Τρίτη, 1 Μαΐου 2018

Γιάννης Ρίτσος, "Επιτάφιος"




ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ
(Αποσπάσματα)


(Θεσσαλονίκη. Μάης του 1936. Μια μάνα, καταμεσίς του δρόμου, μοιρολογάει το σκοτωμένο παιδί της. Γύρω της και πάνω της, βουίζουν και σπάζουν τα κύματα των διαδηλωτών — των απεργών καπνεργατών. Εκείνη συνεχίζει το θρήνο της):



– I –


Γιε μου, σπλάχνο των σπλάχνων μου, καρδούλα της καρδιάς μου,
πουλάκι της φτωχειάς αυλής, ανθέ της ερημιάς μου,


Στη στράτα εδώ καταμεσίς τ’ άσπρα μαλλιά μου λύνω
και σου σκεπάζω της μορφής το μαραμένο κρίνο.

Φιλώ το παγωμένο σου χειλάκι που σωπαίνει
κ’ είναι σα να μου θύμωσε και σφαλιγμένο μένει.

Δε μου μιλείς κ’ η δόλια εγώ τον κόρφο, δες, ανοίγω
και στα βυζιά που βύζαξες τα νύχια, γιε μου, μπήγω.





– II –


Κορώνα μου, αντιστύλι μου, χαρά των γερατειώ μου,
ήλιε της βαρυχειμωνιάς, λιγνοκυπάρισσό μου,

Πώς μ’ άφησες να σέρνουμαι και να πονώ μονάχη
χωρίς γουλιά, σταλιά νερό και φως κι ανθό κι αστάχυ;

Με τα ματάκια σου έβλεπα της ζωής κάθε λουλούδι,
με τα χειλάκια σου έλεγα τ’ αυγερινό τραγούδι.

Με τα χεράκια σου τα δυο, τα χιλιοχαϊδεμένα,
όλη τη γης αγκάλιαζα κι όλ’ είτανε για μένα.

Νιότη απ’ τη νιότη σου έπαιρνα κι ακόμη αχνογελούσα,
τα γερατειά δεν τρόμαζα, το θάνατο αψηφούσα.

Και τώρα πού θα κρατηθώ, πού θα σταθώ, πού θά’μπω,
που απόμεινα ξερό δεντρί σε χιονισμένο κάμπο;






– IV –


Γιε μου, ποια Μοίρα στό’γραφε και ποια μου τό’χε γράψει
τέτοιον καημό, τέτοια φωτιά στα στήθεια μου ν’ ανάψει;


Κοίταες μην έφεξε συχνά - πυκνά απ’ το παραθύρι
και βιάζοσουν σα νά’τανε να πας σε πανηγύρι.


Κι ουδέ κακόβαλα στιγμή κι ούδ’ έτρεξα ξοπίσω
τα στήθεια μου να βάλω μπρος τα βόλια να κρατήσω.






– V –


Σήκω, γλυκέ μου, αργήσαμε· ψηλώνει ο ήλιος· έλα,
και το φαγάκι σου έρημο θα κρύωσε στην πιατέλα.

Η μπλε σου η μπλούζα της δουλειάς στην πόρτα κρεμασμένη
θα καρτεράει τη σάρκα σου τη μαρμαρογλυμμένη.


Και γω θα καρτεράω σκυφτή βραδί και μεσημέρι
να’ρθεί ο καλός μου, ο θάνατος, κοντά σου να με φέρει.





– VI –


Μέρα Μαγιού μού μίσεψες, μέρα Μαγιού σε χάνω,
άνοιξη, γιέ, που αγάπαγες κι ανέβαινες απάνω

Στο λιακωτό και κοίταζες και δίχως να χορταίνεις
άρμεγες με τα μάτια σου το φως της οικουμένης


Και μου ιστορούσες με φωνή γλυκειά, ζεστή κι αντρίκια
τόσα όσα μήτε του γιαλού δε φτάνουν τα χαλίκια

Και μού’λεες, γιέ, πως όλ’ αυτά τα ωραία θά’ναι δικά μας,
και τώρα εσβήστης κ’ έσβησε το φέγγος κ’ η φωτιά μας.





– VIII –


Πού πέταξε τ’ αγόρι μου; πού πήγε; πού μ’ αφήνει;
Χωρίς πουλάκι το κλουβί, χωρίς νεράκι η κρήνη.

Δεν έμενες, καρδούλα μου, στ’ άσπρο, μικρούλι σπίτι,
να σ’ έχω σαν αφέντη μου, να σ’ έχω σαν σπουργίτι,






– IX –


Ω, Παναγιά μου, αν είσουνα, καθώς εγώ, μητέρα,
βοήθεια στο γιο μου θα ’στελνες τον Άγγελο από πέρα.

Κι, αχ, Θε μου, Θε μου, αν είσουν Θεός κι αν είμασταν παιδιά σου
θα πόναγες καθώς εγώ, τα δόλια πλάσματά σου.

