Δευτέρα, 7 Μαΐου 2018

Βασίλης Φαϊτάς, "Το δάκρυ του Ηράκλειτου"




ΕΚΚΡΕΜΟΤΗΤΑ


Ποιος άφησε αυτή την ημιτελή παρτιτούρα
ανάμεσα στη νιότη και τη νύχτα
παγιδευμένη στα οδοφράγματα του νου
το έμβρυο της ύπαρξης ανθίζει απερίσκεπτα
στην εκκρεμότητα που ανυπομονεί
φυσιογνωμίες αναδύονται
φωνές τού άλλοτε φωνές της σκόνης επιμένουν
πρόσωπα υπαρκτά ή
πρόσωπα που τα πρόλαβε ο χρόνος στο μεταίχμιο
όποιος έρχεται επιστρέφει ηχώ
περνά ο καιρός
περιμέναμε πολύ να ξεκινήσουμε
σ’ ένα σπίτι ψηλά στο αθέατο
φευγαλέες αισθήσεις και λέξεις
καράβια
σαλπάρουν στο νόημα του λίκνου
γνωρίζουν τίποτα δεν είναι έξω απ’ το φως
κι αίφνης το ποτάμι που κυλά
και το δάκρυ του Ηράκλειτου.





ΤΑ ΣΤΑΧΥΑ


Περπατώ στα ερείπια της νιότης
σε κάθε βήμα η ενσάρκωση του απρόσιτου
ναύτης χωρίς το γαλάζιο της θάλασσας
εραστής αλλότριων πόθων μέχρι τον αφανισμό
ανίδεος για τον κόσμο που κυλά
το έμβρυο του θανάτου μού επέτρεψε
τη διορία της ύπαρξης
να γνωρίσω την αρτηρία του φόβου
την ειρήνη του αίματος
στις στοιχειωμένες εκατόμβες της σοφίας.

Το μηδέν πύλη
το άπειρο κρυφοκοιτάζει τον υπαρκτό κόσμο
σώματα καμινάδες ψυχών εκβάλλουν στα σύνορα
ομφάλιοι λώροι ιδεών
ιστία ονείρων
είμαστε τα στάχυα μιας άλλης ζωής.





Η ΙΔΕΑ ΤΟΥ ΛΙΚΝΟΥ


Όσο περνάει ο καιρός διαλύομαι
θαμπές εικόνες αύρες ναυαγισμένων λέξεων
άγραφες σελίδες
από πού προς ποιον
ανίσχυρος να συναρμολογήσω
το αβέβαιο πριν που υπήρξα
το χάσμα βαθαίνει
δεν θέλω να γυρίσω πίσω
ό,τι έγραψα το πήρε ο αγέρας
δεν ξέρω αν είναι λάθος που ήρθα εδώ
αν κι άλλοι χάθηκαν μαζί μου
στο μήκος κύματος της αοριστίας
αν η αλήθεια είναι μία ή
η ιδέα ενός λίκνου
παφλασμοί του κενού με σπρώχνουν
αυτή λοιπόν είναι η αιωνιότητά μου
αβέβαιη και συνεσταλμένη
ρίγος που διαπερνά το βάθος των πραγμάτων.

Οι μέρες της σύγχυσης θα περάσουν
το φως θεριστής θα οδηγήσει τον καπνό μου ψηλά
στην αθόρυβη θάλασσα έξω από τον χρόνο.





ΑΠΟΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΣ


Όταν η ψυχή μου αγγίζει το άρρητο
η σκοτεινή ενέργεια αποπροσανατολίζει
τις αποστάσεις της καρδιάς
με απομακρύνει στις φαντασιώσεις της λήθης.





ΑΝΟΛΟΚΛΗΡΩΤΗ ΟΔΥΣΣΕΙΑ


Έρχεται ο υπόγειος άνεμος
ο νους μου θα είναι μια απρόσιτη μοναξιά
τα φυλλώματα των δέντρων αιχμαλωτίζουν
αντικατοπτρισμούς
απ’ τη στιγμή που αποβιβάστηκα μόνος.

Υπάρχει στο χάος μια θλίψη
ανολοκλήρωτη οδύσσεια κοιτάζει
την παρακμή των αιώνων
οι ποιητές του σύμπαντος έχουν πεθάνει από παλιά
μέσα στις λέξεις που αλλάζουν διαρκώς
νόημα
ο κόσμος δεν είναι ποτέ ίδιος
μ’ αυτό που γυρίζει
μας κοιτάζει απ’ τα βάθη
και μας παραπλανά.

Ένα ποτάμι κυλά
μακρύ σαν το ταξίδι του φωτός
όλες οι εποχές παραπόταμοί του
δεν έμαθα ν’ αποχαιρετώ τους καιρούς
αν η ύπαρξη του ανθρώπου
δεν έχει νόημα
τι κάνω εγώ εδώ πάνω
στις φλεγόμενες κορυφογραμμές
αποκρυπτογραφώντας
τις τροχιές του πεπρωμένου.





ΑΝΕΠΙΔΟΤΟΣ ΕΡΩΤΑΣ


Εκείνο το μοναχικό δέντρο στην κορυφογραμμή
ανεπίδοτος έρωτας
γερνάει
λεηλατημένο απ’ τον άνεμο και την ερημιά
δεν γνώρισε ποτέ το θρόισμα του δάσους
τις νύχτες επιμένει ακόμα
γίνεται κύμα χιμαιρικό μονόγραμμα
τατουάζ ονείρου εισχωρεί βαθιά
στο τέλος του ορίζοντά του
μεταμορφώνεται σε μύθο
κι απομακρύνεται χτυπώντας τα φτερά του
στη φωνή που το καλεί
καθώς το σώμα πριν να φύγει
γράφει απόηχους δονήσεων στον αέρα
ουράνιες καμπύλες κατοπτρισμών.





Από τη συλλογή «Το δάκρυ του Ηράκλειτου», εκδ. Μανδραγόρας, 2018.