Παρασκευή, 19 Οκτωβρίου 2018

Αρθούρος Ρεμπώ, "Φωτισμοί"




ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ


«Η σημαία προχωρεί στο αποκρουστικό τοπίο, και η χωριάτικη ομιλία μας πνίγει το ταμπούρλο.
«Στα κέντρα θα τροφοδοτήσουμε την πιο πυκνή πορνεία. Θα πνίξουμε στο αίμα τις λογικές επαναστάσεις.
«Στις ακόλαστες και εκφυλισμένες χώρες ! υπηρετώντας τις πιο κτηνώδεις βιομηχανικές ή στρατιωτικές εκμεταλλεύσεις.
«Καλή αντάμωση εδώ, οπουδήποτε. Καλόπιστοι νεοσύλλεκτοι θ’ αποκτήσουμε την άγρια φιλοσοφία· αγνοώντας την επιστήμη, μαρτυρώντας στον τροχό για τις ανέσεις· ο θάνατος για τον κόσμο που φεύγει. Είναι η πραγματική πορεία.
Εμπρός, δρόμο !»





ΠΟΛΕΜΟΣ


Όταν ήμουνα παιδί, κάποιοι ουρανοί ξεκαθάρισαν την όρασή μου: όλοι οι χαρακτήρες χρωμάτισαν την προσωπικότητά μου. Διαταράχτηκαν τα Φαινόμενα. - Τώρα, η αιώνια ροή των στιγμών και η απεραντοσύνη των μαθηματικών με διώχνουν απ’ αυτό τον κόσμο όπου υπομένω όλες τις επιτυχίες του πολίτη, σεβαστός για την παράξενη παιδική μου ηλικία και για τα απέραντα πάθη. - Σκέπτομαι ένα πόλεμο, για το δίκιο ή για τη βία, με πολύ αναπάντεχη λογική.

Είναι τόσο απλό, όσο μια μουσική φράση.





ΦΡΑΣΕΙΣ
(Επιλογές)


Όταν είμαστε πολύ δυνατοί, - ποιος υποχωρεί; πολύ εύθυμοι, - ποιος γίνεται γελοίος;  Αν είμαστε πολύ κακοί, - τι θα μας έκαναν;
Στολιστήτε, χορέψτε, γελάστε. - Δε θα μπορέσω ποτέ να πετάξω την Αγάπη απ’ το παράθυρο.




Ένα συννεφιασμένο πρωινό, τον Ιούλιο. Μια γεύση από στάχτες πλανιέται στον αέρα· - μια μυρωδιά από ξύλα που ιδρώνουν μέσα στο τζάκι, - τα μουσκεμένα λουλούδια, - η καταστροφή των περιπάτων, - η ψιλή βροχή των καναλιών ανάμεσα στα χωράφια, - γιατί από τώρα τα παιχνίδια και το λιβάνι;




Τέντωσα σχοινιά από καμπαναριό σε καμπαναριό· γιρλάντες από παράθυρο σε παράθυρο· χρυσές αλυσίδες από άστρο σε άστρο, και χορεύω.




Όσο το δημόσιο χρήμα κυλά σε γιορτές αδελφότητας, χτυπά μια καμπάνα από ρόδινη φωτιά μέσα στα σύννεφα.





