Πέμπτη, 24 Μαΐου 2018

Γιάννης Βαρβέρης, "Πιάνο βυθού"




ΟΔΙΚΕΣ ΓΕΦΥΡΕΣ


Όχι ταξίδια υπερατλαντικά, επιμένω·
ανύπαρκτα ταξίδια υπερατλαντικά.
Όμως εκείνα τα ολιγόλεπτα
Αντίρριο-Ρίο και Ωρωπός-Ερέτρια
πόσο θ' αντέξουν;
Δε φτάνει ο γερο-Πελοπόννησος με τη Στερεά
ψάχνετε κι άλλες αφελείς αυθάδειες της ξηράς μας.
Εδώ απροκάλυπτα φλερτάρει, λέτε,
η Βοιωτία με την Εύβοια.
Εκεί επιλήψιμα σχεδόν η Κόρινθος χαϊδεύει
το γεροντοκρατούμενο Λουτράκι.
Χαμηλού κόστους το έργο, μας βεβαιώνετε,
αφού το πεινασμένο χέρι του Περάματος
αδράχνει τους βουβώνες του Ναυστάθμου Σαλαμίνας.

Οδικές γέφυρες λοιπόν· να τρέχουνε
κουρσάκια κυριακάτικα
σαν μπάλες ποδοσφαίρου απ’ το ραδιόφωνο
και σαν αυγά σφιχτά κεφτέδες στο ασημόχαρτο·

ενώστε τα λοιπόν ενώστε τα όλα.
Μην τους αφήσετε
ούτ’ ένα υπαινιγμό
Αχερουσίας.





ΕΓΩ ΚΟΙΤΑΖΩ ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ ΜΟΥ


Σε βλέπω τώρα που γερνάς
και είσαι η μόνη εναπομείνασα
με τις παλιές εκείνες πούδρες που αντιστέκονται
με το κουμκάν της Τρίτης
το κολιέ τα σκουλαρίκια του ’50
και μου θυμίζεις τις καλές εποχές
που όλοι οι δικοί μας ζούσαν
και ρυθμίζατε το μέλλον μου
με τόση ασφάλεια ανυποψίαστη.
Σε βλέπω και με πιάνει πανικός
να, ότι ζεις
κι απ’ ώρα σ’ ώρα
ότι ραγίζεις
και σου το λέω σαν να ’φταιγες εσύ
και μου απαντάς
διώχνε τις μαύρες σκέψεις όλοι κάποια μέρα
άντε σινεμαδάκι να ξεσκάσεις
κοίταξε το μέλλον σου.

Έλα λοιπόν, φύγε κι εσύ λοιπόν
φύγε να μείνω μόνος με το μέλλον μου
μια και το μόνο μέλλον μου είναι
να γίνουν όλα γύρω παρελθόν.





ΤΑ ΓΥΑΛΙΝΑ ΛΕΥΚΩΜΑΤΑ


Σφουγγαράκια συρμάτινα
τεχνολογία πλυντηρίων
κι εσύ φιλοτιμία των απορρυπαντικών
ποτέ δε θα μπορέσετε να σβήσετε
τα χείλη που ακουμπήσαν σε τυχαία ποτήρια.

Γι’ αυτό κι εμείς ελπίζουμε στα χείλη
όσων μας αρνηθήκανε φιλί
όπως τα διψασμένα χείλη των νεκρών
προσμένουν πάντα στα ποτήρια το φιλί μας.





ΝΕΚΡΗ ΦΥΣΗ ΣΕ ΚΗΠΟ


Έχω βρεθεί όπως όλοι μας
σε πάμπολλα ξενοδοχεία.
Μπαίνοντας στο δωμάτιο
κατευθύνομαι προς το μπαλκόνι
για να δω πού βλέπει:
σε κτίρια στο σταθμό ή στη θάλασσα
σ’ ένα φουγάρο τέλος πάντων
ή σ’ ένα βουνό
σε μιαν απώτατη αφορμή για ποίημα.

