Σάββατο, 2 Ιουνίου 2018

Γιώργος Ν. Σιώμος, "Ο γύρος της Κίνας"




Ο γύρος της Κίνας


Η Ελληνοκινέζα φωτογράφος Λίτσι Λο συνεργάζεται με τον Δανό Γιαν Τόμσεν που ζει τριάντα χρόνια στην Αθήνα. Η Λο στη φωτογραφία, ο Γιαν στο βίντεο. Σε γάμους, βαφτίσια, σπίτια, επαύλεις, κότερα, βαπόρια, υψικαμίνους… Τα βίντεο του Τόμσεν είναι μικρά έργα τέχνης. Ντύνει τον γαμπρό και τη νύφη μια μέρα νωρίτερα και τους πάει στην ακτή. Ο γαμπρός καβάλα σε μαύρο άλογο σπαθάτο, προχωρά προς το νερό, παίρνει τη νύφη στα χέρια του και με ιπποτικές κινήσεις την ανεβάζει στα καπούλια. Άλογο και ζεύγος καλπάζουν πάνω στα κύματα. Το νυφικό δίνει στο άλογο φτερά και πετάει. Άλλοτε τους πάει σε χωράφια με σιτάρια την ώρα που ένα ελαφρό αεράκι λυγίζει τα στάχυα που χρυσίζουν στον ήλιο. Βάζει το ζεύγος να χορέψει βαλς πάνω στον κυματισμό του χρυσού σιταριού.
Με την κρίση, από χρόνο σε χρόνο, λιγόστεψαν οι γάμοι, οι βαφτίσεις, έσπασαν οι δουλειές, τα παιδιά του έφυγαν για σπουδές στη Γερμανία. Οπότε ο Γιαν Τόμσεν σκέφτηκε να επιστρέψει στην πατρίδα του για δουλειά.

Το όνειρο του εικοσάχρονου Γιαν Τόμσεν, από παιδί, ήταν να κάνει τον γύρο της Κίνας με ποδήλατο. Δοκίμασε πρώτα τον γύρο της χώρας του. Απόλαυση! Το επόμενο ταξίδι, ήταν ο γύρος της Ευρώπης. Φόρτωσε τα σακίδιά του στο ποδήλατο και τράβηξε προς τα νότια. Διέσχισε τη Γερμανία, την Αυστρία, την Ιταλία. Από την Αγκόνα με το καράβι πέρασε στην Πάτρα. Από εκεί κατηφόρισε για τον Πύργο και την Καλαμάτα.
Στα περιβόλια της Σπάρτης κάθισε να ξαποστάσει κάτω από μια πορτοκαλιά. Να φουσκώσει και το λάστιχο που έχανε αέρα. Ένας μικρός φτερωτός θεός έπαιζε με το τόξο του πάνω στα φύλλα του δέντρου ζωσμένος τη φαρέτρα του. Τέντωσε το τόξο και το ένα βέλος βρήκε τον νεαρό ποδηλάτη Γιαν Τόμσεν στην καρδιά και το άλλο μια νεαρή Σπαρτιάτισσα που περπατούσε αμέριμνη τρώγοντας ένα μανταρίνι.
Άφησε στην άκρη το αγαπημένο του ποδήλατο ο Γιαν Τόμσεν, ζευγάρωσε με την Σπαρτιάτισσα, έκανε δυο παιδιά, τα μεγάλωσε. Η λαβωματιά − μια μικρή ουλή, ένα σημαδάκι σχεδόν αόρατο − από το βέλος έκλεισε, αλλά άνοιξε άλλα ρήγματα. Τάφροι, χαντάκια, τοίχοι μικροί, τοίχοι μεγάλοι, βουνά, χαράδρες κλείνουν το δρόμο για την Κίνα.

Τον καλωσόρισαν οι πρόσχαροι συμπατριώτες του, του έδωσαν δουλειά με καλά λεφτά. Άλλος αέρας. Άλλος κόσμος. Δρόμοι καθαροί, απέραντα πάρκα αναψυχής, άνθρωποι σχεδόν ευτυχισμένοι. Ένιωσε άβολα από την ευταξία, την επανάληψη, την κανονικότητα ο Δανός. Είχε ξεμάθει από την πειθαρχία και την ανελέητη εφαρμογή των κανόνων. Νοστάλγησε τις ανοχές, το λάσκα, το χύμα των Ελλήνων. Το άνευ ορίων άνευ όρων. Τη ρήση τους ότι οι νόμοι φτιάχνονται για να κοιμούνται, για να παραβιάζονται, κι αν είναι καμιά φορά να εφαρμοστούν, τότε ας βγουν απ’ το συρτάρι.
Κάθισε έναν μήνα ο Γιαν Τόμσεν, το ζύγισε από δω το ζύγισε από εκεί κι έγραψε στη Σπαρτιάτισσα: Επιστρέφω. Πίσω από τα ευγενικά χαμόγελα των ανθρώπων δεν υπάρχει τίποτα. Δεν έχουν ανάγκες. Κανείς δεν χρειάζεται κανέναν. Αν γινόταν εδώ η κρίση θα είχα πεθάνει. Εκεί δεν θα με αφήσουν να πεθάνω. Επιστρέφω στην ανασφάλεια, στην ανεργία, στην αρμονία του χάους.
Υ.Γ.: Ξέρω ότι το πανηγύρι θα κρατήσει καμιά εξηνταριά χρόνια ακόμα.
Πέρασε από το ταμείο, πληρώθηκε, τους ευχαρίστησε και ξαναγύρισε στη δεύτερη πατρίδα του.