ΕΡΓΑΤΕΣ


Ω αυτό το ζεστό πρωινό του Φεβρουαρίου! Ο άκαιρος Νότος έρχεται να ξυπνήσει τις αναμνήσεις μας, παράλογων φτωχών, τη νεανική μας αθλιότητα.
Η Henrika είχε μια φούστα μπαμπακερή με άσπρα και καφετιά καρρώ, που έπρεπε να φοριέται τον τελευταίο αιώνα, μια σκούφια με κορδέλες, και ένα μεταξωτό μαντήλι. Ήταν πολύ πιο θλιβερό από ένα πένθος. Κάναμε μια βόλτα στα προάστεια. Ο καιρός ήταν συννεφιασμένος, και αυτός ο άνεμος του Νότου ζωντάνευε όλες τις άσχημες μυρωδιές των ρημαγμένων περιβολιών και των ξεραμένων λιβαδιών.
Αυτό, δεν έπρεπε να κουράζη τη γυναίκα μου όσο έμενα. Μέσα σε μια λακκούβα που είχε μείνει από την πλημμύρα του περασμένου μήνα σ’ ένα αρκετά ψηλό μονοπάτι, μου έδειξε πολύ μικρά ψάρια.
Η πόλη, με την καπνιά της και με τους θορύβους της δουλειάς, μας ακολουθούσε πολύ μακριά μέσα στους δρόμους. Ω ο άλλος κόσμος, η κατοικία η ευλογημένη από τον ουρανό και τις σκιές! Ο νότος μού θύμιζε τα θλιβερά γεγονότα της παιδικής μου ηλικίας, τις καλοκαιρινές μου απελπισίες, τη φοβερή ποσότητα δύναμης και γνώσης που η τύχη απομάκρυνε πάντα από μένα. Όχι! δε θα περάσουμε το καλοκαίρι σ’ αυτή τη φιλάργυρη χώρα όπου δε θάμαστε ποτέ παρά αρραβωνιασμένα ορφανά. Θέλω αυτό το σκληραγωγημένο μπράτσο να μη σέρνη πια μια αγαπημένη εικόνα.



Μετάφραση: Εύα Μυλωνα






Ο Arthur Rimbaud γεννήθηκε στις 20 Οκτωβρίου 1854 στη Charleville κοντά στα βελγικά σύνορα.
Από μικρός εκφράζεται με ωριμότητα σπάνια για την ηλικία του· μόλις δέκα χρονών γράφει το κείμενο «Ο ήλιος ήταν ακόμα ζεστός...». Γύρω στα δεκατέσσερα, συνθέτει τέλειους στίχους στα λατινικά που δημοσιεύονται και βραβεύονται. Το 1869 γράφει το πρώτο του ποίημα στα γαλλικά «Τα πρωτοχρονιάτικα δώρα των ορφανών», που δημοσιεύεται σε περιοδικό.
Το 1870 γράφει πολλά ποιήματα σε στίχο, που προκαλούν μεγάλο ενδιαφέρον στους γνωστούς ποιητές της εποχής. Το καλοκαίρι αυτής της χρονιάς το σκάει απ’ το σπίτι του για το Παρίσι, ελπίζοντας να δει από κοντά την πτώση του Ναπολέοντα του τρίτου· στο τρένο συλλαμβάνεται γιατί δεν έχει να πληρώσει το εισιτήριο και φυλακίζεται. Λίγες μέρες μετά γυρίζει σπίτι του, απ’ όπου ξαναφεύγει αμέσως για το Βέλγιο με τα πόδια, θέλοντας να δουλέψει σαν δημοσιογράφος. Φτάνει μέχρι τις Βρυξέλλες, αλλά απογοητευμένος από τη δημοσιογραφία την εγκαταλείπει. Στο διάστημα αυτό γράφει μερικά από τα καλύτερα ποιήματά του. Το 1871 διαβάζει βιβλία μαγείας και σοσιαλιστικά συγγράμματα. Τρίτη φυγή· στο Παρίσι όπου τριγυρίζει για δεκαπέντε μέρες. Καταστρώνει ένα σχέδιο κομμουνιστικού συντάγματος που το χειρόγραφό του χάθηκε. Την άνοιξη αυτής της χρονιάς αναπτύσσει σε δύο γράμματα σε φίλους του, τις επαναστατικές ιδέες του για την ποίηση. Το πρώτο στον G. Izambard στις 13 Μαΐου και το δεύτερο στον P. Demeny στις 15 Μαΐου 1871· αυτό είναι το περίφημο γράμμα του «οραματιστή».
Περνά μια έντονη κρίση αντιχριστιανισμού. Αρχίζει να γράφει πεζά ποιήματα. Αυτόν τον χρόνο (1871), γράφονται «Οι ερημιές του έρωτα» (Les déserts de lamour) που περιέχουν τρία μόνο κομμάτια.
Τον Σεπτέμβριο του 1871 ο Verlaine τον καλεί να μείνει μαζί του στο Παρίσι και ο δεκαπεντάχρονος ποιητής έρχεται παίρνοντας μαζί τα ποιήματά του· μέσα σ’ αυτά είναι το «Μεθυσμένο καράβι» που μόλις έγραψε. Ένα διάστημα μένει στο σπίτι του. Οι δύο ποιητές συνδέονται στενά· ο δεσμός τους είναι πολυτάραχος.