Όμως απόψε το δωμάτιο έβλεπε
σε κήπο. Με όλο λουλούδια
γαλάζια, μοβ, άσπρα και κίτρινα
και πίσω δέντρα
ανοιχτά πράσινα και σκούρα δέντρα.
Έσκυψα μήπως δω
κάτι οτιδήποτε άλλο· όμως παντού
λουλούδια, δέντρα και λουλούδια.

Κι ήταν αυτό
ένα ρίγος αγαλλίασης
ή φρίκης
σαν εγώ να βρισκόμουνα
μέσα σε ποίημα
άλλου.





ΟΙ ΑΙΘΕΡΕΣ ΕΧΟΥΝ ΕΝΑ ΜΑΓΙΚΟ ΡΑΒΔΑΚΙ


Σκάλα ψηλή σας οδηγεί στο αεροσκάφος
ενώ το πρόσωπό σας ήδη παίρνει
μιαν ώχρα μαρτυρίου σεπτού και Ανάληψης.

Αν προσγειωθείτε τελικά

έχετε κατεβαίνοντας
κάτι από το κενό
που ενανθρωπίστηκε.





ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ ΕΛΕΓΕ
ΠΩΣ ΓΝΩΡΙΖΕΙ ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ
ΠΟΥ ΓΝΩΡΙΖΕΙ ΤΟΝ ΜΗΤΣΟ


    Λοιπόν γύριζε δήθεν άσκοπα του ποιήματός μου ο ήρωας, φοιτητής επί δικτατορίας ας υποθέσουμε, τότε αντιστασιακός οργανωμένος έστω, σαραντάρης σήμερα με φαλακρίτσα χτένιζε την Ομόνοια σε σαφάρι και δεν είχα τι να τόνε κάνω. Όμως εκείνος ήτανε μέσα στο μυαλό μου κι ήξερε καλά όλους τους ήρωες ποιημάτων που με συγκινούν, γι’ αυτό – κι όχι μονάχα – το θυμήθηκε το πατριωτάκι του τον Μήτσο σαν τον είδε απέναντι στο σουβλατζίδικο, τον «Μήτσο τον επιλοχία», τον έρμο και το σκοτεινό βασανιστή, ξέμπαρκο και που χάζευε πικρά στου Γ. Μ. το ποίημα· θυμήθηκε όμως και το ξύλο και τις μελανιές αλλά ιδίως το πώς τον είχε ο Μήτσος, δαγκώνοντας τη γόπα του σαν μπράτσο, κοιτάξει τότε, καθώς έβγαινε από την Ασφάλεια Μπουμπουλίνας, μα κι ο δικός μου πώς ότι τάχα δεν κατάλαβε,
    όμως τώρα, ήταν το θάρρος του πρώην θύματος, ήταν το απάνω χέρι του δημοκράτη νικητή, θες το gay movement, θες κι οι ενοχές του Μήτσου που προεξόφλησε αστραπιαία, «Ρε συ, εσύ δεν είσαι ο Μήτσος;» φώναξε, μα εκείνος έκανε και δεν είδε και δεν άκουσε, χάθηκε βλάχος σκοτεινός κασκέτο ντροπιασμένο της στοάς μέσα σε υδρόγεια σύννεφα ντονέρ.

    «Κρίμα που δεν μπορούμε να τα βρούμε ούτε στα ποιήματα», κατέβασε τα μάτια ο ήρωας μου· ταμείο και κόβοντας ένα ουρητήριο «Καυτή σάρκα» σινέ-Σταρ, έτοιμος πάλι για πολύ πιο προσγειωμένες περιπέτειες, «Άσε τους ποιητές, αναλογίστηκε, να πληρώνουνε πάντα τα σπασμένα».





Από τη συλλογή «Πιάνο βυθού» (1991).
Πηγή: η συγκεντρωτική έκδοση «Γιάννης Βαρβέρης - Ποιήματα Τόμος Α΄ (1975-1996)», εκδ. Κέδρος, 2013.

Στην εικόνα: έργο του Γιάννη Κουνέλλη
(Πηγή: https://worldcity.wordpress.com/).