Στο αεροδρόμιο «Ελευθέριος Βενιζέλος» τον περίμενε, σταλμένος από την Ελληνοκινέζα φωτογράφο Λίτσι Λο, ο επιχειρηματίας Βασίλης Κουνάβης. «Σε χρειάζομαι, ξέρεις Δανέζικα και Ελληνικά, ό, τι πρέπει για την επιχείρησή μου στην Κινέτα. Εισάγω και εξάγω προϊόντα στη Δανία».
Κλεισμένος μέσα στο γραφείο, δέκα ώρες την ημέρα μπροστά σε έναν υπολογιστή ο Τόμσεν, μιλάει για συναλλαγματικές, παραγγελίες και εμπορεύματα. Στα διαλείμματα αντί να ξεκουράζεται, καβαλάει το ποδήλατο της φαντασίας του και πετιέται μέχρι την Κίνα. Τη γυρίζει ολόκληρη μια δυο φορές, σκαρφαλώνει στο μακρύ τείχος, κάνει τούμπες, ανεβαίνει σκαλιά, βλέπει τον Λάο Τσε να επιστρέφει από τον πρωινό μακρύ περίπατό του... Όταν κουράζεται να ποδηλατεί, ανεβάζει τα πόδια στο γραφείο, γέρνει το σώμα του προς τα πίσω, στηρίζει με τα χέρια του τον σβέρκο και συλλογίζεται, πόσο μοιραίο ήταν εκείνο το βέλος που τον βρήκε στην καρδιά κάτω από την πορτοκαλιά στη Σπάρτη...
Στις πιο καλές στιγμές του αισθάνεται τυχερός που μπορεί τις Κυριακές να κάνει με το ποδήλατό του τον γύρο της Κινέττας.
Όταν κατεβαίνει στη θάλασσα και βλέπει τα βαπόρια να περνούν, βαριά, επιβλητικά, «Ω υπερωκεάνιον τραγουδάς και πλέχεις...» μουρμουρίζει, καβαλάει το ποδήλατο, γλιστράει πάνω στο κύμα ανοίγει η μπουκαπόρτα, «περάστε κύριε ποδηλάτη, κι εσείς για την Κίνα; Ωραία, φύγαμε».

Γλίστρησε ξαναγλίστρησε στο νερό με το ποδήλατο ο Τόμσεν, άνοιξε την μπουκαπόρτα άπειρες φορές, έκανε υπομονή, κατάπιε συμβιβασμούς, υποχωρήσεις, μέχρι την ημέρα που το πειρατικό πνεύμα των προγόνων του Βίκιγκς εξερράγη, τον έσπρωξε πάνω στο ποδήλατό και τράβηξε για την Κίνα, στ’ αλήθεια αυτή τη φορά. «Επ, πού πας; Πρώτα από την πορτοκαλιά στη Σπάρτη, να πιάσουμε το νήμα από εκεί που το αφήσαμε».
Στον Ισθμό σταμάτησε για μια ανάσα. Πεντακόσιοι θαρραλέοι άντρες, βοηθούντος και του ανέμου, κολυμπούσαν από τη μια ως την άλλη άκρη του ισθμού. Άκατοι και κινητά νοσοκομεία για τους αθλητές με φουσκωμένα τα πανιά τούς ακολουθούσαν. Το πλήθος περίεργο και συγκινημένο κοιτούσε ψηλά από τις όχθες. Έσκυψε κι ο Τόμσεν πάνω απ’ το μεγάλο κενό, είδε τους ανθρώπους κάτω σαν μικρά άσπρα σκουλήκια να κινούνται προς την ματαιότητα κι αναρωτήθηκε: «Πού πηγαίνουν όλοι αυτοί; Τι επιδιώκουν; Να περάσουν τον ισθμό; Να ξεπεράσουν τους εαυτούς τους; Να ξεπεράσουν τους άλλους; Κι εγώ; Πού πάω; Τι επιθυμία είναι αυτή; Ποια δύναμη, ποια κατάρα με σπρώχνει να βολοδέρνω ολομόναχος στην άκρη του κόσμου;».



3/3/2018
Γιώργος Ν. Σιώμος




Πηγή της εικόνας: https://www.anassatravel.gr/