Το Μάρτιο του 1872 ο Rimbaud γυρίζει στη Charleville όπου γράφει τα τελευταία του ποιήματα σε στίχο. Τον Ιούλιο φεύγει για το Βέλγιο και ο Verlaine τον ακολουθεί, εγκαταλείποντας τη γυναίκα του. Το Δεκέμβριο ο Rimbaud γυρίζει στο πατρικό του σπίτι.
Οι μελετητές διαφωνούν σχετικά με τη χρονολόγηση της συλλογής «Φωτισμοί». Κατά τον Verlaine που τη δημοσίευσε πρώτος το 1886, γράφτηκε μεταξύ 1873-1875. Κατά τον Ernest Delahaye μεταξύ 1872-1873, πριν από την συλλογή «Μια εποχή στην κόλαση»· σύμφωνα με μια τρίτη άποψη (Gustave Kahn), ένα μέρος της γράφτηκε πριν και το υπόλοιπο μετά. Ο τίτλος «Φωτισμοί» («Les Illuminations» - υπότιτλος «coloured plates»), αποδίδεται από τον Verlaine στον Rimbaud, αλλά στο χειρόγραφο δεν είναι γραμμένος με το χέρι του ποιητή.
Τον Ιούλιο του 1873, στις Βρυξέλλες, ο Rimbaud δηλώνει στον Verlaine ότι θέλει να διακόψει το δεσμό τους, αυτός τον πυροβολεί τραυματίζοντάς τον ελαφρά και καταδικάζεται σε δύο χρόνια φυλακή.
Η συλλογή «Μια εποχή στην κόλαση» («Une saison en enfer»), γράφεται μεταξύ Απριλίου - Αυγούστου του 1873. Τυπώνεται στις Βρυξέλλες τον ίδιο χρόνο σε 500 αντίτυπα. Στον ποιητή έστειλαν μερικά που έδωσε σε φίλους του και επειδή δεν πλήρωσε τα έξοδα της έκδοσης, τα υπόλοιπα έμειναν στο τυπογραφείο. Βρέθηκαν το 1901 και προκάλεσαν μεγάλη αναστάτωση, γιατί κυκλοφορούσε η φήμη ότι τα είχε κάψει ο ίδιος ο ποιητής.

Ο Rimbaud δε γράφει πια. Ταξιδεύει από την Κύπρο στο Άντεν και από τις Σκανδιναβικές χώρες στην Αβησσυνία· κάνει όλες τις δουλειές από εργάτης μέχρι έμπορος όπλων. Είναι ο πρώτος ευρωπαίος που φτάνει στη Bubassa της ανατολικής Αφρικής και εξερευνά τις γύρω περιοχές της Σομαλίας.
Το 1883 η Γαλλική Γεωγραφική Εταιρία δημοσιεύει τις ανακαλύψεις του. Διασχίζοντας την Αβησσυνία φτάνει το 1887 στο Harrar δίνοντας σημαντικά στοιχεία για τις εξερευνήσεις του.
Μετά από συνεχείς περιπέτειες, κακουχίες και στερήσεις, του παρουσιάζεται ένας όγκος στο δεξί πόδι και γυρίζει στη Γαλλία, βαριά άρρωστος. Πεθαίνει στις 10 Νοεμβρίου 1891, τριάντα επτά χρονών.





Από το βιβλίο «Ρεμπώ - 20 πεζά ποιήματα», εκδ. Ίκαρος, (5η έκδοση, 2004).

Στην πρώτη εικόνα: Ο Ρεμπώ σε ηλικία 17 ετών, τον Οκτώβριο του 1871.
Στη δεύτερη εικόνα: Ένα από τα έργα του Αντώνη Κέπετζη που κοσμούν το βιβλίο.

(Σημείωση. Τα κείμενα της ανάρτησης, όσον αφορά την ορθογραφία τους, μεταφέρονται όπως είναι στο βιβλίο, με εξαίρεση το βιογραφικό του Ρεμπώ).