Κυριακή, 28 Οκτωβρίου 2018

Τάσος Λειβαδίτης, "Ανακάλυψη"






AΝΑΚΑΛΥΨΗ

Κι όπως όλοι σε αγνόησαν έγινες η μεγάλη άγνωστη έρημος,
όπου πολλοί θ’ αφήσουν τα κόκαλά τους…





ΤΟ ΕΓΚΛΗΜΑ, Ο ΠΟΙΗΤΗΣ
ΚΑΙ ΜΕΡΙΚΑ ΜΗΛΑ


ΓΕΝΝΑΙΟΔΩΡΙΑ


Ευτυχώς πέθανε νέος. αφήνοντας πολλές άγραφες σελίδες στους μεταγενέστερους ή μάλλον για να μην επαναπαύονται της πόλης οι μεγάλες πυρκαγιές,
έτσι που κι οι φτωχοί να έχουν λίγο καπνό στη στέγη τους κι οι άτολμοι ένα μακρύτερο ταξίδι κι οι ποιητές να ξεδιπλώνουν βιαστικά τα χρωματιστά υφάσματα
πάνω απ’ τους απαίσιους οιωνούς.




ΣΧΕΔΙΟ ΓΙΑ ΚΑΤΙ ΠΙΟ ΠΟΛΥ

Στη μνήμη του Μέμου Παναγιωτόπουλου
και του Τάσου Σπυρόπουλου


Παραλείποντας, λοιπόν, τα σκοτεινά ενδιάμεσα της διήγησης, θ’ αναφερθώ μόνο στο ότι έπρεπε να κλαίμε σιγανά, γιατί ο ιδιοκτήτης μάς απαγόρευε τα όνειρα και μόνο το χέρι της άρρωστης, (που σε λίγο θα πέθαινε), διέφευγε την προσοχή του, καμιά φορά, κι άγγιζε ένα μήλο στον κήπο
κι ύστερα, όταν φύγαμε, αυτός ο κήπος μάς ακολούθησε, έτσι κανείς δεν πέρασε δίπλα μας χωρίς να του αφήσουμε μιαν αλησμόνητη εντύπωση, όπως το βράδυ καθώς ανάβεις τη λάμπα, εκείνη σ’ ευγνωμονεί με τη φωτισμένη σκάλα ή όπως τόσοι θάνατοι για να συμπληρώσει το κυπαρίσσι
το αληθινό του νόημα.





ΒΙΟΙ ΠΑΡΑΛΛΗΛΟΙ

I

Δεν μας απόμεινε παρά η αναπόληση, σαν το μαύρο χνάρι πάνω μας
από μια παλιά πανοπλία, ερπετά κοιμούνται τώρα μέσα στα τύμπανα
και στις αυλές, ανάμεσα στ’ ακάθαρτα ζώα, μας απλώνουν, καμιά φορά, το χέρι τους οι Σκιές.
Κανείς δε μας συγχώρησε που ζήσαμε σιωπηλοί, με χαμηλωμένο το βλέμμα,
κι όταν αύριο οι εκτιμητές, ήρεμοι στο περιστύλιο, θ’ αρχίσουν τον απολογισμό,
θα τους φανούμε δειλοί ή το λιγότερο μικρόψυχοι. Όμως αυτό το άστρο στον ουρανό
είναι η πέτρα που ’χαμε στο στόμα, μη και ξεφύγει ο στεναγμός μας.





ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ


Επιστροφή απ’ το φαρμακείο

Συνέβη χωρίς ποτέ να καταλάβω πώς − η μητέρα είχε πονοκέφαλο, θυμάμαι, και μ’ έστειλαν στο φαρμακείο,
στο γυρισμό, είναι η αλήθεια, χάζεψα λίγο, κορόιδεψα έναν γέρο, τρόμαξα με μια πέτρα δυο πουλιά
κι ώσπου να στρίψω πάλι το δρόμο
ούτε σπίτι, ούτε νεότητα πια.




Απροσδόκητος χρόνος

Όταν αρχίζει η μαύρη νοσταλγία κι ο πνιγμένος θυμάται το σπίτι,
ενώ στη μισοσκότεινη κάμαρα οι εραστές ξαναβάζουν τη νεκρική μάσκα που τους είχε πέσει
και κατεβαίνουν τη σκάλα ολομόναχοι − εδώ και χιλιάδες χρόνια.




Απαγορεύεται η έξοδος

Νύχτα. Μονάχα τ’ άστρα. Και πέρα το βάθος του ολάνοιχτου ορίζοντα−
εκεί που πάνε οι άνθρωποι χωρίς τα ονόματά τους.




