και περικεφαλαίαν. Τα μαλλιά μου ήτανε όμοια με βούρτσα, ίσως μπογιατζή, ίσως πιτυοκάμπτη. Κατόπι πετάξανε το πτώμα μου μακριά, σ’ ένα βαλτοτόπι, όπου ήτανε άλλοτε λημέρι του γάλλου Καρτεσίου κι’ όπου βρισκόταν επίσης, χρόνια τώρα, βορά των ορνέων και μιας ιεροδούλου λεγομένης Ευτέρπης, το ένδοξο πτώμα του αειμνήστου Καραμανλάκη. Κι’ ενώ πολλά ελέγοντο ιεροκρυφίως, ότι κατά την εποχήν εκείνην ευρισκόμουνα, κατ’ άλλους μεν στο Μαρακαΐμπο της Νοτίου Αμερικής, κατ’ άλλους δε στον Πειραιά, στο Πασσά Λιμάνι, εγώ βρισκόμουνα απλούστατα στο Ελμπασσάν (της Αλβανίας). Και το μόνο πράμα της προκοπής, που έτυχε να διαβάσω εκείνες τις ημέρες, ήτανε μια μακροσκελέστατη επιστολή του Ιταλού Γουλιάμου Τσίτζη, του εγκαρδίου και μοναδικού μου φίλου, τον οποίον άλλωστε δεν γνώρισα ποτέ και για τον οποίον αμφιβάλλω ακόμα κι’ αν υπάρχη. Με λίγες λέξεις, όλο το περιεχόμενο της επιστολής του αυτής ήτανε το εξής: «Είσαι», έλεγε, υπονοών βέβαια την Πολυξένην, «είσαι ένα παλιό γραμμμόφωνο με μπρούντζινο χουνί κάτω από ένα μαύρο πανί».





Από τη συλλογή «Μην ομιλείτε εις τον οδηγόν», 1938.

Στην εικόνα: Νίκος Εγγονόπουλος, «Ποιητής και χωρικός», 1965.