Κι αν είσουν δίκαιος, δίκαια θα μοίραζες την πλάση,
κάθε πουλί, κάθε παιδί να φάει και να χορτάσει.






– ΧΙ –


Έτσι άχαρη, με ομόρφαινες, κ’ έτσι άμαθη – για κοίτα –
μες στη ματιά σου διάβαζα της ζωής την αλφαβήτα.

Και μάθαινα από την αρχή πιο ωραία τα μαθημένα
και μέτραγα στα δάχτυλα και τά’βρισκα όλα ένα.


Τώρα τα μάτια σου έκλεισαν και γω κλείστηκα απ’ έξω
κι ούτε έχω πέτρα να σταθώ και δρόμο πια να τρέξω.





– ΧΙΙ –


Γιε μου, αν πονάς την ορφανή που στέκει έξω απ’ τη θύρα,
άνοιξε τα ματάκια σου και μια στιγμούλα τήρα

Τούτη τη γριά την άμοιρη, τη γριά τη διακονιάρα
π’ ούδε άνθρωπος κι ούδε θεός τής ρίχνει μια δεκάρα


Και πάλι η έρμη ντρέπουμαι, γιόκα μου, εσύ να λείπεις
κι ακόμα εγώ νά’χω φωνή – ξόμπλι φτηνό της λύπης.





– ΧΙΙΙ –



Κ’ έστηνα η έρημη τ’ αυτί να ιδώ, να καταλάβω
τι σ’ ήθελαν και τι ’θελες, σε ποιόνα έστριβες κάβο.

Κ’ έψαχνα με τα μάτια μου να ιδώ πού πάει η ματιά σου
κι ως νά’νιωθες που αμίλητη σού’κραζα «γιέ μου, στάσου»

Γύρναγες, μ’ αχνογέλαγες κ’ έλεγες «δω είμαι μάνα»
κι ακούγονταν απόμακρα του εσπερινού η καμπάνα.

Κ’ έπινα με το σάλιο μου μιας τρυφεράδας γέψη
που εγώ δε μάντευα και συ τά’χες όλα μαντέψει.





– XV –


Στο παραθύρι στέκοσουν κ’ οι δυνατές σου οι πλάτες
φράζαν ακέρια τη μπασιά, τη θάλασσα, τις τράτες

Κι ο ίσκιος σου σαν αρχάγγελος πλημμύριζε το σπίτι
και κει στ’ αυτί σου σπίθιζε η γαζία του αποσπερίτη.

Κ’ είταν το παραθύρι μας η θύρα όλου το κόσμου
κ’ έβγαζε στον παράδεισο που τ’ άστρα ανθίζαν, φως μου.

Κι ως στέκοσουν και κοίταζες το λιόγερμα ν’ ανάβει,
σαν τιμονιέρης φάνταζες κ’ η κάμαρα καράβι.


Και το καράβι βούλιαξε κ’ έσπασε το τιμόνι
και στου πελάγου το βυθό πλανιέμαι τώρα μόνη

Κι ακόμα μήτε να πνιγώ, μήτε ν’ ανέβω πάνω·
κάνω από κάπου να πιαστώ και φύκι μόνο πιάνω.

Το φύκι σπάει κι ο ωκεανός με σέρνει στα νερά του
κι ουδέ γνωρίζω τώρα ποιο το πάνου, ποιο το κάτου.





– XVI –


Τι έκανες, γιε μου, εσύ κακό; Για τους δικούς σου κόπους
την πλερωμή σου ζήτησες απ’ άδικους ανθρώπους.

Λίγο ψωμάκι ζήτησες και σού’δωκαν μαχαίρι,
τον ίδρωτά σου ζήτησες και σού’κοψαν το χέρι.






– XVII –


Βασίλεψες αστέρι μου, βασίλεψε όλη η πλάση,
κι ο ήλιος, κουβάρι ολόμαυρο, το φέγγος του έχει μάσει.

Κόσμος περνά και με σκουντά, στρατός και με πατάει
κ’ εμέ το μάτι ουδέ γυρνά κι ουδέ σε παρατάει.

Και δες, μ’ ανασηκώνουνε· χιλιάδες γιούς ξανοίγω,
μα, γιόκα μου, απ’ το πλάγι σου δε δύνουμαι να φύγω.

Όμοια ως εσένα μου μιλάν και με παρηγοράνε
και την τραγιάσκα σου έχουνε, τα ρούχα σου φοράνε.


Τώρα οι σημαίες σε ντύσανε. Παιδί μου, εσύ, κοιμήσου,
και γω τραβάω στ’ αδέρφια σου και παίρνω τη φωνή σου.





Από τη συλλογή «Επιτάφιος», 28η έκδοση, Κέδρος, 1979.
Στην εικόνα: Α. Τάσσος, «Μάνα με παιδί» (1963). Ξυλογραφία.