Οι λέξεις

Κάθε στιγμή κινδυνεύουμε, αλλά κανείς − οι φωτογραφίες στον τοίχο, τα έπιπλα, οι αναμνήσεις, το κλειδί,
στέκονται εκεί, ανήμπορα να σε βοηθήσουν − όπως οι λέξεις
μόλις τελειώσει το ποίημα.




Σε μια γυναίκα

Θυμάσαι τις νύχτες; Για να σε κάνω να γελάσεις περπατούσα πάνω το γυαλί της λάμπας.
«Πώς γίνεται αυτό;» ρώταγες. Μα ήταν τόσο απλό
αφού μ’ αγαπούσες





ΕΚΚΡΕΜΟΤΗΤΕΣ


ΘΑΥΜΑΤΑ ΠΟΥ ΑΠΟΣΙΩΠΗΘΗΚΑΝ


Ο ήλιος βγαίνει συνήθως αμέσως μετά την εκτέλεση,
οι οργανοπαίχτες κλέβουν μήλα στην εξοχή ή κλαίνε μες το καπέλο τους
κι οι φοβισμένοι, λένε, ξέρουν όλους τους φανοστάτες με τα μικρά ονόματά τους,
όπως κι εκεί που δεν σ’ άφησαν να μπεις υπήρχε εντούτοις μια πόρτα,
έριξες, λοιπόν κι εσύ ωραία ωραία μέσα στα ρούχα σου όλα τα κόκαλά σου
σαν μια μαγείρισσα που τυλίγει την ποδιά της ανάμεσα σε δυο πολέμους −
ταπείνωση. που για να σε πω, πρέπει να ταπεινώσω τόσο τις λέξεις που θα πεθάνουν,
μιλώντας πάντα χαμηλόφωνα για να μη σας περιφρονώ,
σαν τον στρατιώτη που σωπαίνει ώσπου να γίνει δαμασκηνιά
ή κάποιον που δεν τον πρόσεξαν κι αργοπορεί μέσα στο φέρετρό του
και το ηλίθιο καφενείο όπου ο πατέρας έσερνε το πόδι του σαν ένα κρίμα −
ώ, αν μπορούσα να ριζώσω στους βραδινούς θορύβους της κουζίνας, δε θα πέθαινα ποτέ,
σαν τον αέρα αυτού του εγκλήματος που διασχίζει τις εποχές
ή σαν τον ωραίο ποιητή που γίνεσαι όταν δεν έχεις τίποτ’ άλλο στον κόσμο.




Ο ΕΠΙΛΟΓΟΣ


Κι αν έφτασα τόσο μακριά, ήταν για να μην ακούσω που δε μου αποκρίθηκαν
κι αχ, πλανήθηκα πολύ σε δρόμους, ακολουθώντας τούτο η εκείνο,
κληρονόμος μιας ανεξήγητης ώρας: τότε που όλα θα εξηγηθούν,
χωρίς λόγια ή και χωρίς να υπάρχουμε καν −
όταν, τέλος, ξαναγύρισα η πόλη είχε λεηλατηθεί, τα βαγόνια αναποδογυρισμένα,
η εξέγερση ήταν πια παρελθόν κι όσοι απόμεναν όρθιοι πυροβολούσαν ακόμα
για ένα φτωχό έπαθλο στα υπαίθρια σκοπευτήρια
και το βράδυ «τι ώρα είναι;» ρωτάς, «οχτώ» σου απαντάνε, με τέτοιες άθλιες βεβαιότητες ζούμε
και κανείς δεν είδε το έγκλημα − αφού το τέλειο έγκλημα έγινε
εκεί που δεν μπορεί πια τίποτα να συμβεί. Όμως εγώ υπήρξα ανυπόμονος
σαν κάποιον που ανοίγει την ομπρέλα του σε καιρούς ξηρασίας (ίσως γιατί δε θέλει να ξεχάσει),
ή κάποιον που ντύνεται γυναίκα για να πει ένα ψέμα ακόμα παιδικό −
μη μ’ αδικείτε, λοιπόν, αν έκλεισα τα μάτια, ήταν για να υπερασπίσω τον κόσμο
ή θυμόμουν τα χέρια της μητέρας καθώς έβαζαν τη σκούπα πίσω απ’ τη χαλαρωμένη πόρτα − στερεώνοντας ίσως κάτι πιο μακρινό,
ενώ το κοιμητήρι, αντίκρυ, θρόιζε απαλά, σαν το σύντομο επίλογο ενός μυστηρίου.





Από τη συλλογή «Ανακάλυψη» (1977), που περιλαμβάνεται στο συγκεντρωτικό έργο «Τάσος Λειβαδίτης - Ποίηση, (Τόμος δεύτερος 1972 - 1977)», εκδ. Κέδρος 2003, 8η έκδοση.

Στην εικόνα: πορτραίτο του Τάσου Λειβαδίτη, φιλοτεχνημένο από τον Μπάμπη Ζαφειράτο.